search

ΔΙΕΘΝΗ

To επικό, λυρικό hard rock των 1970s και ο κουρνιαχτός του NWOBHM καλπασμού συνδυάζονται με θερμές χριστιανικές(!) ανησυχίες, σε έναν δίσκο που προσκυνά το εργόχειρο των Wishbone Ash του αγέρωχου Argus...

Label | Bad Omen
Κυκλοφορία | 7/2018
Βαθμολογία | 7

Ο έφιππος ιππότης στο εξώφυλλο του δεύτερου δίσκου των Wytch Hazel (η αρχαϊκή γραφή του ονόματος είναι ενδεικτική της ατμόσφαιρας στην οποία πλέει το συγκρότημα) δείχνει με τον πλέον κραυγαλέο τρόπο τη μία από τις μεγάλες αγάπες του βρετανικού συγκροτήματος: αμέσως έρχεται δηλαδή στον νου ο αγέρωχος ιππότης του Argus των μεγάλων Wishbone Ash –ακόμη και ο μανδύας παραμένει κόκκινος, 46 χρόνια μετά. Οι Wytch Hazel, αρκετά αναμενόμενα, λατρεύουν το επικό, λυρικό hard rock των 1970s, όπως και τον κουρνιαχτό του NWOBHM καλπασμού, προσκυνώντας το εργόχειρο των πρώιμων Iron Maiden και των Thin Lizzy.

Μια προειδοποίηση: αν δεν έχετε ιδιαίτερα θερμές χριστιανικές ανησυχίες αγνοήστε τους στίχους, οι περισσότεροι εκ των οποίων είναι θεματολογικά εφάμιλλοι με ύμνους κατασκήνωσης για θρησκευόμενους νεολαίους. Οι Wytch Hazel είναι βλέπετε Χριστιανοί και το διατυμπανίζουν όσο πιο ευθέως γίνεται, με φαινότυπο εφηβικής λίμπιντο. Τις πρώτες φορές που άκουσα τον δίσκο δεν είχα τον νου μου στα λόγια, και θεώρησα πως κάποιες σκόρπιες αναφορές σε αγγέλους, δαίμονες και θυσίες ήταν ενταγμένες στα πλαίσια ενός γενικότερου ιπποτικού παραμυθένιου αφηγήματος. Αλίμονο, όμως, εν τέλει οι στίχοι αποδείχτηκαν αρκετά πιο προσωπικοί και διδακτικοί, κατάλληλοι για πολεμιστές του Χριστού.


Ευτυχώς στο μουσικό τμήμα τα πράγματα είναι πολύ πιο ενδιαφέροντα και απολαυστικώς γραφικά. Το επικό hard rock είναι πανταχού παρόν, διαποτισμένο με αρκετά εύπεπτα ραδιοφωνικά θέματα και μια ζεστή, vintage παραγωγή. Εδώ εντοπίζονται τόσο οι πνευματικοί πατέρες Wishbone Ash, όσο και οι Jethro Tull με τις folk ανάσες τους (ιδίως στα φωνητικά), να μας θυμίζουν ότι η αγγλική ύπαιθρος είναι χαραγμένη στην ψυχή του δίσκου. Υπάρχουν κιθαριστικές μπαλάντες με αίγλη ξεκούρασης μετά τη μάχη, υπάρχουν όμως και πολεμικά ξεσπάσματα με μεταλλικές (στη δομή τους) δισολίες· το ότι αυτά δεν υποστηρίζονται από μια ατσάλινη, στιβαρή παραγωγή οδηγεί σε μια θολή, ζωηρά θλιμμένη ατμόσφαιρα, στην ομίχλη των 1970s, αντί για τη λάμψη των 1980s.

Συνθετικά οι Wytch Hazel είναι λυρικοί και συνάμα ραδιοφωνικοί. Το αναπάντεχα θετικό είναι πως, παρά την παρουσία ραδιοφωνικού χαρακτήρα, δεν λείπει η επιβλητικότητα –το εκκλησιαστικό όργανο στην αρχή του “Choral” είναι μία από τις αποδείξεις. Τα θέματα στις κιθάρες παραμένουν στην ουσία τους μεσαιωνικοφανή, με ενδιαφέρουσα, πολύπλοκη ανάπτυξη, αλλά και άκρως πιασάρικο χαρακτήρα· εκεί είναι μάλιστα όπου φαίνεται η επιρροή των Thin Lizzy και των πρώιμων Judas Priest. Εν συγκρίσει με το Argus, βέβαια, οι βαθιά επικές αναπτύξεις δεν υπάρχουν σε τόση αφθονία. Οι Wytch Hazel πατάνε πιο στέρεα στη γη, μην τολμώντας (σαν καλοί Χριστιανοί) να βγουν από το μονοπάτι και να ξανοιχτούν στον ξωτικό αλλόκοσμο. Ρίχνουν όμως μερικές ματιές πέρα από αυτό, οι οποίες αποδεικνύονται πανέμορφες, όπως το εναρκτήριο θέμα του “See My Demon” και κάποια περάσματα στο “Victory”.

To Sojourn είναι ένας καλός δίσκος με αέρα μιας άλλης εποχής, την οποία οι Wytch Hazel αποδίδουν περίφημα. Αγνοείστε λοιπόν τους στίχους και επικεντρωθείτε στις κιθάρες, που μερακλώνουν σαν μοναχικοί καβαλάρηδες στον δρόμο για το Κάμελοτ.