Ο Νεκτάριος Καραντζής θεωρείται δικαίως εκ των κορυφαίων στην ελληνική jazz (και όχι μόνο) σκηνή, μιας και το ταλέντο του είναι πολύπλευρο. Μας φιλοξένησε στο σπίτι του στο κέντρο της Θεσσαλονίκης για μια όμορφη κουβέντα γύρω από «ένα όπλο (ταγμένο) απέναντι σε ό,τι στερεί από τον άνθρωπο την ανθρωπιά, την ελευθερία και την αξιοπρέπεια», όπως ο ίδιος γράφει στο κείμενό του στο εσωτερικό της πρόσφατης κυκλοφορίας του, Terra Incognita 3. Τη μουσική, δηλαδή… 

Στις αρχές του έτους κυκλοφόρησε ο τελευταίος σου δίσκος, Terra Incognita 3. Είναι το κλείσιμο μιας τριλογίας, ή ο κάθε δίσκος λειτουργεί αυτόνομα; 

«Είναι μάλλον έλλειμμα έμπνευσης να βρω ευρηματικούς τίτλους! Ο πρώτος δίσκος ονομάστηκε Terra Incognita και επειδή μου άρεσε σαν έννοια, μετά αποφάσισα να γίνει σειρά. Δεν είναι όμως τριλογία, είναι αυτόνομοι δίσκοι και ούτως ή άλλως δεν έχει καμία σχέση αισθητικά ο ένας με τον άλλον».   

Το όνομα Terra Incognita (άγνωστη γη) παραπέμπει σε μια εξερεύνηση των οριζόντων, στο να ψάξεις κάτι παραπάνω από αυτό που ήδη υπάρχει, έτσι δεν είναι; 

«Ακριβώς. Ο μουσικός πρέπει να κοιτάζει μπροστά, αυτό που ήδη έχει κάνει είναι παρελθόν και μπορείς να το κοιτάξεις μόνο από την άποψη μιας κριτικής ματιάς, να δεις τι έκανες καλά και τι όχι και επομένως να μπορέσεις στο μέλλον να κάνεις κάτι το διαφορετικό, κάτι το καλύτερο, το επόμενο βήμα και να εξερευνήσεις την «άγνωστη γη»… Γιατί αν επιμένεις συνέχεια στα ήδη γνωστά, θα επαναλαμβάνεσαι συνέχεια, κάνοντας δηλαδή μια άσκηση ύφους, παρά μια πραγματική μουσική δημιουργία».  

Αυτό που λες εμπεριέχει και το στοιχείο της περιπέτειας… 

«Μα, δεν είναι περιπέτεια; Όταν ξεκινάς να συνθέσεις ένα κομμάτι, έχεις βρει ένα ίχνος. Είναι σαν να πιάνεσαι από μια κλωστή μέσα σε ένα κουβάρι, που το ξετυλίγεις σιγά σιγά. Δεν ξέρεις τι θα προκύψει. Μπορεί να είναι μουσική δωματίου, μπορεί ένα κομμάτι για συμφωνική ορχήστρα».  

Σαν να ξεκινάς να γράψεις κάτι έχοντας μπροστά σου μια λευκή κόλλα δηλαδή; 

«Όχι ακριβώς. Κάτι υπάρχει… Κάποιες διεργασίες, οι οποίες ίσως να μην είναι και πολύ συνειδητές για να τις εξηγήσω ακριβώς. Έχεις κάτι στο μυαλό σου δηλαδή, γιατί αυτό που γράφεις έχει άμεση σχέση με όσα έχεις ήδη κάνει, όντας μέρος της δομημένης μουσικής σου προσωπικότητας. Όταν λέμε ότι ξεκινάς για την άγνωστη γη, δεν σημαίνει ότι πας κάπου όπου δεν έχεις ιδέα περί τίνος πρόκειται. Κάνεις κάθε φορά ένα μικρό βηματάκι παραπέρα».  

Στο τρίτο μέρος της Terra Incognita συμμετέχουν μέλη της συμφωνικής ορχήστρας. Ήταν κάτι προσχεδιασμένο, ή προέκυψε στην πορεία; 

«Στην ουσία όλες οι συνθέσεις του δίσκου προϋπήρχαν. Είναι έργα τα οποία έχω γράψει για διάφορα ορχηστρικά σύνολα, για σόλο πιάνο ή για κουαρτέτο εγχόρδων και τα έχω κάνει μεταγραφές για κλασικά σύνολα και jazz ορχήστρα».  

Έχεις κάνει σπουδές πάνω στη μουσική, στην Ελλάδα και στην Αυστρία, αλλά στη σύνθεση είσαι αυτοδίδακτος. Αυτό σου δίνει ναι μεν ένα σημαντικό θεωρητικό υπόβαθρο, αλλά και την ψυχολογία κάποιου που σκέφτεται «έξω από το κουτί»… 

«Καταρχάς στη μουσική αυτοδίδακτος (με την κυριολεξία της λέξης) δεν υπάρχει. Αυτοδίδακτος σημαίνει να δώσεις μια κιθάρα σε κάποιον που ζει απομονωμένος στην ερημιά, χωρίς καμία αλληλεπίδραση, και μετά από χρόνια να σου δείξει τι έμαθε παίζοντας τελείως μόνος. Όλοι μαθαίνουμε από τη μουσική. Είμαι αυτοδίδακτος με την έννοια ότι δεν πήγα σε κάποιο σχολείο. Για να είμαι ειλικρινής, βέβαια, πήγα, αλλά έφυγα – γιατί αυτό που έκαναν μου φάνηκε τελείως στείρο και ακαδημαϊκό, δεν είχε καμία σχέση με δημιουργία, φαντασία, ευαισθησία και προσωπικό ψάξιμο. Ήταν απλά μια στείρα απομίμηση κανόνων».  

 

Γράφεις κάτι παρόμοιο στο εσωτερικό του cd, ότι δηλαδή η μουσική δεν είναι μια επίδειξη ικανοτήτων και μια άσκηση ύφους… 

«Όχι, ούτε επίδειξη ικανοτήτων είναι, ούτε το να τοποθετείς κανόνες, που έχουν φτιάξει άλλοι, μέσα στη δική σου δημιουργία. Φυσικά και η δικιά μου μουσική έχει κανόνες, αλλά όπως έλεγε και ο Βλαδίμηρος Μαγιακόφσκι «Ποιητής γίνεσαι από τη στιγμή που ορίζεις τους κανόνες της δικιάς σου ποίησης». Θεσπίζοντας μόνος σου τους δικούς σου κανόνες, μπορείς να δημιουργήσεις τις δικές σου δομές και το δικό σου στυλ. Αλλιώς κάνεις με δανεικά κόλλυβα το μνημόσυνο! (γέλια!)… Λες την ιστορία άλλων, όχι τη δικιά σου. Κι αυτό είναι το πρόβλημα της εκπαίδευσης. Μπορεί να μαθαίνεις ένα όργανο, τη θεωρία, τη σύνθεση, ή ακόμα και τον αυτοσχεδιασμό, αλλά έχει το μειονέκτημα της ομοιογενοποίησης. Γιατί στο τέλος ο δάσκαλος πρέπει να βάλει έναν βαθμό στην αρμονία για παράδειγμα. Ποιος θα καθορίσει πιο θέμα θα πάρει 10 και πιο 9 κ.ο.κ., αν υπάρχουν θέματα με διαφορετικές μουσικές κατευθύνσεις; Στην jazz, για παράδειγμα, σήμερα υπάρχουν εκατονταπλάσιες σχολές σε σχέση με παλιά. Πού είναι όμως ο Bill Evans, ο Coltrane ή ο Davies του σήμερα;» 

Συμφωνείς δηλαδή με την άποψη που λέει ότι η μουσική του σήμερα είναι σαφέστατα υποδεέστερη; 

«Σε κάποια σημεία ναι. Ίσως σήμερα να μην υπάρχουν τέτοιου είδους μεγάλες προσωπικότητες. Αν αναφερθούμε, ας πούμε, στην σύνθεση, επικρατεί εδώ και κάποια χρόνια ένας ακαδημαϊκός τρόπος γραφής, ο οποίος είναι αδιέξοδος. Ακούς κάτι και αναρωτιέσαι γιατί. Επειδή μαθαίνεις τους κανόνες και τα κόλπα της σύνθεσης, δεν γίνεσαι αυτομάτως συνθέτης».    

Η επιστροφή σου στη μίζερη ελληνική πραγματικότητα μετά τις σπουδές σου στο εξωτερικό, δεν ήταν κάπως οδυνηρή; 

«Κοίτα, όταν ξεκίνησα (πριν 20 χρόνια περίπου) δεν υπήρχε στη Θεσσαλονίκη, ούτε ένας δάσκαλος για να μας μάθει ποια είναι η jazz αρμονία. Σκέψου ότι πληρώναμε έναν ενορχηστρωτή και θεωρητικό από το Βελιγράδι για να έρθει και να μας κάνει μάθημα! Οπότε αυτό που υπάρχει σήμερα ναι μεν – δεν χωρά καμία συζήτηση γι αυτό – είναι μίζερο σε σχέση με μια πόλη του εξωτερικού, αλλά είναι έτη φωτός μακριά από τότε. Πάντως δεν θα μπορούσα να μείνω στην Αυστρία λόγω κλίματος, λόγω ανθρωπίνων σχέσεων. Εδώ έχουμε τουλάχιστον έναν οικογενειακό και κοινωνικό ιστό που σε συγκρατεί».  

Η μίζερη αυτή πραγματικότητα πού οφείλεται; Μήπως στη νοοτροπία της διασκέδασης και όχι της ψυχαγωγίας, στη νοοτροπία του εύκολου, του σκυλάδικου; 

«Σίγουρα. Μα σκέψου ότι στην πόλη μας το σκυλάδικο είναι δημόσια υπόθεση. Όταν ο υπουργός Παιδείας, όταν πυροβόλησαν τον Αλέξη Γρηγορόπουλο, βρισκόταν σε σκυλάδικο και την άλλη μέρα στο γήπεδο, όταν υπάρχουν και συντηρούνται τόσα πολλά τέτοιου είδους μαγαζιά, αυτό κάτι σημαίνει. Από την άλλη είμαστε η μοναδική χώρα στην Ευρώπη που δεν έχει Μουσική Ακαδημία και βλέπεις συμφωνικές ορχήστρες να κάνουν πρόβες σε χώρους που δεν μπορείς να καθίσεις ούτε μισή ώρα».  

Στο εξωτερικό έχεις συνεργαστεί και με εγνωσμένης αξίας μουσικούς, όπως ο Evan Parker ή ο Okay Temiz. Τέτοιου είδους συνεργασίες τι σου έχουν αφήσει σαν καλλιτέχνη; 

«Σε κάνει καλύτερο το να παίζεις με μεγάλους μουσικούς. Σου διδάσκει την πειθαρχεία, τη σοβαρότητα και την πίστη σε ό,τι έχεις στο μυαλό σου. Μαθαίνεις πολλά. Υπάρχει, βέβαια, και ένα μειονέκτημα – αν μπορείς να το πεις έτσι. Αυτοί οι μεγάλοι καλλιτέχνες τραβάνε την προσοχή σαν μαγνήτες. Ζώντας έτσι σε μια πόλη με έντονη jazz (για παράδειγμα) σκηνή, επηρεάζεσαι και χωρίς να το καταλάβεις αφομοιώνεσαι κάπως από αυτούς. Ζώντας όμως κάπου περιφερειακά (στην Ελλάδα ας πούμε), έχεις μεγαλύτερη δυνατότητα της αποστασιοποίησης, ακούγοντας παράλληλα και διαφορετικές μουσικές. Έχεις περισσότερες ευκαιρίες για αυτοπροσδιορισμό, ζώντας μακριά από αυτούς τους γίγαντες».  

Έχεις ασχοληθεί κατά καιρούς με διαφορετικά είδη μουσικής, από jazz και κλασική μουσική μέχρι rock και παραδοσιακή. Συμφωνείς με την άποψη που λέει ότι ό μόνος τρόπος να κάνεις κάτι καινούργιο σήμερα είναι ο συγκερασμός διαφορετικών μουσικών ειδών; 

«Αυτό είναι σίγουρο. Η κλασική μουσική πλέον έχει ολοκληρωθεί. Υπήρχε τονικότητα, διαλύθηκε η τονικότητα, προέκυψε η ηλεκτρονική μουσική, θόρυβος, σιωπή, έχουν γίνει τα πάντα. Το ίδιο και στην jazz. Mainstream, swing, acid, latin, free, έχουν γίνει πλέον όλα. Τι μένει; Να γράψεις μια φούγκα καλύτερα από τον Bach; Να παίξεις τα standards καλύτερα από αυτούς; Δεν γίνεται. Ακούς τον Ray Brown για παράδειγμα, και λες, ΟΚ, δεν μπορώ να προσθέσω κάτι πάνω σε αυτό. Αυτό που μπορείς να κάνεις είναι να πάρεις στοιχεία από όλα αυτά και να τα προσθέσεις στα δικά σου, χωρίς αυτό φυσικά να γίνει το τέρας του Φράνκενσταϊν και να ευελπιστείς ότι αυτό το πράγμα θα μπορέσει να περπατήσει. Και εγώ έπαιζα για χρόνια jazz και σε κάποια φάση βρήκα αδιέξοδο. Όχι τεχνικό, αλλά αισθανόμουν ότι αυτά που έκανα είχαν ήδη ειπωθεί. Για αυτό και προχώρησα».  

Πιστεύεις ότι είναι πιο εύκολο να βγάλεις μουσική με ηλεκτρονικά μέσα παρά με φυσικά όργανα; 

«Για μένα που με τα ηλεκτρονικά δεν τα πάω καλά, όχι δεν είναι! Αλλά αποτελεί γεγονός ότι η τεχνολογία έχει κάνει τη ζωή του μουσικού πιο εύκολη. Για έναν συνθέτη, για παράδειγμα υπάρχουν τα διάφορα sequencers και synthesizers, τα οποία σου δίνουν τη δυνατότητα να γράψεις κάτι και να το ακούσεις ξανά και ξανά. Και στην ηχογράφηση μπορείς να κόψεις, να ράψεις να κάνεις overdub… Κάνεις ένα φάλτσο, και με διάφορα τεχνάσματα το διορθώνεις πανεύκολα. Ας έλεγες κάτι από αυτά πριν 100 χρόνια στον Τσαϊκόφσκι…». 

Η ηχογράφηση στον τελευταίο δίσκο έγινε live ή με την μέθοδο του overdubbing; 

«Το μεγαλύτερο κομμάτι ηχογραφήθηκε live. Το κουαρτέτο εγχόρδων φυσικά έγραψε μόνο του, αλλά τα περισσότερα live. Λίγα overdub γίνανε».  

Γενικά μάλλον δεν σου πολυαρέσει η μέθοδος του overdub… 

«Για την jazz ας πούμε δεν γίνεται. Για λίγα πράγματα γίνεται. Γίνεται μόνο με την ηλεκτρονική ίσως, όπου δεν υπάρχει αλληλεπίδραση – αλλά όταν σε μια μουσική υπάρχει αλληλεπίδραση, πρέπει να παίζουνε μαζί. Είναι σαν να κάνεις έρωτα, δεν γίνεται να κάνεις εσύ έρωτα το Σαββατο και η φίλη σου να έρθει την Δευτέρα!». 

Υπάρχει όμως και η άποψη ότι με αυτήν τη μέθοδο το αποτέλεσμα είναι πιο άρτιο, τεχνικά τουλάχιστον… 

«Ναι, και δίνεται ας πούμε στον ηχολήπτη η δυνατότητα να επέμβει πιο εύκολα στον ήχο κάποιου οργάνου, αν υπάρχει πρόβλημα με το ηχόχρωμά του, ή πολύ περισσότερο όταν υπάρχει κάποιο λάθος να το διορθώσει. Αλλά, ακούγεται τζούφιο, ακούγεται στουντιακό. Ακούς και σκέφτεσαι, ναι σωστά όλα, αλλά κάτι σε ενοχλεί. Ακούς παλαιότερες ηχογραφήσεις, του Coltrane ας πούμε που έχουν και τα «κοκοράκια» τους, τα λαθάκια τους…Μπορεί κανείς να ισχυριστεί ότι πράττει καλύτερα από τον Coltrane; Όταν ηχογραφείς live, υπάρχει μια άλλη αλήθεια και μια αναπνοή, ότι όλοι είμαστε εδώ, μαζί. Αλλιώς κάθεσαι μόνος σου να παίξεις, σου βάζουν έναν οδηγό στα ακουστικά, και ούτε ξέρεις αν αυτό που ηχογραφείς θα γίνει rock, jazz ή ότι άλλο. Σαν να βιδώνεις βίδες σε ένα εργοστάσιο και να μην ξέρεις αν θα βγει πύραυλος ή παιδικό παιχνίδι!». 

Τα σχέδιά σου για το μέλλον; Κάποια ηχογράφηση;

«Έχω μια παραγγελία από τον Δήμο Ιθάκης για τη μελοποίηση κάποιων στίχων της Οδύσσειας και με αυτό καταγίνομαι τώρα. Έχω τελειώσει το συνθετικό μέρος και σκέφτομαι τις ηχογραφήσεις, ποιοι τελικά θα παίξουν κ.ο.κ.».  

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured