Βλέπω με καχυποψία τη θέση ότι η παιδεία είναι ο κύριος μοχλός εξέλιξης προς μια καλύτερη κοινωνία –για τον Άνθρωπο συνολικά ή για τον Έλληνα ειδικά. Είναι βεβαίως συζητήσιμο, όμως θεωρώ ότι τίθεται δημοσίως ως «καραμέλα» με προοδευτικό πρόσημο, αφού ούτε το περιεχόμενο της βαριάς λέξης «παιδεία» αποσαφηνίζεται επαρκώς, ούτε και η ιστορία συνηγορεί υπέρ μιας τέτοιας θεώρησης των πραγμάτων, τουλάχιστον για ό,τι ονομάζουμε «επίσημη εκπαίδευση». Εκεί στον Μεσοπόλεμο, ας πούμε, το αντικειμενικά πιο μορφωμένο κομμάτι της Υφηλίου μια χαρά γλίστρησε προς μια διόλου καλύτερη κοινωνία, έχοντας ως πανεπιστημιακή ορθοδοξία διάφορες ρατσιστικές αντιλήψεις ή/και προσφέροντας μαζική υποστήριξη σε αυταρχικά καθεστώτα, που φλέρταραν ή αγκάλιαζαν ανοιχτά τις καινούριες (τότε) φασιστικές ιδέες. Ένα από αυτά εγκαθιδρύθηκε και στην Ελλάδα τον Αύγουστο του 1936, με πρωτεργάτη τον δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά.

Με αυτά τα εισαγωγικά, δεν επιθυμώ πάντως να αμφισβητήσω τα επί της ουσίας που γιορτάζουμε τέτοιες ημέρες ως «28η Οκτωβρίου». Η Ελλάδα δέχτηκε όντως απρόκλητη επίθεση από μια ισχυρότερη χώρα, σωστά αμύνθηκε, καταγράφηκε πράγματι ηρωισμός σε δύσκολες συνθήκες. Η όλη υπόθεση στάθηκε σπάνια στιγμή συλλογικής ομοψυχίας σε μια κατά τα λοιπά απίστευτη παράδοση διχόνοιας: στην Αλβανία θέλησαν να πολεμήσουν –και μάλιστα στην πρώτη γραμμή του πυρός– ακόμα και οι φυλακισμένοι από τον Μεταξά Κομμουνιστές, έμεινε δε περίφημο το γράμμα του Νίκου Ζαχαριάδη, με το οποίο κάλεσε τον λαό να αντισταθεί στην εισβολή.

Η επισήμως εκπορευόμενη παιδεία, ωστόσο, εκτοξεύει το τι συνέβη τότε σε μια μυθολογική διάσταση, που λαμβάνει τη μορφή «Έπος του '40». Και παραμένει έτσι για τους περισσότερους Έλληνες. Ως ένας μύθος, δηλαδή, που φοριέται στο πώς είχαν τα πράγματα το 1940 δίχως να μπορεί να εξηγήσει ούτε το τι γινόταν σε πανευρωπαϊκή κλίμακα (άρα και γιατί μας επιτέθηκε η Ιταλία), ούτε το πώς η ελληνική κοινωνία –η ίδια που έκανε εκείνα τα επικά– κύλησε σε εμφύλιο πόλεμο μέσα σε πολύ μικρό διάστημα, ούτε τι στρατηγική γκάφα ολκής διέπραξε ο υπερφίαλος επικεφαλής της ιταλικής επίθεσης Σεμπαστιάνο Πράσκα (κόντρα στη συμβουλή του έμπειρου στρατάρχη Πιέτρο Μπαντόλιο), ούτε βέβαια το ποιος ήταν ο Ιωάννης Μεταξάς. Ο τελευταίος ουδετεροποιείται, μάλιστα: γίνεται απλά εκείνος που είπε το «ΟΧΙ» στους Ιταλούς και χάνεται από την εικόνα το ότι υπήρξε λάτρης και ακόλουθος των φασιστικών ιδεών. Ίσως για να αποφευχθεί το εύλογο μα πιο περίπλοκο ερώτημα «πώς είπε ΟΧΙ, αφού φαίνεται να προτιμούσε ΝΑΙ»;

Απαντήσεις υπάρχουν, ωστόσο, για όποιον επιθυμεί να τις βρει: το παρόν άρθρο δεν αποτελεί μάθημα ιστορίας. Τονίζονται απλά τα παραπάνω, ως κάποιες (σκόρπιες) σκέψεις για το πώς μάθαμε να αποτιμούμε την επέτειο, γιατί μερίδιο στην παγίωση της μυθολογικής διάστασης για τα όσα συνέβησαν από την 28η Οκτωβρίου του 1940 ως τις 31 Μαΐου 1941 –όταν η ναζιστική Γερμανία έδωσε αποφασιστικό τέλος στην αποτυχημένη περιπέτεια του Μπενίτο Μουσολίνι ενάντια στη χώρα μας– είναι και τα τραγούδια που γράφτηκαν τότε. Τα οποία επανέρχονται στην επικαιρότητά μας τέτοιες ημέρες, ως απόηχοι εκείνης της μακρινής εποχής. Να λοιπόν η ευκαιρία να θυμηθούμε μια πεντάδα από αυτά...

Σοφία Βέμπο: Βάζει Ο Ντούτσε Τη Στολή Του

Κατ' εμέ, αυτό είναι το πιο ωραίο τραγούδι που φτιάχτηκε με αφορμή τα ελληνοϊταλικά. Λαμπροί οι σατιρικοί στίχοι από τον Γιώργο Θίσβιο, καθώς, με το καλημέρα, κάνεις εικόνα τον Μουσολίνι να φοράει αυτάρεσκα τη στρατιωτική του περιβολή και τη σκούφια με τα φτερά· αλλά και απίστευτο το ερμηνευτικό μπρίο της Σοφίας Βέμπο, στην οποία η τότε πολεμική αναμέτρηση έδωσε λαβή για χρυσές θεατρικές δουλειές, που θα την έχριζαν στις μεταπολεμικές αφηγήσεις ως την «τραγουδίστρια της Νίκης». Μια στάμπα που τη συνοδεύει δυστυχώς έκτοτε, καθώς μόνο έτσι την ξέρουν ή τη θυμούνται οι περισσότεροι –αντί να τη μνημονεύουν ως την κορυφαία γυναικεία φωνή του παλιού ελαφρού στυλ. Στη μουσική βρίσκουμε εντωμεταξύ το μεγάλο ατού της ελληνικής οπερέτας, τον Θεόφραστο Σακελλαρίδη, ο οποίος δεν το προσπάθησε πάντως πολύ: επί της ουσίας διασκεύασε εδώ τη μελωδία που είχε ήδη σκαρώσει για το "Πλέκει Η Βάσω Το Προικιό Της".

To "Βάζει Ο Ντούτσε Τη Στολή Του" γράφτηκε για τις ανάγκες της επιθεώρησης Bella Grecia, η οποία σύμφωνα με τα στοιχεία στην βινυλιακή κασετίνα της Βέμπο έκανε πρεμιέρα τον Νοέμβριο του 1940 στο θέατρο Μοντιάλ –και όχι τον Ιανουάριο του 1941, όπως λαθεμένα παπαγαλίζεται εδώ κι εκεί στο ίντερνετ.

{youtube}GXNLyBIr19E{/youtube}

Σοφία Βέμπο: Παιδιά Της Ελλάδος Παιδιά

Αυτό, πάλι, είναι το πιο διάσημο από τα τραγούδια του '40. Επίσης βασισμένο σε προϋπάρχον κομμάτι ("Ζεχρά"), φέρει τη μουσική υπογραφή του Μιχάλη Σουγιούλ και στίχους του Μίμη Τραϊφόρου –έδωσε μάλιστα το έναυσμα για τον έρωτά του με τη Βέμπο, που εξελίχθηκε σε σχέση ζωής. Κινείται δε σε εντελώς άλλο κλίμα από το "Βάζει Ο Ντούτσε Τη Στολή Του", με το εξευρωπαϊσμένο tango orientale στυλ να εκφράζει τη σκληρή πραγματικότητα του μετώπου στην Πίνδο, αλλά και την ανησυχία όσων έμειναν πίσω για τους δικούς τους ανθρώπους που είχαν φύγει για την Αλβανία. Ένας μάλιστα από αυτούς ήταν και ο παππούς μου, του οποίου φέρω το όνομα. Πρωτοτραγουδήθηκε στην επιθεώρηση Πολεμική Αθήνα (1940), προκαλώντας ξέφρενους αλαλαγμούς στο κοινό, τόσο χάρη στους στίχους, όσο και χάρη στην εμβληματική ερμηνεία της Βέμπο.

{youtube}l8JzuSXs0GU{/youtube}

Νίκος Γούναρης: Κορόιδο Μουσολίνι

Εδώ έχουμε το ...ανδρικό βαρύ πυροβολικό του παλιού ελαφρού τραγουδιού, τον σπουδαίο Νίκο Γούναρη, σε ένα στιγμιότυπο τόσο δημοφιλές, ώστε κατέληξε σύνθημα στο ελληνοϊταλικό μέτωπο. Ο ρυθμός είναι χαρωπό φοξ τροτ –το οποίο βοηθά στην επιδιωκόμενη παρωδία– με τη μελωδία να ξεσηκώνεται από την ιταλική επιτυχία του Eldo Di Lazzaro "Reginella Campagnola", την οποία είχε δισκογραφήσει το 1939 ο Carlo Bruti (ο τραγουδιστής δηλαδή που συνδέθηκε με τον ύμνο των Ιταλών φασιστών).

Από αυτήν την άποψη, πρόκειται για μια εξαιρετικά εύστοχη σάτιρα, με τα όπλα του εχθρού να στρέφονται κυριολεκτικά εναντίον του. Οι ελληνικοί στίχοι ανήκουν στον (μετέπειτα) γνωστό κονφερασιέ Γιώργο Οικονομίδη, τα δε χρώματα της φωνής του Γούναρη αποδεικνύονται ιδανικά για τον στόχο. Κυκλοφόρησε το 1940 σε πλάκα γραμμοφώνου 78 στροφών. Αξιοσημείωτο, εντωμεταξύ, ότι το "Reginella Campagnola" είχε ήδη ελληνοποιηθεί λίγους μήνες νωρίτερα –ως "Μικρή Χωριατοπούλα", με ερμηνευτή τον Φώτη Πολυμέρη.

{youtube}kBHBs4pXnXE{/youtube}

Μάρκος Βαμβακάρης & Απόστολος Χατζηχρήστος: Το Όνειρο Του Μπενίτο

Βαμβακάρης και Χατζηχρήστος γίνονται εδώ απολαυστικοί ...ονειροκρίτες για τον Μπενίτο Μουσολίνι, προσθέτοντας πρωτοκλασάτη ρεμπέτικη στόφα ενάντια στη φασιστική επεκτατικότητα και τις Mare Nostrum γελοιότητες των Ιταλών. Δίσκος 78 στροφών του 1940, με στίχους του Μίνωα Μάτσα και μουσική από τον Σπύρο Περιστέρη –είναι βασικά παραλλαγή αυτής που έγραψε για το περίφημο άσμα "Ο Αντώνης Ο Βαρκάρης".

{youtube}IniGMMSYaAU{/youtube}

Στελλάκης Περπινιάδης: Άκου Ντούτσε Μου Τα Νέα

«Ο Μπενίτο κάθε βράδυ στο Παλάτσο ξενυχτάει,
για να μάθ' έχει μανία, κάτι από την Αλβανία»

Έτσι ξεκινάει ένα ακόμα έξοχα σατιρικό άσμα για τον Μουσολίνι, επίσης προερχόμενο από τον ρεμπέτικο χώρο. Με την κήρυξη του πολέμου, ο Παναγιώτης Τούντας κάνει μια παραλλαγή στη μελωδία που είχε ήδη γράψει για το τραγούδι "Βαρβάρα" (για το οποίο μάλιστα είχε δικαστεί, κατηγορούμενος ότι κορόιδευε την κόρη του δικτάτορα Μεταξά), ο Χαράλαμπος Βασιλειάδης βάζει τους στίχους και ο Στελλάκης Περπινιάδης –ένας ογκόλιθος του προπολεμικού ρεπερτορίου– αναλαμβάνει να ...πάει τα νέα στον Ντούτσε.

{youtube}Td_VXut9Ij0{/youtube}

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured