search

ΔΙΕΘΝΗ

Παρέδωσε ένα soundtack αντάξιο της ιδιοφυΐας του, ισορροπώντας ανάμεσα στις ιδιαίτερες συνθετικές απαιτήσεις μίας καλλιτεχνικής ταινίας τρόμου και στις προσδοκίες για έναν αυτόνομο κορμό τραγουδιών...

Label | XL Recordings
Κυκλοφορία | 10/2018
Βαθμολογία | 7,5

Δεν είναι εύκολη υπόθεση τα soundtracks. Ρωτήστε τον Jonny Greenwood, που έχει μοιράσει ευλαβικά την επαγγελματική του ζωή ανάμεσα στους Radiohead και στις ταινίες του Paul Thomas Anderson. Απαιτούν συγκέντρωση σε έναν συγκεκριμένο στόχο, υπηρέτηση ενός συνολικότερου καλλιτεχνικού οράματος, προσαρμογή σε πιθανώς περιοριστικές συνθετικές γραμμές. Πόσο μάλλον όταν είναι η πρώτη σου απόπειρα, πόσο μάλλον όταν αυτή θα συγκριθεί αναπόφευκτα με το εκπληκτικό soundtrack της πρωτότυπης ταινίας (αυτό των Ιταλών prog rokers Goblin), πόσο μάλλον όταν είσαι μία από τις πιο εμβληματικές φιγούρες των τελευταίων 25 χρόνων. Πόσο μάλλον όταν είσαι ο Thom Yorke.

Ωστόσο, δεδομένων των ειδικών συνθηκών, ο Βρετανός συνθέτης ανταποκρίθηκε περίφημα και παρέδωσε ένα soundtack αντάξιο της ιδιοφυΐας του. Το πέτυχε, νομίζω, γιατί προσπάθησε να μην αφήσει κανέναν παραπονεμένο: ούτε τον Luca Guadagnino, σκηνοθέτη του remake της πρωτότυπης, cult ταινίας Suspiria του Dario Argento (1977), ούτε όλους όσους περίμεναν με ανυπομονησία μία νέα σόλο δουλειά του –δηλαδή σχεδόν όλους. Κατάφερε να ισορροπήσει ανάμεσα στις ιδιαίτερες συνθετικές απαιτήσεις μίας καλλιτεχνικής ταινίας τρόμου και στις προσδοκίες για έναν αυτόνομο κορμό τραγουδιών, με την προσωπική του σφραγίδα.


Τα τραγούδια αυτά υπάρχουν, μερικά ξεχωρίζουν και ακόμη λιγότερα λάμπουν και στέκονται ως αδάμαστα θηρία, έτοιμα να σπάσουν τα δεσμά της ταινίας και να διεκδικήσουν θέση ανάμεσα στις πιο ξεχωριστές στιγμές της σόλο καριέρας του Yorke. Σε αυτά συγκαταλέγεται το κεντρικής σημασίας “Suspirium” (μαζί του και το καθηλωτικό “Suspirium Finale Pt2”), το οποίο στα χέρια οποιουδήποτε άλλου θα καταγραφόταν ως μία μπανάλ, γραφική πιανοβαρεμάρα. Αυτά όμως τα φαλτσέτο φωνητικά που έχουν σημαδέψει παραπάνω από μία γενιά χτυπούν για ακόμη μία φορά εκεί όπου πονάει, απογειώνοντας τις λέξεις «All is well/ As long as we keep spinning».

Το “Unmade”, επίσης, αποδεικνύεται μία ανεπιτήδευτη, διάφανη συναισθηματικά πιανιστική μπαλάντα, στην οποία τσαλακώνεται πρόθυμα ενώπιόν μας ένας από τους πιο μοναχικούς και τρυφερούς Yorke που έχουμε απολαύσει ποτέ. Το “Open Again” φέρνει κάτι από τη ναυτική μελαγχολία του Matt Elliott ή κάτι από την κοινωνικοπολιτική αγωνία του Hail To The Thief (άνετα θα χώραγε στην tracklist του), ενώ το “The Balance Of Things” μοιάζει με folk-trance αποπαίδι των sessions του A Moon Shaped Pool (2016). Το ανήσυχο, ηλεκτρονικό πνεύμα που κατοικεί στην ψυχή του Yorke εκτονώνεται μέσα από το ψυχεδελο-funk τριπάρισμα του “Has Ended” και το εξωγήινο μα κάπως άτολμο “Volk”. Πάντως, κανένα από τα δύο αυτά κομμάτια δεν μπορεί να λογιστεί στις πιο δυνατές στιγμές του soundtrack, παρά τις προθέσεις.

Όσον αφορά τον πιο αυστηρά θεματικό κορμό τραγουδιών, φαίνεται πως ο Yorke πήρε πολύ σοβαρά τις ανάγκες της ταινίας και έριξε αρκετή μελέτη ώστε να φέρει εις πέρας αυτή την πρωτόγνωρη για τον ίδιο αποστολή. Μου έρχονται πρόχειρα στo μυαλό οι προφανείς αναφορές στις δουλειές του Ιάννη Ξενάκη και του Βαγγέλη Παπαθανασίου, όπως επίσης και soundtracks από βρετανικές ταινίες τρόμου β’ διαλογής.

Ως κοντινότερος πνευματικός συγγενής, πάντως, φαντάζει τελικά η μουσική των Broadcast για την ταινία Berberian Sound Studio (2012), καθώς μοιράζεται παρόμοια μεθοδολογία και αισθητική με ό,τι οραματίστηκε ο Yorke για τη δικιά του κατάθεση. Το κεντρικό πιανιστικό μοτίβο διατηρεί τη συνοχή, τα επιτηδευμένα κακοηχογραφημένα εφέ δημιουργούν νοσταλγικές γέφυρες με το είδος και οι γυναικείες χορωδίες χαρίζουν κάτι το αναγκαία υπερφυσικό στο συνολικό ηχητικό αποτύπωμα. Εύκολα ξεχωρίζει για τις συνθετικές του απαιτήσεις και τις εξερευνητικές του διαθέσεις το ασπόνδυλο, απόκοσμο 14λεπτο μοιρολόι του "A Choir Of One Pt.1", κάτι που μπορεί να έγραφαν και οι Swans αν συνεργάζονταν με τον Brian Eno στα 1980s.

Αν αναλογιστεί κανείς τα 80 λεπτά διάρκειας του Suspiria, το άλμπουμ δεν κολλάει πουθενά και κυλάει αβίαστα, ενώ διασκελίζει από το ένα ύφος στο άλλο. Ο Yorke διαχειρίστηκε εξαιρετικά τις λεπτές ισορροπίες για να δημιουργήσει κάτι τόσο ανεξάρτητο από την ταινία, όσο και βαθιά συνδεδεμένο με αυτήν. Δεν προτάσσει το μουσικό του ανάστημα για να επισκιάσει το κινηματογραφικό έργο, αλλά ούτε επιτρέπει στις συνθήκες να καταπιούν τις λατρεμένες, δημιουργικές του εμμονές. Άλλωστε, αλήθεια τώρα, ποιος περίμενε ότι στην ταινία για τη Μητέρα των Στεναγμών (Suspiria είναι ο αναστεναγμός στα Λατινικά), ο μουσικός τους Πατέρας θα αποτύχαινε; Είναι ο Thom Yorke, ο άνθρωπος που με το συνθετικό του ταλέντο μας έχει κάνει να αναστενάξουμε ουκ ολίγες φορές. Σιγά μην κόλλαγε εδώ.