Η ανάδυση των The Last Dinner Party, συνωμοτεί με μια δυσάρεστη παραδοχή που φαίνεται να ισχύει και στη μουσική βιομηχανία: οι θηλυκότητες πρέπει να υπερασπίζονται την καλλιτεχνική τους αυθεντικότητα τους πάντοτε λίγο παραπάνω, αφού αρκετοί έσπευσαν να τις χαρακτηρίσουν ως “industry plants”, ανταπαντώντας στο τόσο γρήγορα αναδυόμενο hype τους που διαμορφώθηκε σε λιγότερο από ένα χρόνο, με την κυκλοφορία ενός μόνο single το οποίο μόλις μέσα σε ένα μήνα ξεπέρασε τις 500.000 ακροάσεις κι απέσπασε κατά κόρον θετικές κριτικές.

Στην περίπτωση αυτής της πεντάδας, o πήχης τέθηκε αρκετά ψηλά από νωρίς, με την περσινή παρθενική τους εμφάνιση στο Glastonbury, ένα tour στη Βόρεια Αμερική και μια καίρια θέση στις μουσικές προτιμήσεις των παραγωγών του BBC Radio που μάλιστα τις τίμησε και με το 1’s Sound Of Award για το 2024, κατατάσσοντας τες ανάμεσα στις πιο ενδιαφέρουσες καλλιτεχνικές περιπτώσεις της χρονιάς κι αποδεικνύοντας πως το φρέσκο και δε γυναικείο αίμα έχει πολλά παραπάνω να προσφέρει καλλιτεχνικά από απλό εντυπωσιασμό και «βαφτισμένη» καινοτομία. Η επιβεβαίωση των παραπάνω ήρθε με το πολλά υποσχόμενο, ντεμπούτο τους Prelude To Ecstasy, το οποίο οι ίδιες έγραψαν αργά το βράδυ ισχυριζόμενες «ότι είναι βαμμένο με αίμα και κρασί για να ακούγεται ιδανικά σε ένα ηδονιστικό συμπόσιο». Από την πρώτη του κιόλας ακρόαση, εισπράττεις την αίσθηση πως είχαν ένα δικό τους όραμα – ονειρεύτηκαν έναν ήχο άλλης εποχής «ταλαιπωρημένο» και μελαγχολικό και τον διαπότισαν με ειδυλλιακά synths, κιθάρες, αισθαντικά φωνητικά και το πλούσιο μελόδραμα των βικτοριανών κοστουμιών τους. Οι The Last Dinner Party, θα μπορούσαν να είναι η ενωμένη φωνή όλων των απογοητευμένων και καταπιεσμένων καλλιτεχνών που ρήμαξε και απομόνωσε η πανδημία και που τώρα επιστρέφει με πυρετώδη αποφασιστικότητα και ακραία ετοιμότητα να βρεθεί στο επίκεντρο και να δημιουργήσει ένα πρελούδιο αφιερωμένο στην «επανάσταση» της μουσικής.

Κι αν τα κομμάτια ενός άλμπουμ δε μπορούν να ειδωθούν εύκολα έξω απ’ το σύνολό τους, μέσα σε αυτό το δίσκο κάθε κομμάτι έχει την ικανότητα να στέκεται επάξια ως αυτοδημιούργητο δείγμα της ανεξάρτητης indie. Η ομώνυμη ορχηστρική εισαγωγή θα μπορούσε κάλλιστα να συνοδεύει ως soundtrack κάποια ταινία φαντασίας  του Tim Burton, ενώ το “Burn Alive” με τα θυελλώδη φωνητικά της Abigail Morris και τα ογκώδη κρουστά βρυχώνται ακατέργαστο συναίσθημα και στιχουργικές παραδοχές για την απρόβλεπτη εξέλιξη της ανεξάρτητης γυναικείας φύσης, μέσα απ’ τον έρωτα (“I am not the girl I set out to be, let me make my grief a commodity / Do what I can to survive / There is candle wax melting in my veins, so I keep myself standing in your flames / Burn, burn me alive”). Ακούγοντας το “On Your Side” να ξετυλίγεται ως μια ερωτική μπαλάντα, με κρυστάλλινες φωνές και όμορφες συγχορδίες, στήνεται η φαντασίωση για μια παθιασμένη σχέση μεταξύ δύο εραστών που αν και ξέρουν πόσο κακό προξενούν ο ένας στον άλλον, παραμένουν attached εξαιτίας μιας ακατανίκητης χημείας, μέχρι ο δεσμός να σπάσει όταν ο ένας από τους δύο εξαφανίζεται, μην αντέχοντας άλλο να αυτοτραυματίζεται. Τετριμμένοι στίχοι, όλο νόημα ωστόσο. Ξεχωρίζει ακόμη, το “The Feminine Urge”, ένα ανθεμικό art-pop κομμάτι ντυμένο με φεμινιστικά θέματα και ηλεκτρισμένους στίχους γεμάτους ευφυείς αλληγορίες για τα όσα άσχημα και μαύρα οι γυναίκες έχουν «καταπιεί» ανά τα χρόνια «φτύνοντάς» τα πίσω σε μεγάλες δόσεις αγάπης κι αυτοφροντίδας (“I am a dark red liver stretched out on a rock, all the poison I convert it and I turn it to love / Here comes the feminine urge, I know it so well / To nurture the wounds my mother held”). To "Gjuha" με τη συμβολή του μαντολίνου, κερδίζει αμέσως τις εντυπώσεις, συγκροτώντας ένα ιδανικό διάλειμμα χορωδιακού χαρακτήρα με τελετουργική διάθεση, για να δέσει εν συνεχεία απόλυτα με την έναρξη του “Sinner” που αντιπροσωπεύει επίσης μια κορυφαία στιγμή του δίσκου, ένα μοντέρνο guitar-pop κομμάτι: δυνατές και ζωηρές ηχητικές νότες με back vocals, στακάτο πιάνο κι εντυπωσιακά, ασταμάτητα κιθαριστικά solo διά υπογραφής της Emily Roberts. Το ρεφραίν εντείνει τη φαντασίωση των ABBA κλεισμένων σε ένα μικρό δωμάτιο στουντίου να ηχογραφούν με τους Franz Ferdinand, δημιουργώντας μια τόσο αλλόκοτη ηχητική πανδαισία από διαφορετικές προεκτάσεις που συμπλέκονται τόσο αρμονικά μεταξύ τους και μετουσιώνονται σε κάτι που ακούγεται πιο κοντά στο σήμερα.

Το “Μy Lady Of Mercy” από την άλλη εξερευνά την sexy-ρομαντική πτυχή μιας άλλης Kate Bush, ενώ το “Portrait of A Dead Girl”, μια γλυκόπνοη, αργόσυρτη μπαλάντα βασισμένη στο πιάνο και στην αριστοκρατική, αψεγάδιαστη βρετανική προφορά της Morris καταλήγει σε ένα τονωτικό κρεσέντο εναλλαγών φωνής-κιθάρας. Προχωρώντας στην ακρόαση, προβάλλεται το συναισθηματικό “Nothing Matters”, περιστοιχισμένο επίσης από τα φλογερά solos της Roberts και το “Mirror” που αντιπροσωπεύει ίσως την πιο “flat” επιλογή του άλμπουμ, με τα percussions να το «παρακάνουν» λιγάκι σε αυτό το σημείο, τα οποία εξισορροπεί για μία ακόμη φορά η ωμή γοητεία της κιθάρας.

Οι Τhe Last Dinner Party, μέσα από την πρώτη τους αυτή ολοκληρωμένη δισκογραφική δημιουργία, άρπαξαν την ευκαιρία να φανούν πραγματικά πολύ ανώτερες των προσδοκιών και των περιστάσεων, κερδίζοντας πολύ μεγάλο έδαφος για να προσμετρηθούν ανάμεσα στις πιο αξιόλογες καλλιτεχνικές ανακαλύψεις της χρονιάς.

Το ντεμπούτο τους καταφθάνει με μια γυαλισμένη παραγωγή διά χειρός James Ford και αποστάγματα ανατρεπτικών ιδεών που διαφαίνεται ότι δουλεύτηκαν ενεργά και διεξοδικά, για να λάβουν την τελική τους μορφή. Το ταλέντο που υπάρχει εδώ είναι πηγαίο και φανερό και η πεντάδα έχει το γνώθι σαυτόν για να στρέψει την προσοχή όλο και περισσότερων ακροατών αλλά και συνεργατών προς το μέρος της.

Το ερώτημα που εγείρεται εδώ είναι, πόσες ακόμα ιδιόμορφες και πλήρως διαμορφωμένες συλλήψεις μπορούν να παράξουν και να ενσωματώσουν στον ήχο τους; Αν κρίνουμε απ’ το ντεμπούτο τους που κατέφθασε λουσμένο με τόσο απολαυστικές ιδέες, η ποιότητα και το περιεχόμενο αυτών είναι τέτοια που υποδηλώνουν ότι θα βρουν ακόμα περισσότερες την επόμενη φορά.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured