search

ΑΡΘΡΑ

Η γενιά της ψηφιακής απελευθέρωσης αποδέχεται τις αλλοτριωτικές ψυχικές συνέπειες του καπιταλισμού και στοχεύει στην (υπερ)έκθεση του στιλιστικής του ρητορικής και των σάπιων αρχών του, με όχημα ένα μεταμοντέρνο μουσικό είδος, καθαρά δημιούργημα της εποχής του...

Μερικές φορές, ενώ βρίσκομαι στο δωμάτιό μου προσηλωμένος σε κάτι, νιώθω πως ο χρόνος παγώνει και χρειάζομαι ελάχιστες στιγμές ώστε να παρατηρήσω τον χώρο γύρω μου: παντού υπάρχουν αντικείμενα που αντιπροσωπεύουν μία συγκεκριμένη περίοδο της ζωής μου. Από ένα άμεσο ερέθισμα για ένα στοχευμένο χρονικό ταξίδι (όπως μία φωτογραφία), μέχρι κάποιο που έχει τη δικιά του ειδική συναισθηματική βαρύτητα (όπως ένας δίσκος, ένα βιβλίο, ένα DVD, κόμιξ και αφίσες).

Ανάμεσα σε αυτά βρίσκονται όμως και κάποια μη προφανή αποδεικτικά στοιχεία της ενηλικίωσής μου: ένα ζευγάρι ξεχασμένα, σκισμένα vans από το γυμνάσιο, ένα ριγέ φούτερ –αγορά για μία μονοήμερη εκδρομή στο λύκειο– ένα αντιγραμμένο CD με κάποιο παλιό FIFA, μινιατούρες Star Wars και κάρτες Pokemon που μάζευα στο δημοτικό, χωμένες σε κάποιο σκονισμένο κουτί.

Vaporwave_2.jpg

Συνειδητοποιώ πως όλες οι υλικές λεπτομέρειες που όριζαν στο μυαλό μου μία ξεκάθαρη χρονική περίοδο συγκεντρώνονται με πολύ μεγαλύτερη πυκνότητα στο πιο απόμακρο παρελθόν, παρά στο πιο πρόσφατο, αυτό των τελευταίων 5 χρόνων. Δεν είναι ότι ψάχνω απεγνωσμένα να συνδεθώ με αντικείμενα, αλλά νιώθω πως οι τόσο έντονα μεταβαλλόμενοι καιροί επιβάλλουν, κατά κάποιον τρόπο, μία προσωρινότητα: μία δικτατορία άμεσης συναισθηματικής προσκόλλησης μα και αυτόματης βίαιης αποσύνδεσης από οτιδήποτε κάποτε θα καταλάμβανε περισσότερο χώρο στο χρονοντούλαπό μας, μα τώρα πρέπει να αντικατασταθεί.

Η γενιά μου μπορεί φυσικά να βιώνει μόλις τώρα την πραγματική ενηλικίωσή της, αυτό συμβαίνει όμως σε μία εποχή που ο καπιταλισμός έχει γίνει αναπόσπαστο στοιχείο της καθημερινότητας, σε τέτοιον βαθμό ώστε δεν μπορούμε καν να αντιληφθούμε τις συνέπειές του στην ποιότητα των ζωών μας. Όσο παράδοξο και αν μοιάζει σε πρώτη σκέψη, είναι παρόμοιες ανησυχίες που γέννησαν το –θεωρητικά δυστοπικό, στην πραγματικότητα απόλυτα επίκαιρο– ψηφιακό ηχητικό υβρίδιο Vaporwave. Του οποίου τη σύντομη μα πυκνή ιστορία θα ξεδιπλώσουμε εδώ.




Ο όρος vaporwave, αλλά και το ξεχωριστό μουσικό ιδίωμα που περιγράφει, γεννήθηκε το 2010 ως αποτέλεσμα απόσχισης του αμερικάνικου lo-fi εξωτικού ήχου –στο στυλ του Ariel Pink, των Memory Tapes, των Pocahaunted και των Skaters– σε δύο διαφορετικά υποείδη. Το πρώτο ονομάστηκε αρχικά glo-fi ή hypnagogic pop και σκόρπαγε μία παραισθησιογόνα ευφορία, ενώ στη συνέχεια απόκτησε ακόμη πιο synth pop υφή και διασπάστηκε/μεταλλάχθηκε, οδηγώντας στο «καυτό» (τότε) chillwave, με βασικότερους εκπροσώπους τους Toro Y Moi, Neon Indian και Washed Out.

Ακριβώς στην αντίθετη μεριά αυτού του φάσματος, εντοπίζουμε το vaporwave. Εδώ, η αμερικάνικη χιπστερική κουλτούρα της κασέτας και της new age κοσμοθεωρίας μετατράπηκε σε κάτι εντελώς διαφορετικό και επαναστατικότερο από ένα απλό αναβιωτικό ρεύμα. Το vaporwave απονεύρωσε τη νοσταλγία και τον ρομαντισμό της εποχής που βίωσαν ως παιδιά οι πρωταγωνιστές του (τέλη 1980s και κυρίως η πρώτη πενταετία των 1990s) και χρησιμοποίησε την παράνοια της έξαρσης του τεχνολογικού καπιταλισμού ως ερέθισμα για ένα απόλυτα επίκαιρο μουσικό, Web 2.0 κατασκεύασμα, με στιλιστικά συμβολικό και αισθητικά υπόγειο πολιτικοκοινωνικό λόγο.

Vaporwave_3.jpg

Η ονομασία του ρεύματος ήταν ιδεολογικά συνειδητοποιημένη, καθώς η προέλευση της λέξης vaporwave κρύβει πίσω της δύο πολιτικά χρωματισμένες ερμηνείες. Η πρώτη σχετίζεται με την ομοιότητά της με τη λέξη «vaporware», η οποία περιγράφει ουσιαστικά μια εμπορική πολιτική των εταιρειών: εκείνη όπου οι τελευταίες ανακοινώνουν την ύπαρξη ενός νέου τεχνολογικού εξοπλισμού στο ευρύτερο κοινό, ο οποίος όμως ούτε βγαίνει ποτέ στην αγορά, αλλά ούτε και ακυρώνεται –έχει σκοπό να δημιουργήσει ανυπομονησία, να «διαβάσει» αντιδράσεις και να αντιληφθεί τον εταιρικό ανταγωνισμό. Ένα μαρκετίστικο εργαλείο δηλαδή, που εκβιάζει συναισθηματικά την ανάγκη της υλικής αλλαγής, χωρίς ποτέ να την πραγματοποιεί.

Την ίδια στιγμή ο όρος vaporware παραπέμπει και στη μεταφορική του χρήση ως διαδικασία εξάχνισης της λιβιδινικής ενέργειας, λόγω του έντονου καπιταλισμού. Πιο ξεκάθαρα, μιλάμε για τον τρόπο με τον οποίον ο επιταχυνόμενος καπιταλισμός έχει παραλύσει τους εσωτερικούς μας αμυντικούς μηχανισμούς απέναντι σε οτιδήποτε θεωρείται κοινωνικά αποδεκτό και κατακτητέο. Άμεσα συσχετιζόμενη με το όλο concept και το vaporwave είναι βέβαια και η αλληγορική φράση του Marx στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, πως «ο καπιταλισμός μετατρέπει το κάποτε στερεό σε αέρα», εννοώντας την ευμετάβλητη υπόσταση των αξιών και των συνθηκών της ανθρώπινης ζωής.



Για να αναδείξουν λοιπόν τον όλο αναβράζοντα πλούτο προβληματισμών για  τους μεταμοντέρνους καιρούς μας, οι vaporwave μύστες επικαλούνται ένα κοκτέιλ ηχητικής, αισθητικής και στιλιστικής σημειολογίας, το οποίο παραπέμπει αντανακλαστικά και ασυνείδητα σε πρότυπα και εικόνες που η ανθρωπότητα έχει συνδυάσει με τον υπερκαταναλωτισμό, την αποστειρωμένη εταιρική κουλτούρα, τη σύγχρονη αποξένωση και τη συναισθηματική αδρανοποίηση.

Σε ηχητικούς όρους, χρησιμοποιεί ένα είδος σαμπλαρίσματος που ονομάζεται echo jamming: απομονώνεται ένα συγκεκριμένο σημείο από ένα δημοφιλές (συνηθώς 1980s) ποπ, disco ή soul κομμάτι, το οποίο στη συνέχεια βομβαρδίζεται με μία ψηφιακή ηχώ, δημιουργώντας μια ευρύχωρη λούπα. Τα κομμάτια ενώνονται στη συνέχεια μεταξύ τους με γέφυρες από «μουσική για ασανσέρ», δηλαδή με ηχητικά αποσπάσματα που χρησιμοποιούνται σε διαφημίσεις, malls ή ακόμη και στην εκκίνηση των Windows και παραπέμπουν σε lounge music, ringtones και smooth jazz.

Vaporwave_4.jpg

Τελικά όλο αυτό το συνονθύλευμα αλλάζει συνεχώς στροφές και διακωμωδεί την ίδια του την ύπαρξη, κάνοντας το vaporwave να μοιάζει με το φανταστικό σάουντρακ που θα υπήρχε στα Sims, στη ζωή ενός ανθρώπου παγιδευμένου σε κάποιο τροπικό screensaver των Windows Home ή συμμετέχοντα σε κάποια ψεύτικη team building τεχνική μίας μεγάλης ασιατικής πολυεθνικής.

Μπορεί να θεωρητικοποίησα την προσέγγιση μέχρι στιγμής, αλλά το ιδεολογικό περίγραμμα είναι απόλυτα αναγκαίο ώστε να βγάλει νόημα το καλλιτεχνικό περιεχόμενο. Επί του πιεστηρίου, λοιπόν, ως πρώτος vaporwave δίσκος θεωρείται το Chuck Person’s Eccojams Vol. 1 του Chuck Person, του κυρίου Daniel Lopatin δηλαδή, πιο γνωστό στους πολλούς ως Oneothrix Point Never. Σε αυτό το άλμπουμ ο Lopatin επιλέγει πασίγνωστα ποπ/ροκ τραγούδια –όπως το “Toto” των Africa ή το “The Lady In Red” του Chris De Burgh– τα επιβραδύνει και τα γεμίζει με echo jams· σε τέτοιον βαθμό, ώστε τα κάνει να θυμίζουν τα ηχητικά φόντο βιντεοκασετών Nintendo και Playstation, πυροδοτώντας έτσι τόσο ένα είδος ρετρό τεχνολογικού ρομαντισμού, όσο και μία νοσηρή αίσθηση βιασμού της παιδικής αθωότητας, μέσω της ανάδειξης των σκοτεινών πλευρών της υπερβολικής συναισθηματικής σύνδεσης με την κουλτούρα των βιντεοπαιχνιδιών.



Ο επόμενος πραγματικά σπουδαίος και βαθιά επιδραστικός vaporwave δίσκος κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2011 από τον κάποτε drone πειραματιστή (με τη μπάντα του Skaters) James Ferraro και είχε τίτλο Far Side Virtual. Το άλμπουμ ενσωματώνει όλα τα ηχητικά και αισθητικά γνωρίσματα του ρεύματος και ηχεί ως μία αφηρημένη καταγραφή των φρενιασμένων, σχεδόν σουρεαλιστικών, καταναλωτικών ρυθμών των κοινωνιών μας. Φανταστείτε το ως το μουσικό υπόβαθρο στο ασανσέρ ενός τεράστιου, γυάλινου, εγκαταλελειμμένου εμπορικού κέντρου/πλαζ 1990s αισθητικής, σαν αλληγορία της αποσύνθεσης που επιφέρει ο ατελείωτος ζωντανός υπερσύνδεσμος ερεθισμάτων τον οποίον βιώνει ένας πολίτης μίας σύγχρονης μεγαλούπολης. Ο ίδιος ο Ferraro έχει πει χαρακτηριστικά πως το αισθητήριό του έχει διαμορφωθεί από τους δίσκους των ύστερων 1980s που άκουγαν οι γονείς του στο σαλόνι, ενώ αυτός βρισκόταν στα πρώτα στάδια του ύπνου του, σε δύο τείχους απόσταση: έμοιαζε σαν να είσαι παγιδευμένος στο όνειρο κάποιου άλλου.

Vaporwave_5.jpg

Την ίδια εποχή και με βασικό πυροκροτητή τις παραπάνω κυκλοφορίες άρχισαν να εμφανίζονται νέα vaporwave projects και δισκογραφικές που καταπιάνονταν αποκλειστικά με το είδος, εμπλουτίζοντας και ανανεώνοντας τον αισθητικό κώδικα του ρεύματος. Η Beer On The Rug από το Κάνσας είναι ένα από τα πρώτα labels που έδωσε στο vaporwave μαζικότερες διαστάσεις, αρχικά με δίσκους από τους Midnight Television και το ομώνυμο ντεμπούτο τους –μοιάζει σαν το ηχητικό ισοδύναμο του Videodrome του David Cronenberg– και στη συνέχεια με τα αμέτρητα projects της Ramona Xavier, με σπουδαιότερους τους δίσκους της ως New Dreams Ltd (Initation Tape Part One), Vektroid και Macintosh Plus: στο Floral Shoppe που έβγαλε στα τέλη των 2011 με αυτή την επωνυμία, εισάγει στο vaporwave σύμπαν στοιχεία αρχαίας γλυπτικής, cyberpunk και anime αισθητικής. Ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για πολλούς μετέπειτα καλλιτέχνες ώστε να ασχοληθούν με τη ρομαντική Δυτική προβολή/φαντασίωση των χαοτικών αστικών κέντρων της Άπω Ανατολής. Άλλο ένα ενδιαφέρον σχήμα που πρωταγωνίστησε στην άνθιση του vaporwave ήταν και οι Internet Social Club, με τα πολλά concept albums εγκλωβισμού σε μία τεχνοκρατούμενη μεγαλούπολη ή σε έναν καλωδιωμένο κυβερνοχώρo, όπου όλοι γνωρίζονται διαδικτυακά μα κανείς φυσικά.

Τα επόμενα χρόνια το vaporwave γνώρισε μία απότομη μετάσταση σε πολλά διαφορετικά υπορεύματα, που κουβαλούσαν από ελάχιστα ως καθόλου το αρχικό ιδεολογικό φορτίο. Αρχικά ξεπετάχτηκαν νέοι καλλιτέχνες και δισκογραφικές, που χειρίζονταν με μία ακίνδυνη ελαφρότητα τον φιλοσοφικό πυρήνα της vaporwave κοσμοθεωρίας, μετατρέποντας τα κάποτε ψηφιακά αντικαπιταλιστικά μανιφέστα σε ευκαιρίες για cyber πάρτι και διαδικτυακή γραφικότητα ή σε αιτίες δημοσίων σχέσεων ανάμεσα σε web designers και social media μαρκετίστες. Οι Saint Pepsi, για παράδειγμα –το project δηλαδή του Ryan DeRobertis– ή ο Bank Banshee και δισκογραφικές όπως η Fortune 500 και η Illuminated Paths άρχισαν να υποστηρίζουν αυτό που ονομάστηκε τελικα broperwave. Δεν ήταν παρά ένα κακέκτυπο του αυθεντικού vaporwave, αφού άλλα κενά ρεύματα όπως το seapunk μπερδεύτηκαν με τις αληθινές επιδιώξεις της σκηνής και άρχισαν να την αποδυναμώνουν.



Μέχρι και σήμερα ελάχιστοι vapowave δίσκοι φαίνεται να έχουν συμβάλλει στο αρχικό όραμα της σκηνής. Το Dream Sequins® του πρώην μέταλ ντράμερ και νυν πειραματιστή Nmesh, είναι ένας από αυτούς, όπως και αρκετές κυκλοφορίες της Beer On Rugs (η οποία παραμένει αξιόπιστη), με πιο ενδιαφέροντες εκπρόσωπους τους PrimsCorp Virtual Enterprises και το φανταστικό τους σύμπαν, όπου λειτουργούν ως μία εταιρεία σχεδιασμού ιστοσελίδων. Περισσότερους περιθωριακούς υποστηρικτές φαίνεται να έχει η δισκογραφική Dream Catalogue, η οποία με μπάντες όπως τους Air Japan, Hong Kong Express και 2814 εκπροσωπεί την πιο πρόσφατη μετάλλαξη του vaporwave, σε μία σχεδόν ρατσιστική απεικόνιση των τεχνολογικά δυστοπικών μεγαλουπόλεων της Ιαπωνίας για τον μέσο Δυτικό πολίτη. Σαν μία ρομαντική, neon φαντασίωση ενός λευκού παρατηρητή, προστατευμένου πίσω από τα τζάμια ενός ταξί στο κέντρο του νυχτερινού Τόκιο ή στον 28ο όροφο κάποιου χλιδάτου, φουτουριστικού ξενοδοχείου. Ένας επικίνδυνος εξωραϊσμός δηλαδή, τρομαχτικά αντιφατικός απέναντι στο ρομαντικό, αντικαπιταλιστικό πνεύμα με το οποίο ξεκίνησε το ρεύμα.

Vaporwave_6.jpg

Το τελευταίο επεισόδιο της ιστορίας μας έχει το MTV να ανακηρύσσει μία συνεργασία με το Tumblr και να κηρύττει μέσω της Miley Cyrus μία νέα vaporwave αισθητικής καμπάνια για τις δραστηριότητές του. Είναι ακόμη μία φοβερή ένδειξη των μεταμοντέρνων εποχών μας και του πώς ένα υπόγειο ρεύμα κατάφερε να βρει τον δρόμο του για τα «πάνω σαλόνια», μετατρεπόμενο όμως (μέχρι να φτάσει εκεί) σε παρωδία του ίδιου του εαυτού του, αφού ξαφνικά πρεσβεύει ό,τι υποτίθεται πολεμούσε. Ας γιορτάσουμε λοιπόν τον mainstream θάνατο του vaporwave και ας ελπίσουμε το χαμένο πνεύμα των πρώτων ημερών της σκηνής να μετενσαρκωθεί κάπου αλλού, μήπως και η γενιά της ψηφιακής απελευθέρωσης βρει έτσι επιτέλους το ολόδικό της μουσικό καταφύγιο.

Προτεινόμενη δισκογραφία:

Daniel Lopatin - Chuck Person’s Eccojams Vol. 1 (2010)
James Ferraro - Far Side Virtual (2011)
Macintosh Plus - Floral Shoppe (2011)
Nmesh - Dream Sequins® (2014)