Γιώργος Τζαγάκης

Η μουσική, είτε ως αίσθηση και εσωτερική ανάγκη που ανέμενε την εξωτερίκευσή της, είτε με τη μορφή ερεθισμάτων από το οικογενειακό και ευρύτερο περιβάλλον, φαινόταν να περιτριγυρίζει τη Μαρία Αναματερού στην Απείρανθο της Νάξου, από τα πρώτα κιόλας παιδικά της χρόνια. Οι μουσικές  σπουδές έθεσαν κατόπιν την αγάπη αυτήν σε πιο στέρεες βάσεις και οι αφορμές για ζωντανές εμφανίσεις και συνεργασίες δεν άργησαν να φανούν, ανοίγοντας τον δρόμο σε μια πιο ουσιαστική ενασχόληση με το τραγούδι. Το πρώτο δισκογραφικό βήμα ήταν πια θέμα χρόνου, ωστόσο η Αναματερού δεν βιάστηκε, επιθυμώντας να είναι κάτι το στέρεο και ουσιαστικό. Κάτι που επιβεβαιώνει η πρόσφατη κυκλοφορία Όπου Αγαπάς Και Όπου Γης, η οποία της δίνει την αφορμή να ανέβει στο θέατρο Πέτρας αύριο Πέμπτη, 8 Σεπτεμβρίου, προκειμένου να παρουσιάσει τις μουσικές της –για πρώτη φορά με δικό της σχήμα– μπροστά στο αθηναϊκό κοινό. Η Μαρία Αναματερού ανοίγεται πια στα βαθιά νερά της ελληνικής μουσικής και το κάνει συνειδητά και χωρίς φόβο. Εξάλλου, σύμφωνα με την πρόζα που παραθέτει, «η θάλασσα ταξιδεύει εκείνους που λύνουν τα σκοινιά… Τους άλλους τους περιγελάει με τα απόνερα, στα ρηχά…». Λίγο λοιπόν πριν την εμφάνισή της στην Πέτρα, η νεαρή ερμηνεύτρια εκμυστηρεύθηκε στο Avopolis τις αφορμές που την έφεραν κοντά στη μουσική, τις επιρροές που την οδήγησαν να ασχοληθεί με την παράδοση, τα ρόδα και τ’ αγκάθια τα οποία κρύβει ο δρόμος που επέλεξε, αλλά και τα μελλοντικά της σχέδια...

Ποια είναι τα ακούσματα και οι επιρροές που σε οδήγησαν στην ενασχόλησή σου με τη μουσική;

Από πέντε χρονών άρχισα να νιώθω πως οι ήχοι μέσα μου ήταν σαν φυλακισμένα περιστέρια τα οποία ήθελαν να πετάξουν… Βρήκε η μητέρα μου ένα παιδικό σημείωμα που έλεγε ακριβώς αυτό. Από τα νανουρίσματα του πατέρα μου, τις μελωδίες του Λοΐζου, του Χατζιδάκι, της Καραΐνδρου, του Ξαρχάκου, του Λουδοβίκου των Ανωγείων μέχρι και των Beatles, των Pink Floyd, των Jethro Tull, της Joan Baez, της Loreena Mckennitt, τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια ήταν γεμάτα μουσική! Έχω έτσι να θυμάμαι τα βινύλια από τη συλλογή της οικογένειάς μου, την αφή τους, τη μυρωδιά τους… Ένα πρωί, στην πρώτη δημοτικού, έπαιξα σ’ ένα παλιό αρμόνιο το πρώτο μου κομμάτι: ήταν το “Χάρτινο Το Φεγγαράκι’’. Από τότε έγινα πια κοινωνός στη μυσταγωγία της μουσικής. 

anamaterou7Στην πρώτη σου δισκογραφική δουλειά, Όπου Αγαπάς Και Όπου Γης, επέλεξες να παρουσιάσεις αμιγώς παραδοσιακές συνθέσεις, μέσα από μια σύγχρονη οπτική. Πώς προέκυψε το ενδιαφέρον σου για τη μουσική παράδοση διαφόρων περιοχών της Ελλάδας;

Θα ήθελα να αποσαφηνίσω ότι ο δίσκος δεν περιέχει αμιγώς παραδοσιακές συνθέσεις. Στηρίζεται στο θαύμα της παραδοσιακής μουσικής (φυσικά όργανα-παραδοσιακοί στίχοι) και ενσωματώνει σε αυτήν στοιχεία του σήμερα με έντεχνο τρόπο, όσο τετριμμένος κι αν ακούγεται ο προσδιορισμός. Η παραδοσιακή μουσική έχει συγκεκριμένες φόρμες, μοτίβα και εκτελέσεις που εμείς δεν ακολουθήσαμε πιστά. Η παράδοση και μόνο σα λέξη –γιατί όχι και σαν διαδικασία– με γοήτευε και θα με γοητεύει πάντα. Όπως και η ετυμολογία της: προέρχεται από το ρήμα παραδίδω, που σημαίνει τη μεταφορά κάποιου πράγματος σε κάποιον. Η προσέγγιση της είναι λοιπόν μια θαρραλέα ερωτική πράξη παρόντος και παρελθόντος. Και το ενδιαφέρον μου γι’ αυτήν προέκυψε καθώς άρχισα να αντιλαμβάνομαι πως ο πολιτιστικός και πολιτισμικός πλούτος των περιοχών της Ελλάδας είναι αμύθητος… Κάθε τόπος για μένα είναι ένα ανοιχτό παράθυρο με ξάγναντο. Κάθε παράθυρο και διαφορετικά θέα.

Η αναζήτηση διαφόρων μουσικών παραδόσεων ξεπέρασε όμως τα σύνορα της Ελλάδας, καθώς στον δίσκο ερμηνεύεις και παραδοσιακά τραγούδια της Σερβίας και της Αρμενίας. Για ποιους λόγους σε γοητεύει να προσεγγίζεις τις μουσικές παραδόσεις άλλων χωρών;

Μέσα από το Όπου Αγαπάς Και Όπου Γης εκπληρώνεται ένα μεγάλο μου όραμα: η κατάργηση των συνόρων στης μουσικής τον χάρτη. Όπως είπα και πριν, κάθε πατρίδα είναι κι ένα παράθυρο με θέα. Βρήκα λοιπόν στους άλλους λαούς έναν συνδετικό κρίκο με την Ελλάδα: τη γόνιμη καλλιτεχνική ευαισθησία και έμπνευση των απλών ανθρώπων… Οι απλοί άνθρωποι για μένα είναι αυτοί που με τα χρώματα του τόπου τους παρατηρούν και αποτυπώνουν αυθόρμητα αλλά αριστοτεχνικά  ό,τι διέπει τη ζωή και το πέρασμά της: χαρά, λύπη, έρωτας, γέννηση, θάνατος. Στη Σερβία και στην Αρμενία, εκτός από αυτό, βρήκα επιπλέον και μια απαράμιλλη ευαισθησία καθώς και ιστορικά στοιχεία ιδιαίτερης σημασίας.

Δεν σε προβλημάτισε καθόλου η ανταπόκριση του κόσμου σε μια τέτοια ιδιαίτερη προσπάθεια; Επέλεξες ομολογουμένως έναν δύσκολο δρόμο σε αντίθεση με την πλειονότητα των καλλιτεχνών της γενιάς σου...

Αφέθηκα στις δυνάμεις της έμπνευσης και του ενστίκτου μου. Πίστεψα σε αυτό το δημιούργημα και προσπάθησα να καταθέσω τη φύση και την ψυχή μου. Όταν πάρεις τη δύσκολη απόφαση να το πράξεις αυτό, σε αποζημιώνει και μόνο η πραγματοποίησή του. Πιστεύω επίσης στο αισθητήριο των ανθρώπων… Πιστεύω στη βαθύτερη ανάγκη τους για αισθητική αρτιότητα. Ο δρόμος που επέλεξα, μέσα στη δυσκολία του, είναι ανθισμένος. Και, όπως όλοι οι ανθισμένοι δρόμοι, είναι δύσκολο να μην τους περπατήσεις –μοσχοβολάνε! Όσο για  τα αγκάθια… Είναι κι αυτά χρήσιμα, ακόμα κι αν σε ματώσουν. Υπάρχουν πολλοί καλλιτέχνες της γενιάς μου, αξιόλογοι και εμπνευσμένοι, αφανείς ωστόσο οι περισσότεροι. Όταν μιλάω για εκείνους μου έρχεται στο μυαλό η πρόζα του Καπετάν Σιδέρη: «η θάλασσα ταξιδεύει εκείνους που λύνουν τα σκοινιά. Τους άλλους τους περιγελάει με τα απόνερα, στα ρηχά…».

Θεωρείς τελικά ότι υπάρχουν ευκαιρίες για νέους καλλιτέχνες που ζουν στην επαρχία, ώστε να βρουν τον δρόμο τους στο ελληνικό τραγούδι, να αναπτύξουν τις ικανότητές τους και να παρουσιάσουν τις δημιουργίες τους σ’ ένα πιο ευρύ κοινό;

Η Lyra μου έδειξε ότι υπάρχουν ακόμα δρόμοι. Εμπιστεύτηκε τη δουλειά μου σχεδόν δίχως αμφιβολία. Ωστόσο θεωρώ ότι οι ευκαιρίες να αναπτύξει κάποιος τις ικανότητες του και να τις παρουσιάσει στο κοινό είναι ελάχιστε, ενώ –οξύμωρα– η μισή Ελλάδα τραγουδάει και η άλλη ευελπιστεί να τραγουδήσει! Βεβαίως θα έπρεπε να κάνω προσδιοριστική ερώτηση: «τι εννοείτε ικανότητες, τι ανάπτυξή τους και σε ποιο κοινό;». Γιατί ένας νέος καλλιτέχνης με όραμα την ταχεία φήμη, η οποία εύκολα επιτυγχάνεται μέσω της βιομηχανοποιημένης μουσικής,  τα καταφέρνει ευκολότερα από άλλους… Το «ευφημείν» είναι δύσκολη υπόθεση, κυρίως αν δεν μπορείς να προσδιορίσεις με σαφήνεια την «καλή» φήμη! Κρίνω λοιπόν τους καλλιτέχνες που σέβονται οτιδήποτε διέπει την πραγματική τέχνη ως άτυχους στις εποχές που ζούμε, όπου ό,τι επιπλέει περνά.

Στον δίσκο υπάρχουν επίσης και τρεις δικές σου συνθέσεις. Η αγάπη σου για τη σύνθεση πηγάζει από τις μουσικές σπουδές τις οποίες ξεκίνησες σε μικρή ηλικία; Με ποιον τρόπο και με ποιες αφορμές γράφεις μουσική;

Η αγάπη μου για τη σύνθεση πηγάζει από την ανάγκη μου για έκφραση. Οι μουσικές σπουδές με βοήθησαν πολύ σε αυτό. Με τα χρόνια, διαμόρφωσα τη βάση τουλάχιστον να αποτυπώνω με αξιοπρέπεια τις μελωδίες μου και να τις εκτελώ στο πιάνο. Μουσική γράφω όταν κάποιο χειμαρρώδες συναίσθημα ταλανίζει την ψυχή μου και ψάχνει τρόπο να ξεσπάσει… Τις περισσότερες φορές αρνητικό. Στην απάντησή μου δεν θα μπορούσαν έτσι να λείπουν οι στίχοι της Χάρις Αλεξίου: «έτσι βγαίνουν τα τραγούδια μάτια μου, σε γνωρίζει ο πόνος κι έρχεται κοντά σου, ακουμπάει το χέρι πάνω στα μαλλιά σου, κι ετσι κάνεις κουράγιο και τραγούδι άγιο…». Τόσο με εκφράζουν αυτοί οι στίχοι, ώστε ακόμα και τώρα ανατρίχιασα...

anamaterou6Θα περίμενε πάντως κανείς να αποτυπωθεί και η αγάπη σου για τον λόγο στο Όπου Αγαπάς Και Όπου Γης –καθώς διετέλεσες φοιτήτρια φιλολογίας. Παρόλα αυτά δεν παρουσιάζεις κάποιο δικό σου στιχούργημα. Αυτό συμβαίνει γιατί δεν έχεις δοκιμάσει να γράψεις κάποιους στίχους ακόμα ή γιατί είναι μεγαλύτερη η κλίση σου προς τη μουσική;

Η στιχουργική, όπως και η ποίηση, ήταν για μένα δρόμοι παράλληλοι με τη μουσική. Γράφω πολύ και ακατάπαυστα, παντού και πάντα. Κι αυτό γιατί βρίσκω την ποίηση σε πολλά πράγματα γύρω μου, ακόμα και στα απλά και αμελητέα. Όσο ρομαντικό κι αν ακούγεται, στον δίσκο μου έτυχε –με όλη τη σημασία του ρήματος– να εμπιστευτώ τις μουσικές μου συνθέσεις στην ώριμη πένα του Δημήτρη Αναματερού. Αυτό μου πρόσταζε η έμπνευσή μου. Ωστόσο κατέθεσα –αθόρυβα ίσως– την ποητική μου ματιά στις πρόζες που συνοδεύουν τα κομμάτια μου, στο εισαγωγικό σημείωμα του δίσκου όπως και στις ευχαριστίες. Η φιλολογική μου δε ιδιότητα βοήθησε πολύ στη λαογραφική μου έρευνα, την οποία πραγματοποίησα ως όφειλα για τα τραγούδια που διαχειρίστηκα.

Είναι σπάνιο στην πρώτη δισκογραφική δουλειά ενός νέου καλλιτέχνη να συμμετέχουν τόσοι πολλοί και σπουδαίοι μουσικοί... Πώς προέκυψαν αυτές οι συνεργασίες και πώς κέρδισες την εμπιστοσύνη τους;

Οι περισσότεροι από τους φίλους μουσικούς που ήρθαν να παίξουν –και το λέω με περισσή συγκίνηση– ήρθαν δωρεάν… Πολλοί από αυτούς, όπως ο Haig Yazdjian ή ο Σωκράτης Σινόπουλος, πήραν δείγμα της δουλειάς, τους άρεσε και δέχτηκαν με χαρά… Αλλά και όλοι οι υπόλοιποι πίστεψαν πολύ στον δίσκο, με βοήθησαν, με ενέπνευσαν και με αγκάλιασαν με το φως τους.

Θα ήσουν γενικότερα ανοιχτή να ασχοληθείς και με άλλα είδη μουσικής σε επόμενες δισκογραφικές σου δουλειές; Και ποια θα μπορούσε να είναι αυτά;

Δεν αποκλείω κανένα είδος μουσικής, παρά μόνο εκείνα που δεν  αντιπροσωπεύουν, δεν εξελίσσουν και δεν τιμούν τη μουσική ως τέχνη και ως έκφραση. Με το όραμα της κατάργησης των συνόρων στης μουσικής τον χάρτη τα μονοπάτια είναι αμέτρητα… Ωστόσο σίγουρα θα επιλέξω κάτι που το διαπνέει ο σεβασμός, η έμπνευση και η γόνιμη καλλιτεχνική δημιουργία.

Πώς σκοπεύεις να επικοινωνήσεις τη δουλειά σου το προσεχές διάστημα; Τι άλλα σχέδια υπάρχουν πέρα από την εμφάνισή σου στο Θέατρο Πέτρας;

Τα καλλιτεχνικά σχέδια είναι αρκετά και ουσιαστικά. Η εμφάνισή μου στο Θέατρο Πέτρας σηματοδοτεί την πρώτη μου μεγάλη συναυλία μπροστά στο αθηναϊκό κοινό με δικό μου σχήμα (στο παρελθόν είχα αρκετές εμφανίσεις ως ερμηνεύτρια με τον Λουδοβίκο των Ανωγείων). Έπειτα ακολουθούν και άλλες εμφανίσεις εντός και εκτός Ελλάδας, αλλά και μια στέγη για τον χειμώνα που ακόμα δεν μπορώ να ανακοινώσω... Θεωρώ σημαντικότερο από όλα ο κόσμος να αγκαλιάσει τη δουλειά μου, να την αγαπήσει και να γίνει συνταξιδιώτης. Μόνο έτσι έχει νόημα το ταξίδι.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured