Το πρόσωπό της, μαζί με αυτό της France Gal, συμβόλισε τη γαλλική pop του ‘60 στα εξώφυλλα του Paris Match και των Jours de France. Τα τραγούδια της σηματοδότησαν το πέρασμα από την εποχή του chanson σ’ αυτή του Yé-yé. Τηρουμένων των αναλογιών, η Françoise Hardy ήταν η παρισινή εκδοχή της Marianne Faithfull (χωρίς την πρέζα και το στενό αγκαζάρισμα από τους Stones) ή της Nico (χωρίς την πρέζα και το στενό αγκαζάρισμα από τους Reed και Cale).

H Françoise Madeleine Hardy γεννήθηκε το 1944. Υπέγραψε δισκογραφικό συμβόλαιο με την ετικέτα Vogue, τον Νοέμβριο του 1961. Τον Απρίλιο του 1962 κυκλοφόρησε το πρώτο της ΕΡ, με τέσσερα κομμάτια: στην πρώτη πλευρά τα "Oh oh chéri" και "Il est parti un jour", και στη δεύτερη τα “J’suis d’accord" και "Tous les garçons et les filles". Το τελευταίο, γραμμένο από την ίδια και τον Roger Samyn, έγινε μεγάλο σουξέ και ο δίσκος τελικά σημείωσε πάνω από 2 εκατομμύρια πωλήσεις στη Γαλλία. Το 45άρι αυτό αποτέλεσε για το Yé-yé ό,τι και το “Love Me Do” για την pop.

Σε τι συνίσταται λοιπόν ο ήχος του Yé-yé; Στην καλύτερη εκδοχή του (καθότι υπάρχει κι η πιο γλαφυρή), το Yé-yé αποτέλεσε μια μείξη chanson α λά Georges Brassens ή α λα Léo Ferré, 60’s pop, Σπεκτορ-ικής μεγαλοπρέπειας στις ενορχηστρώσεις, με jazzy στυλ Serge Gainsbourg. Pop και εστετισμός της Αριστερής Όχθης, ρομαντισμός και συγκαλυμμένος ερωτισμός, στοιχεία που τονίζονταν από την ερμηνεία της Françoise Hardy∙ συνήθως χαμηλόφωνη, ψίθυροι του Μπέκετ και ελεγχόμενες κραυγές του Ιονέσκο: απηχεί το spleen, τη μελαγχολία του Baudelaire, που στοιχειώνει μια παλιά παρισινή σοφίτα, και σε στιγμές αναδύεται μέσα από οπερατικά ανεβάσματα. Ήταν η μουσική που απηχούσε τη φαινομενική αθωότητα στο Παρίσι του ‘60, λίγο πριν από την Εξέγερση του Μάη.

Η Françoise Hardy ήταν στην πραγματικότητα πολύ πιο ατίθαση και rock ‘n’ roll από την λεπτεπίλεπτη εικόνα που έχουν πλάσει οι εραστές του lounge - ειδικά σε ό,τι αφορά την πρώτη περίοδο των ηχογραφήσεών της (που οι περισσότερες ήταν δικές της συνθέσεις), στο πρώτο μισό του ‘60. Η Françoise Hardy τραγουδούσε ζόρικα και αλήτικα ερωτοτράγουδα, παρόμοια με τα καλύτερα γυναικεία γκρουπ της εποχής εκείνης, από τις Ronettes έως τις Shangri-las∙ μια αστή, απελευθερωμένη Παριζιάνα που τραγουδούσε rock ‘n’ roll σαν να διαβάζει αποσπάσματα από την «Αισθηματική Αγωγή» του Φλωμπέρ.    

Κοσμοπολίτισσα, η Françoise Hardy τραγούδησε κατά καιρούς στα αγγλικά, στα ιταλικά, στα ισπανικά και στα γερμανικά. Δεν απέφυγε ούτε το «απαραίτητο» πέρασμα από τα salons της Eurovision, όπου εκπροσώπησε το Μονακό το 1963 με το "L'amour s'en va" και κατετάγη πέμπτη.

