Γράφει ο Thurston Moore στο Sonic Life: A Memoir ότι η αφορμή για να μπλέξει με το punk και συνακόλουθα να σχηματίσει τους Sonic Youth, ήταν το “Louie Louie” των Kingsmen. Ο μεγαλύτερος αδερφός του έφερε το single στο σπίτι τους το καλοκαίρι του 1963, όταν ο Thurston ήταν 5 ετών. Το έπαιζαν όλη μέρα. Σημειώνει: «Η φωνή του τραγουδιστή είχε τον αέρα ενός αγοριού που κάπνιζε ένα τσιγάρο με το ένα χέρι ενώ χτυπούσε ένα ντέφι στο άλλο, μια αυθάδη απόσταση από την παράδοση…»

Ο Thurston δεν πήγε στο κολέγιο — τουλάχιστον, όχι περισσότερο από ένα εξάμηνο. Μεγάλωσε στο Νότιο Μαϊάμι της Φλόριντα και στη συνέχεια στο Μπέθελ ​​του Κονέτικατ. Ο πατέρας του, ο οποίος πέθανε μετά από εγχείρηση εγκεφάλου όταν ο Moore ήταν στην εφηβεία του, δίδασκε τέχνη και φιλοσοφία στο τοπικό Κρατικό Κολλέγιο. Η οικογένεια δεν ήταν πλούσια, αλλά υπήρχαν βιβλία και πίνακες στο σπίτι. Ο Moore ήταν μέτριος μαθητής και μπήκε από νεαρός σε μπελάδες. Η μητέρα του είδε το όνομά του στην τοπική εφημερίδα, όταν συνελήφθη, επειδή λήστεψε το διπλανό σπίτι με έναν φίλο. Γράφει ότι «έκλεψε έναν δίσκο της Joni Mitchell».

Το 1978, ο 19χρονος Moore έφυγε από το Κονέκτικατ για τη Νέα Υόρκη, με σκοπό να δημιουργήσει ένα συγκρότημα. Οι πρώτες 150 περίπου σελίδες του Sonic Life περιγράφουν την εφηβική του ηλικία και τα πρώτα του χρόνια στο κέντρο του Μανχάταν. Κυρίως, όμως, τα αρχικά κεφάλαια αφορούν στη μουσική του ανατροφή – την «ανακάλυψη» των Stooges, των Ramones, των Can και του Captain Beefheart. Ο νεαρός Moore επιδιδόταν επίσης στο street hustle (που τραγουδά κι ο Lou Reed). Γράφει: «Με την αυξανόμενη οικονομική ανισότητα, το έγκλημα του δρόμου ήταν ένα κανονικοποιημένο τμήμα της καθημερινής ζωής».

Η κυρίως «μαθητεία» του Moore έγινε στο CBGB’s, στο οποίο «ένιωθες σαν να μπαίνεις στο σπίτι μιας μάγισσας», στο Mudd Club και στο Max’s Kansas City. Εκεί γνωρίστηκε με την Patti Smith και τον Tom Verlaine.   

Έμαθε να παίζει κιθάρα και ανέβαινε και ο ίδιος στη σκηνή. Θυμάται: «Η Blondie ήταν σπάνια περίπτωση. Μπορούσε να μασάει τσίχλα ενώ διάβαζε το “Γυμνό γεύμα” του William Burroughs».

Ακολουθούν τα πρώτα συναπαντήματα την Kim Gordon και τον Lee Ranaldo, που θα οδηγήσουν στη δημιουργία των Sonic Youth το 1981. Thurston & Kim. Bonnie & Clyde της post-punk σκηνής του Μανχάταν. Όταν ανακοίνωσαν τον χωρισμό τους, το 2011, ράγισαν καρδιές. H Kim περιγράφει έξω από τα δόντια την απογοήτευσή της, στα δικά της απομνημονεύματά της, με τον τίτλο Girl in A Band (2015).

Οι Sonic Youth πέρασαν πολλά χρόνια στο δρόμο. O Thurston αναγνωρίζει τη σημασία που είχε για την καθιέρωσή τους το “Bad Moon Rising” του 1985. “Evol”, “Sister”, προτού βρουν σημαντική επιτυχία με το πέμπτο άλμπουμ τους, το Daydream Nation του 1988.

Ο Moore περιγράφει τις πρώτες περιοδείες τους ως έναν ασταμάτητο «πόλεμο με τους μηχανικούς ήχου», οι οποίοι σπάνια τους άφηναν να παίξουν όσο δυνατά ήθελαν. Ο Thurston έπαιζε τόσο επιθετικά που πάντα έκοβε τα δάχτυλά του και έτρεχε αίμα στη σκηνή. Η ζωή στο van είναι χάλια όταν είσαι πάνω από 1.90, όπως ο Moore.

Οι Nirvana άνοιξαν για τους Sonic Youth, όπως και οι Babes in Toyland, και οι Sleater-Kinney. Οι Sonic Youth προσκλήθηκαν σε περιοδεία με τον Neil Young, μια εμπειρία που άφησε στον Thurston ανάμεικτα συναισθήματα. Συμμετείχαν στη Lollapalooza του 1995, μαζί με τους Hole, αφού η Kim έκανε παραγωγή στο πρώτο album των τελευταίων. Υπέγραψαν με την πολυεθνική Geffen, και «απλώς» της έκαναν πάσα τους Nirvana.

Οι πιο πολύτιμες σελίδες του βιβλίου είναι αυτές που ανατρέχουν στην post-punk/no wave σκηνής του Μανχάταν - πριν από το gentrification. Καθημερινότητα σε άθλια δωμάτια γεμάτα κατσαρίδες, όμοια με το “Junky” του Burroughs, βγάζοντας λίγα χρήματα σε δουλειές μερικής απασχόλησης. Συναυλίες, γνωριμίες με τον Jean-Michel Basquiat και τον Michael Gira, frontman των Swans. Η επαφή με τον Glen Branca καταλυτική: o Thurston συγκλονίζεται από τις εκκωφαντικές, αποσυντονισμένες κιθάρες του Branca, που πυροβολούν κατά ριπάς. Ανακαλύπτει τον «Λευκό Θόρυβο» και τον αυτοσχεδιασμό της free jazz.  

Η καριέρα των Sonic Youth αποδεικνύεται συναρπαστική, κυρίως επειδή καταφέρνουν το δύσκολο κόλπο να γίνονται όλο και πιο επιτυχημένοι χωρίς συμβιβασμούς, ακόμη και αφότου υπέγραψαν σε μια μεγάλη εταιρεία. Για μια στιγμή, ο Moore αναρωτιέται αν θα μπορούσαν να αποκτήσουν τεράστια φήμη στον απόηχο των Nirvana, αλλά η αυτοκτονία του Kurt Cobain τον ταράζει, και όχι μόνο επειδή είναι φίλοι.

Ο Moore αφιερώνει μόλις δύο σελίδες στον χωρισμό τους με την Gordon. Παραδέχεται πάντως ότι μερικές φορές ήταν κυκλοθυμικός, κάτι που ενίοτε τον έφερνε σε αντιπαράθεση με τον συνήθη ήρεμο Lee Ranaldo – ο οποίος, με τη σειρά του, έχει περιορισμένο χώρο στο βιβλίο, άγνωστο το γιατί. Ομοίως και ο Steve Shelley.

Το Sonic Life έρχεται οκτώ χρόνια μετά το Girl in a Band της Kim Gordon. Αν το δεύτερο ήταν μια βασανιστικά ειλικρινής (αυτό)ψυχανάλυση που εστίαζε στη διάλυση της σχέσης της με τον Moore, η οποία προκάλεσε και το τέλος της 30χρονης καριέρας των Sonic Youth, το Sonic Life ρίχνει όλο το βάρος στη μουσική. Το υλικό που παρατίθεται είναι πολύτιμο, όμως η στρωτή γραφή του Thurston δεν διαθέτει την αιχμηρότητα της πρόζας της Kim, ούτε το βάθος της σκέψης της.  

Το Sonic Life λέει πολλά περισσότερα για τη συλλογή δίσκων και την καταγραφή των συναυλιών του Moore. Ίσως αυτό επιθυμούσε εξαρχής ο συγγραφέας-κιθαρίστας: να παρουσιάσει, από προσωπική σκοπιά, μια ιστορία της αμερικανικής εναλλακτικής σκηνής, παρά να καταθέσει «απομνημονεύματα». Ίσως για τον Thurston Moore το μόνο μέσο ειλικρινούς επικοινωνίας είναι η μουσική αυτή καθαυτή.

Thurston Moore, Sonic Life: A Memoir

Εκδόσεις Doubleday
Σελ. 496

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured