search

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ - ΕΛΛΗΝΕΣ

Στην πρώτη τους συνέντευξη με αφορμή το καινούργιο τους άλμπουμ, δεν εξαντλούνται στο πληροφοριακό κομμάτι γύρω από την τελευταία τους κυκλοφορία. Αντιθέτως, μας παρασύρουν σε μια κουβέντα όπου μπλέκονται εύλογοι κοινωνικοί και δημιουργικοί προβληματισμοί, ξετυλίγονται παραλειπόμενα της μουσικής διαδικασίας και φωτίζονται καίρια σημεία του Figures Of Enormous Grey And The Patterns Of Fraud. Ο λόγος δόθηκε στους Νίκο Ρέτσο και Μάνο Πατεράκη, οι οποίοι μας ξενάγησαν στα άδυτα του κόσμου των Gravitysays_i, λίγο πριν την εμφάνισή τους στο Αμφιθέατρο του 9.84 στην Τεχνόπολη (αυτό το Σάββατο, 7 Μαΐου). Και είχαν πολλά να μας πουν...

Με αφετηρία το εννοιολογικό περιεχόμενο του GravitySays_i, πώς καταλήγουμε στο Figures Οf Εnormous Grey And The Patterns Of Fraud ; Ποιο νήμα τα συνδέει;

Νίκος Ρέτσος & Μάνος Πατεράκης: Το GravitySays_i εννοιολογικά υπαγορεύει ότι είναι η βαρύτητα που έχει τη δύναμη και τον πρώτο λόγο (μιλάει σε πρώτο πρόσωπο, δηλώνοντας την παρουσία της) και ότι εμείς οι άνθρωποι είμαστε υποδεέστεροι σε σχέση με αυτή –άρα δεν χρειάζεται να παίρνουμε τον εαυτό μας τόσο σοβαρά. Δεν είμαστε θεοί, οπότε δεν έχει νόημα ούτε ο εγωισμός, ούτε το να τρελαινόμαστε, η βαρύτητα μας δίνει οδηγία και μας ορίζουν οι φυσικοί νόμοι. Όλη αυτή η θεώρηση δυσκολεύεται να εκφραστεί στην καθημερινότητα και σε καταβάλλει το γεγονός ότι προσπαθείς να αντεπεξέλθεις σε κάτι που οι άλλοι άνθρωποι δεν επιτρέπουν στον εαυτό τους να περάσει. Όλο το άλμπουμ μιλάει ουσιαστικά γι’ αυτό. Οι γκρι φιγούρες είναι οι άνθρωποι που προσπαθούν να ζήσουν σ’ αυτό το πλαίσιο, χωρίς να θέλουν να κυριαρχήσουν ο ένας πάνω στον άλλο και τα μοτίβα του δόλου είναι τα ιδεολογικά συστήματα, οι θρησκείες, οι κοινωνικές τάξεις, όλες αυτές οι μορφές πίστης στις οποίες παίζουμε καθημερινά. Ή, αλλιώς, οι κοινωνικές μας καβάτζες.

Τι το διαφορετικό πραγματεύεται θεματολογικά το Figures Οf Εnormous Grey And The Patterns Of Fraud, σε σχέση με το Roughest Sea;

Νίκος: Και το πρώτο άλμπουμ έχει ένα συνεκτικό concept στη βάση του, αλλά δεν δουλεύτηκε ενιαία. Το Roughest Sea μιλάει περισσότερο για το «εγώ» και το «εσύ», για τα ερωτήματα που απορρέουν από την ενασχόληση με το «εγώ» και το «εσύ», το γιατί μου συμβαίνουν αυτά που αντιλαμβάνομαι να μου συμβαίνουν. Το δεύτερό μας άλμπουμ ασχολείται με το «εγώ» και το «εμείς» και με το τι μας συμβαίνει ως σύνολο. Η μετάβαση μοιάζει με το πέρασμα ενός ατόμου από τον εγωκεντρισμό της παιδικής ηλικίας –όπου πρωτοαντικρίζει τον εαυτό του μέσα στο σύνολο και όλα τα ερμηνεύει με βάση τον εαυτό του– στην ωρίμανση, όταν αρχίζει να παρακολουθεί το τι συμβαίνει γύρω του, τα διάφορα κοινωνικά φαινόμενα και απλώνει έτσι τη ματιά του. Τέτοια ήταν και τα στάδια της ωρίμανσης όπως τα περάσαμε κατά τη δημιουργική διαδικασία.

Πώς θα χαρακτηρίζατε αυτήν ακριβώς τη δημιουργική διαδικασία που συνετέλεσε στο νέο σας άλμπουμ;

Νίκος & Μάνος: Ήταν σαν μια πραγματικότητα παράλληλη με εκείνη την οποία βιώναμε στην καθημερινότητά μας. Το αποτέλεσμα, κάθε φορά που δουλεύαμε, ήταν μια έκπληξη για μας. Αυτό που μοιραζόμαστε μας προσφέρει μια αίσθηση ελευθερίας στην έκφραση, που, χωρίς να φαίνεται σε πρώτο επίπεδο ή να είναι εύκολο συχνά να εκφραστεί, υπάρχει κι έχει ένα βροντερό παρόν.

Με ποιο κριτήριο χωρίζεται το άλμπουμ σε δύο μέρη και γιατί επιλέξατε την προσθήκη χορωδίας στο Part 2, που αν μη τι άλλο δημιουργεί ιδιαίτερη εντύπωση;

Νίκος & Μάνος: Το άλμπουμ χωρίστηκε σε part 1 και part 2 κυρίως για πρακτικούς λόγους, αν και, κοιτάζοντάς το καλύτερα, υπάρχει ένας διαχωρισμός θεματολογικά ανέμεσα στα δύο μέρη. Στο δεύτερο μέρος είναι πιο έντονη μια μορφή ενδοσκόπησης, που εκφράζεται άλλωστε από τη χορωδία. Ενώ πειραματιζόμασταν με διάφορα πράγματα, μας ενίσχυσε τη διάθεση να χρησιμοποιήσουμε χορωδιακό σχήμα ένα sample που έχουμε χρησιμοποιήσει από την ταινία των αδερφών Ταβιάνι, το Padre Padrone, όπου η χορωδία κάνει την εισαγωγή στο δεύτερο κομμάτι του soundtrack. Στο άκουσμά του, σου δίνεται μια εντύπωση κόλασης. Έτσι θέλαμε και η χορωδία να είναι μια ομάδα ανθρώπων η οποία εξηγεί για ποιους λόγους αισθάνεται όπως αισθάνεται, να υπάρχουν δηλαδή φωνές που να ηχούν σαν συνθήματα, να είναι η φωνή του κόσμου κατά κάποιον τρόπο. 

Τι είδους προκλήσεις χρειάζεται να αντιπαρέλθει ένας καλλιτέχνης υπό τις παρούσες συνθήκες, για να κατακτήσει τη δημιουργική του ελευθερία;

Νίκος: Μεγαλώνοντας, συνειδητοποιεί κανείς όλο και περισσότερο την απάτη της μουσικής βιομηχανίας, το πόσα συγκροτήματα δημιουργήθηκαν για να εξυπηρετήσουν τις ανάγκες της, την αναπόφευκτη –μετά τον κορεσμό– αυτοκτονία του star making, αλλά κι έναν κραυγαλέο μιμητισμό. Το ζητούμενο είναι να μην ομαδοποιηθεί κάποιος, να μην επιλέξει ένα συγκεκριμένο στρατόπεδο, επειδή αυτό θα του δώσει την ασφάλεια να ανήκει σε κάποια ομάδα και να μιλάει εκ μέρους της. Ευτυχώς υπάρχουν άνθρωποι οι οποίοι λένε «θα το κάνω με τον δικό μου τρόπο» και ακολουθούν τον δικό τους προσωπικό δρόμο και έτσι βλέπουμε να κυκλοφορούν εναλλακτικές μουσικές προτάσεις, στις οποίες ο κόσμος στρέφεται και τις αναζητά. Ένας τέτοιος δρόμος θέλει βέβαια υπομονή και δύναμη και το κακό είναι ότι τελευταία οι καλλιτέχνες δεν έχουν κίνητρα για να βρουν τη δύναμη και να παλέψουν. Οπότε κάποια στιγμή αρχίζουν να κυνηγάνε άλλα πράγματα –τη δόξα, το χρήμα, κτλ.

Πώς γεννήθηκε αλήθεια η ιδέα του νέου σας άλμπουμ και ποιες φάσεις υπήρξαν καθοριστικές κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας του;

Νίκος & Μάνος: Όταν πρωτοσυλλάβαμε την ιδέα του άλμπουμ, διανύαμε μια εποχή διάφορων δυσκολιών, οπότε αρχίσαμε να παρατηρούμε ότι πολλοί άνθρωποι γύρω μας, ζούνε μια ζωή που δεν τη θέλουν πραγματικά. Πείθουν τον εαυτό τους ότι τους αρέσει και ξεχνούν βασικά πράγματα, όπως η δημιουργία, η ποίηση κτλ. Προέκυψε λοιπόν η ιδέα του «the reverse lie and the minimum weights», με την έννοια του ψέματος που λένε οι άλλοι σε κάποιον, το οποίο αυτός υιοθετεί ως αλήθεια για να λάβει κατόπιν μια αμοιβή που δεν αντικατοπτρίζει σε κανέναν βαθμό τους κόπους του. Κακά τα ψέματα, είμαστε παιδιά της εργατικής τάξης και εσχάτως νεόπτωχοι. Κι ενώ σκεφτόμασταν αυτά, μετά από ένα πεντάμηνο, είδαμε το Zeitgeist, ταυτιστήκαμε με την οπτική του και χαρήκαμε πάρα πολύ γιατί θέλαμε να εκφράσουμε κάτι ανάλογο από μια άλλη σκοπιά.

Ποιο εννοιολογικό υπόβαθρο επισύρουν επομένως τα «patterns of fraud» και γιατί είναι τόσο ισχυρά στην καθημερινότητα του ανθρώπου, ώστε να τα ανέχεται και να τα αναπαράγει;

Μάνος: Στιχουργικά με ενδιέφερε να φανεί ότι εξαπατηθήκαμε και μάλιστα σε όλα τα επίπεδα. Μας ξεγέλασε το εκπαιδευτικό σύστημα στο σχολείο, μας ξεγέλασε η θρησκεία –με τον ίδιο τρόπο που ξεγέλασαν τους γονείς μας, οι οποίοι έγιναν δυστυχισμένοι και βάζουν κι αυτοί τώρα τα παιδιά τους στο ίδιο κόλπο, χωρίς να το καταλαβαίνουν. Χωρίς να αντιλαμβάνονται πόσο κακό είναι να τους μαθαίνουν ότι τα άλλα παιδιά είναι αντίπαλοι, ότι όταν αυτά μεγαλώσουν οι άλλοι άνθρωποι θα είναι αντίπαλοι. Αυτό εκφράζουν τα «patterns of fraud», που χτίστηκαν πάνω στον φόβο του ανθρώπου να μην ανήκει κάπου, στον φόβο που προκαλεί η άρση των κοινωνικών συμβάσεων. Κι αυτό είναι ένα βίωμα αιώνων, το οποίο περνά από γενιά σε γενιά. Το ευτύχημα πλέον είναι ότι έχουμε πρόσβαση σε άπειρη πληροφορία και η γνώση δεν είναι προνόμιο των πλουσίων. Μουσικά πάλι, το άλμπουμ αποτελεί ένα ξέσπασμα. Δεν θέλαμε να μεταφέρει μια παρωχημένη «επαναστατικότητα» και συνειδητά μάλιστα απέφυγα να χρησιμοποιήσω το πρώτο πρόσωπο, στο οποίο ενυπάρχουν ένα σωρό φροϋδικά συμπλέγματα.

Οι φωτογραφίες που ντύνουν τόσο το εξώφυλλο όσο και το βιβλιαράκι αναπαριστούν πραγματικά υποβλητικές «γκρι φιγούρες». Με ποιο κριτήριο τις επιλέξατε;

Μάνος: Οι φωτογραφίες είναι πραγματικές, αυτή που φιλοξενείται στο εσωτερικό είναι τραβηγμένη στην Ικαρία και χρονολογούνται στα 1912, έτος ένταξης της Ικαρίας στην Ελλάδα. Από την αρχή θέλαμε να μπει φωτογραφία που να απεικονίζει ανθρώπους και βρήκα τυχαία τη φωτογραφία αυτή σε ένα ημερολόγιο του 2007, απ’ όπου και την τράβηξα. Ήταν ό,τι πιο ταιριαστό, γιατί οι φυσιογνωμίες των ανθρώπων φαίνονται τόσο αιχμηρές.

Υπάρχει μια πολύ ενδιαφέρουσα στιγμή στο part 2, όπου το μουσικό θέμα με τη συμβολή της χορωδίας λύνεται σε μια αποκαλυπτική διασκευή του “Καϊξή». Πώς ακριβώς προέκυψε η ιδέα;

Νίκος: Εδώ κρύβεται μια κάπως παράδοξη ιστορία. Ενώ πειραματιζόμασταν με ένα άρπισμα που σκέφτηκε ο Μάνος, κάποια στιγμή μου δόθηκε η εντύπωση ότι αυτά είναι τα ακόρντα του “Καϊξή”, χωρίς όμως να είναι στην πραγματικότητα. Ψάξαμε λοιπόν την ιστορία του τραγουδιού και είδαμε ότι έχει άμεση σχέση με το concept, γύρω απ’ το οποίο περιστρέφεται το άλμπουμ. Οι γκρι φιγούρες εκφράζουν αυτό ακριβώς το ανεκπλήρωτο που προσομοιάζει στην ιστορία του τύπου, ο οποίος ονειρεύεται να μισθώσει ένα καΐκι και να κλέψει την κοπέλα που αγαπά και είναι φυλακισμένη. Ο Μάνος έγραψε στίχους, οι οποίοι έδεσαν απόλυτα με την ιστορία του “Καϊξή”.
Μάνος: Αρχικά μάλιστα δεν είχαμε καταλήξει αν θα ενσωματώναμε ένα χορωδιακό σχήμα και προσπαθήσαμε να βρούμε τον Νίκο Μαραγκόπουλο, που έχει κάνει την πιο αυθεντική κατά τη γνώμη μας ερμηνεία. Αλλά είχε πεθάνει. Κάπως έτσι καταλήξαμε στη χορωδία, η οποία απαγγέλλει τους στίχους και δημιουργεί με έναν τρόπο την αίσθηση του ίδιου του Καϊξή να μιλάει.