Αν και στη Γαλλία παραμένει εξαιρετικά δημοφιλής, η απόπειρά της να κατακτήσει το αγγλόφωνο κοινό είχε περιορισμένη επιτυχία –αν και το "All Over the World" έγινε Top-20 στο βρετανικό chart τον Μάρτη του 1965, ενώ και το "Et même" σκαρφάλωσε στο Top-30 την ίδια χρονιά. Δεν άφησε, ωστόσο, ασυγκίνητους τους σκοτεινούς αγγέλους του rock ‘n’ roll των 60’s. Φλέρταρε με τον Jagger – πήγαν σινεμά, η Françoise Hardy σε στυλ modette, στο παρισινό Olympia. Ο Dylan την αναζήτησε όταν βγήκε στο δρόμο στην  Ευρώπη, το 1965-66. Έναν χρόνο πριν, της είχε αφιερώσει, στο οπισθόφυλλο του album Another Side of Bob Dylan (1964), το ποίημα “Some other kinds of songs”:

«for Françoise Hardy
at the Seine's edge
a giant shadow
of Notre Dame
seeks t' grab my foot
sorbonne students
whirl by on thin bicycles
swirlin' lifelike colors of leather spin
the breeze yawns food
far from the bellies
of erhard meetin' johnson
piles of lovers
fishing
kissing
lay themselves on their books. boats.
old men
clothed in curly mustaches
float on the benches
blankets of tourists
in bright red nylon shirts
with straw hats of ambassadors».

Την Françoise Hardy αναζήτησε και ο Damon Albarn. Ντουέτο στο "To The End" (όχι αυτή του “Parklife”), στην “La Comedie” εκδοχή του, θεατρική απόδοση της «Ανθρώπινης Κωμωδίας» του Μπαλζάκ. Θαυμαστές της δηλώνουν η Kim Gordon και ο Lee Ranaldo και των Sonic Youth. Στις αρχές του 2000 το ενδιαφέρον για τα τραγούδια της αναθερμάνθηκε χάρη στο αξιοπρεπέστατο album Clair Obscur, στο οποίο συμμετέχουν ο Iggy Pop και ο Étienne Daho.

Από τις πιο πρόσφατες δουλειές της, αξίζει να αναφερθούν: το L’Amour fou (2012), όπου τραγουδά υπό τη συνοδεία πιάνου και εγχόρδων και μελοποιεί το ποίημα "Si vous n'avez rien à me dire” του Victor Hugo∙ και το Personne d'autre (Parlophone, 2018), όπου συνεργάστηκε με τον Μαρσεγιέζο συνθέτη Erick Benzi, album που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων το "Dors mon ange”, μια γαλλική προσαρμογή του “Sleep" των Φινλανδών post-rockers Poets of the Fall.

Εκτός από τη μουσική, η Françoise Hardy δοκιμάστηκε και στα κινηματογραφικά πλατό: Chateau en Suède του André Barsacq (1963), What's New Pussycat? του Clive Donner (1965, πλάι στον Peter Sellers, τον Peter O'Toole και τη Romy Schneider), Une balle au coeur του Jean-Daniel Pollet (1966), Masculin-Féminin του Jean-Luc Godard (1966), Grand Prix του John Frankenheimer (1967, πλάι στον Yves Montand).

Το 2007 η Françoise Hardy ενέδωσε στην πρόταση που της έγινε από τις εκδόσεις Robert Laffont να εκδώσει τα απομνημονεύματά της. Η βιογραφία της κυκλοφόρησε το 2009 με τον τίτλο “Le Désespoir des singes… et autres bagatelles”. Το βιβλίο είναι γραμμένο σε απλή γλώσσα, με διακριτικό ύφος και συγκρατημένη εξωστρέφεια. Όπως σημειώνει κι η ίδια, «Je me suis évertuée à restituer la vérité avec autant d'exactitude et de sensibilité que possible. J’espère seulement avoir été impudique… avec pudeur» («Έχω προσπαθήσει να αναπαράγω την αλήθεια με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ακρίβεια και ευαισθησία. Ελπίζω μόνο να ήμουν άσεμνη… με τη σεμνότητα»).

Cherchez la femme - επιλεγμένη δισκογραφία:

“Françoise Hardy” [1964, BMG]
“Françoise Hardy” [1965, BΜG]
“The Yeh-Yeh Girl from Paris!” ” [1965, BMG International]
“Ma Jeunesse Fout Le Camp” [1967, Virgin)
“Comment Te Dire Adieu” [1968, Virgin/Vogue]
“Soleil” [1970, Virgin/Vogue]
“La Question” [1971, Virgin/Sonopresse]
“Message Personnel” [1973, Warner]
“Clair Obscur” [2000, Virgin]

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured