Στα όρια της κλασικής μουσικής, των soundtrack και της ηλεκτρονικής δημιουργίας, ο δεύτερος δίσκος του Τάσου Ρωσόπουλου και το παράλληλο λανσάρισμα του δικού του ανεξάρτητου label, τον κάνουν να εκπέμπει ένα δικό του, ιδιαίτερο στίγμα. Το Avopolis τον συνάντησε και μίλησε μαζί του...

Να Υποθέτω Τη Ματιά, λοιπόν… Τι διαφορές θα έλεγες πως έχει αυτός ο δεύτερος δίσκος, από το ντεμπούτο σου;

«Το πρώτο album ήταν μια προσπάθεια με τον Γιώργο Κοροπούλη να δούμε αν ένα βιβλίο θα μπορούσε να προεκταθεί σε έναν δίσκο. Η Μέθοδος Των Τριών, λοιπόν, δεν ήταν ένα τυπικό cd, ήταν περισσότερο μια έκδοση βιβλίου με το cd να αποτελεί το τελευταίο άυλο κεφάλαιό του. Ενώ το Να Υποθέτω Τη Ματιά είναι μια αμιγώς μουσική δουλειά , το υλικό είναι βέβαια διαφορετικό, όπως διαφορετικός είναι και ο τρόπος με τον οποίο το χειρίστηκα. Αφορμή στάθηκε εδώ μια ιδέα που πήρα από το βιβλίο του Ενρί Καρτιέ Μπρεσόν Η Αποφασιστική Στιγμή. Ο Μπρεσόν περιγράφει ως αποφασιστική, κατά τη διάρκεια της φωτογράφησης, τη στιγμή της ενεργοποίησης του κλείστρου. Και περιγράφει τις σκέψεις του λίγο πριν, τη στιγμή ακριβώς που κλείνει το διάφραγμα, αλλά και την εντύπωση που έχει από τη λήψη της φωτογραφίας στη συνέχεια. Από εκεί προέκυψε η διαμόρφωση του υλικού μου σε τρεις περιόδους. Βεβαίως, τίποτα από όλα αυτά δεν τα θεωρώ ως προϋπόθεση για την ακρόαση - είναι κάτι που βοηθάει εμένα όσον αφορά τη φόρμα μιας δουλειάς. Επίσης, τα δύο τραγούδια που επέλεξα να έχω στο album - σε στίχους της Πέγκυς Στεφανίδου και με την ερμηνεία της Λουίζας Σοφιανοπούλου - δεν είχαν το άγχος να προτείνουν, τοποθετήθηκαν αντίθετα με μια διάθεση αποφόρτισης και «διαλείμματος», σαν να ξαναγεμίζεις ας πούμε την κούπα σου με καφέ».

Δεν θυμάμαι πάντως να έχω συναντήσει άλλον ελληνικό δίσκο με μια τόσο άμεση σχέση, σε επίπεδο αφορμής, με την τέχνη της φωτογραφίας...

«Αυτό το θεωρώ πολύ σημαντικό, γιατί γενικά προσπαθώ να έχω εξωμουσικά ερεθίσματα. Τέτοια ερεθίσματα είναι για μένα καθημερινά σε συχνότητα και μεγαλύτερης θα έλεγα έντασης από τα αμιγώς μουσικά. Ανάμεσα σε αυτά είναι βέβαια και η φωτογραφία, αν και με θεωρώ έναν «μη πολλά υποσχόμενο» ερασιτέχνη φωτογράφο. Από εκεί και πέρα πιστεύω πολύ στους μετασχηματισμούς, στο πώς δηλαδή ένα ερέθισμα από μια οποιαδήποτε μορφή τέχνης μπορεί να αποτελέσει πρόκληση και να «μεταμορφωθεί» σε μουσική π.χ. σύνθεση».

Παράλληλα, εγκαινίασες και το δικό σου ανεξάρτητο label, τα 64 millimetres, σε συνεργασία με τον Τάσο Μπακασιέτα. Γιατί πήρες μια τέτοια απόφαση;

«Τα 64 millimetres απηχούν κι αυτά άλλη μια φωτογραφική εμπλοκή. Όταν ψάχναμε το όνομα καταπιανόμουν πολύ με τα στερεοσκόπια, τον «παππού» ας πούμε του view master. 64 χιλιοστά είναι η απόσταση ανάμεσα στα δύο μάτια και πάνω σε αυτήν έχει βασιστεί η εξέλιξη των στερεοσκοπίων. Με τον Τάσο, τώρα , έχουμε δουλέψει πάρα πολύ μαζί - και σε δικές μας δουλειές και σε άλλων - και έχουμε αναπτύξει έναν απόλυτα δημιουργικό τρόπο συνεργασίας και επικοινωνίας. Το label προέκυψε έτσι πολύ φυσικά, τόσο ως ένα όχημα παραγωγής των όσων κάνουμε, όσο και ως ένας τρόπος να γίνουμε παρατηρητές και συμμέτοχοι σε ό,τι λέγεται δισκογραφία. Καλό είναι να κάνεις κι εσύ κάτι, στην πράξη, εφόσον δέχεσαι πως σε αφορά κάτι τέτοιο».

Αυτή η κίνηση αποτελεί συνάμα και μια δήλωση; Π.χ. θεωρείτε ίσως ότι άλλες δισκογραφικές εταιρείες δεν θα ενδιαφέρονταν να εκδώσουν τα όσα βγάζετε εσείς;

«Επαφή έχω με όλες σχεδόν τις εταιρείες και δείγματα του Να Υποθέτω Τη Ματιά είχαν κατά καιρούς ακούσει διάφοροι άνθρωποι του χώρου. Επίσης δειγμάτισα σε αρκετές δισκογραφικές την άλλη παραγωγή των 64 millimetres, το Laceworks με την Κορίνα Βουγιούκα και, όντως, ορισμένες από αυτές στο εξωτερικό ενδιαφέρονταν να το εκδώσουν. Αλλά η διαδικασία προέκυπτε εξαιρετικά χρονοβόρα κι εγώ δεν μπορούσα να το δω ως έναν δίσκο «ζωής». Ώσπου να έβγαινε π.χ. σε έναν χρόνο από τώρα, εγώ θα μπορούσα να έχω φτιάξει ακόμα μία δουλειά. Ξέροντας επίσης τους προϋπολογισμούς τους, είμαι σίγουρος ότι δεν θα υποστηριζόταν επαρκώς. Εμείς π.χ. δεν έχουμε ανάγκη τους χιλιάδες δίσκους τους οποίους μπορεί να χρειάζεται να πουλήσει μια πολυεθνική για να βγάλει έναν ισολογισμό. Προσανατολιζόμαστε σε πιο ψύχραιμα μεγέθη, και γι’ αυτό και πιο αντιμετωπίσιμα. Το label βέβαια σε αναγκάζει να κινείσαι μόνος σου. Πράγμα που σημαίνει κάποιο επιπλέον τρέξιμο, αλλά, από την άλλη, σου προσφέρει τον έλεγχο όλης της διαδικασίας».

Τι είδους κοινό φαντάζεσαι ότι μπορεί να προσελκύσει ένα album σαν το Να Υποθέτω Τη Ματιά;

«Το ζήτημα του κοινού έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Τις προάλλες αντάλλαξα, εντελώς τυχαία, ένα e-mail με μια 19χρονη κοπέλα, η οποία με γνώριζε μόνο από το τραγούδι που είχε τραγουδήσει η Ελευθερία Αρβανιτάκη στη Μέθοδο Των Τριών και το είχε ηχογραφήσει σε κασέτα από μια εκπομπή του Τρίτου Προγράμματος. Μου έγραψε λοιπόν πως κάποια στιγμή χρειάστηκε να το ακούσει γύρω στις 15 φορές ώστε να σταματήσει να κλαίει! Σίγουρα ακούγεται υπερβολικό αυτό αλλά δείχνει ότι, ακόμα και για την πιο απροσδόκητη δουλειά σου, υπάρχει κοινό. Μπορεί να μην είναι πολυπληθές, είναι όμως υπαρκτό και εσύ θα πρέπει να το βρεις, με κάποιον τρόπο».

Σκέφτεσαι καθόλου το ενδεχόμενο ζωντανής παρουσίασης αυτού του υλικού; Γιατί μου δημιουργήθηκε η εντύπωση πως δεν θα είναι καθόλου εύκολο κάτι τέτοιο...

«Πράγματι, κι εγώ έχω ένα πρόβλημα έτσι όπως το έχω στήσει, ειδικά εφόσον δεν έχω κάποιο group. Όλοι βέβαια οι μουσικοί οι οποίοι έπαιξαν στο album έπαιξαν εξαιρετικά, δεν αποτελούν όμως ένα σύνολο. Είναι έτσι δύσκολο να οργανώσω κάποιο live, αν και θα το ήθελα, κυρίως γιατί δεν μου αρέσει να εμφανιστώ με ένα laptop και πολλά προηχογραφημένα μέρη. Θα μου δημιουργούσε αμηχανία κάτι τέτοιο. Σκέφτομαι για την ώρα διάφορους συνδυασμούς που ίσως καθιστούσαν εφικτή τη live παρουσίαση του album, αλλά ακόμα δεν έχω καταλήξει κάπου».

Ο ήχος του album «παίζει» με ποικίλες ηχητικές αναφορές, πηγαίνοντας άλλοτε προς την κλασική και την κινηματογραφική μουσική και άλλοτε προς την ηλεκτρονική. Εσύ ως δημιουργός πού θα εντόπιζες τις κύριες επιρροές σου;

«Απόλυτες αναφορές δεν έχω. Προσπαθώ να βρίσκω τις πηγές ενδιαφέροντος οι οποίες και να με απορροφούν. Έτσι, κατά καιρούς, κάνω «μακροβούτια», δεν προσπαθώ δηλαδή να ακούω πολλά πράγματα, όσο να εξαντλώ τα όσα με ενδιαφέρουν. Δεν μου αρέσει το «όλα τ’ ακούω» ή το «τα κάνω όλα» - το βρίσκω αστείο, μη πρακτικό και δίχως βάθος. Ο κλασικός χώρος αποτελεί σίγουρα μια βασική επιρροή, καθώς υπάρχουν εκεί πολλά πράγματα που θεωρώ σημαντικά, τα οποία έχουν αφήσει ένα αποτύπωμα στη σκέψη μου».

Για την ηλεκτρονική μουσική της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα τι γνώμη έχεις;

«Στη σύγχρονη ηλεκτρονική μουσική με φοβίζει η ευκολία με την οποία μπορεί να παράγεται ο ήχος σου. Πρέπει να γνωρίζεις πολύ καλά τόσο τις προθέσεις σου, όσο και τη φόρμα που επιθυμείς να έχεις. Ξεχωρίζω έτσι δουλειές που θα μπορούσαν να έχουν γίνει και με πρωτόγονα μέσα, γιατί, σε μια εποχή όπου μπορεί να δοθεί μεγάλη έμφαση στα «θαύματα» της παραγωγής, εκεί ακριβώς διακρίνεται η μουσικότητα μιας δημιουργίας. Είναι σημαντικό, για όποιον ακούσει σοβαρά ηλεκτρονική μουσική, να είναι σε θέση να καταλάβει πού υπάρχει μια ολοκληρωμένη σκέψη και πού η ευκολία της παραγωγής ξεπερνάει την ανάγκη για κάτι τέτοιο. Το πειραματικό έχει γίνει πια πολύ εύκολο και έχουμε ξεχάσει ότι, γενικά, δεν είναι όλα τα πειράματα ανακοινώσιμα...».

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured