search

ΔΙΕΘΝΗ

Από τα καλύτερα νεκρομεταλλικά πράγματα που έχουν κυκλοφορήσει τελευταία: ένα άλμπουμ σκοτεινού και αεικίνητου death metal, ρωμαλέο, τρανταχτό και γεμάτο με thrash παραφυάδες...

Label | Indie Recordings
Κυκλοφορία | 11/2018
Βαθμολογία | 8

Κάτι που νιώθω πως λείπει σήμερα από το μεγαλύτερο τμήμα του death metal, είναι μια κατεύθυνση στη δυναμικότητα του, μια προσπάθεια τιθάσευσης της κοχλάζουσας φύσης του. Υπάρχει άπειρο υλικό το οποίο παλινδρομεί χαοτικά, βαυκαλιζόμενο μέσα στην τεχνικότητα και στην αφιονισμένη κρούστα του, θυμίζοντας (ειρωνικά) τις διεργασίες αποσύνθεσης ενός πτώματος. Μεγάλη εξαίρεση σε αυτό υπήρξε στην τρέχουσα δεκαετία το Aura των Bölzer (2013): άλμπουμ που έστησε μια ρωμαλέα θεώρηση πάνω στον όγκο του death metal, χλευάζοντας την ίδια τη θνητότητά του, πριν τη μετουσιώσει σε μια εκκωφαντικά ανοδική ροή ενέργειας.

Ένα τέτοιο λαμπερό, προμηθεϊκό καθρέφτισμα της λύσσας του είδους υιοθετούν κατά κύριο λόγο και οι Νορβηγοί Obliteration, οι οποίοι επίσης είχαν τραντάξει τη σκηνή το 2013, με το Black Death Horizon. Πέντε λοιπόν χρόνια αργότερα, επανήλθαν με τον 4ο κατά σειρά δίσκο τους Cenotaph Obscure, στον οποίον χώνονται ακόμη περισσότερο στην αείκαυστη πυρά των Bölzer, τραβώντας παράλληλα για την πεμπτουσιακή πηγή του ακραίου metal –το αποπνικτικό thrash των ύστερων 1980s. Από αυτήν την άποψη, σαφώς και κατατάσσονται στο old school death metal, αντικατοπτρίζοντας τους Autopsy και τους Asphyx, τους Celtic Frost και τους Obituary, καθώς και τους Morbid Angel των μεσαίων ταχυτήτων.


Σκοτεινό death metal, λοιπόν. Αεικίνητο, γεμάτο με thrash παραφυάδες, ρωμαλέο και τρανταχτό, που δεν βαλτώνει σε επιδείξεις τεχνικής. Η μια αιχμή εδώ είναι οι κιθάρες και ο σωληνωτός φαινότυπός τους· είναι λες και διανοίγουν υπόγειες σήραγγες με κάθε riff. Από την άλλη υψώνονται τα βροντερά φωνητικά του Sindre Solem, τα οποία απλώνονται σε μεγάλο φάσμα της ακραίας χροιάς –με κορυφή τις καθαρές και στεντόρειες ιαχές, που είναι λες και χρησιμοποιούν σπηλιές για εμπέδωση της ισχύος τους. Κάπου στη μέση, τα υπόλοιπα όργανα πλέκονται αρμονικά με τη βοήθεια της εξαιρετικής παραγωγής (απόλυτα σύγχρονη, μα όχι γυαλιστερή), για να χτίσουν ένα πηχτό βέλος υψωμένο προς τα ουράνια. Υπάρχουν επίσης ίχνη black metal εδώ μέσα, κυρίως δανεισμένα από τους Darkthrone του A Blaze In The Northern Sky (τότε δηλαδή που ο Fenriz και η παρέα του μεταστοιχείωναν τους Celtic Frost σε σιδηρόδρομους). Τέλος, εντοπίζεται και μια ιδέα από heavy ευελιξία, όπως τη συναντήσαμε και στους μεγάλους Negative Plane.

Ο δίσκος παίρνει επιπλέον πόντους για τη θεματολογία pulp αποκρυφισμού, η οποία ανθίζει σε τίτλους όπως “Tumulus Οf Ancient Bones” και “Eldritch Summoning”. Και δένει άψογα με ορισμένες μικροψυχεδέλειες που κεντιούνται στην αύρα κάποιων θεμάτων, σχηματίζοντας εν τέλει ένα ντουμανιασμένο, υπνωτικό κενοτάφιο.

Το Cenotaph Obscure πάει λοιπόν μπροστά το death metal κραυγάζοντας με σχέδιο, παραδίδοντας μαθήματα ήχου και σύνθεσης, με μπροστάρη έναν τρομακτικά αεράτο frontman. Με βαθιά γνώση και αγάπη του παρελθόντος, και έχοντας μια προσήλωση που σπανίζει στο είδος, οι Νορβηγοί στήνουν εδώ ένα φλεγόμενο 40άλεπτο. Από τα καλύτερα νεκρομεταλλικά πράγματα που έχουν κυκλοφορήσει τα τελευταία χρόνια.