search

ΔΙΕΘΝΗ

39 χρόνια μετά το ξεκίνημά τους, μας θυμίζουν ότι η κιθαριστική μουσική μπορεί ακόμα να έχει φαντασία, παλμό και περιπετειώδη σκέψη...

Label | The Ex Records
Κυκλοφορία | 3/2018
Βαθμολογία | 8

Δεν έχω πρόβλημα να ομολογήσω ότι οι Ex είναι μία από τις μεγαλύτερες μουσικές μου συμπάθειες· άρα και να παραδεχτώ εκ των προτέρων πως τα παρακάτω δεν μπορούν να είναι οτιδήποτε άλλο από υποκειμενικές κρίσεις ενός πιστού ακροατή. Θα προσπαθήσω ωστόσο να ιστορικοποιήσω κάπως αυτή μου την ευαρέσκεια, μάλλον γιατί οι ίδιοι οι Ex προσφέρονται για κάτι τέτοιο κι όχι για να ικανοποιήσω τις όποιες φιλοδοξίες ενός κειμένου «κριτικής».

Σ' ένα πρώτο επίπεδο, είναι καλό να έχουμε κατά νου τις χρονολογίες: 2018 μείον 1979 μας κάνει 39. Νούμερο που μάλλον καθιστά τους Ex μία από τις μακροβιότερες ομάδες μουσικών που βγήκαν μέσα από το κίνημα των καταλήψεων και του DIY (Do It Yourself), ακμαίο ακόμα στην Ευρώπη των δεκαετιών του 1970 και 1980. Με βάση τους το Άμστερνταμ και συνεχή δράση όλα αυτά τα χρόνια, έχουν βγάλει πάνω από 25 δίσκους, έχουν κάνει αναρίθμητες περιοδείες και έχουν συνεργαστεί με πάρα πολλούς μουσικούς, οικείους προς τη δική τους αφετηρία ή και όχι.


Οι Ex είναι, λοιπόν, τέκνα εκείνου του αυτοοργανωμένου δικτύου καλλιτεχνικής και πολιτικής δραστηριότητας· από εκεί απέκτησαν την ανοιχτότητά τους απέναντι σε ό,τι και όποιον μπορεί να συναντηθεί μαζί τους χωρίς να προβάλει κυριαρχικές επιδιώξεις. Και είναι σχεδόν συγκινητικό το γεγονός ότι, παρότι στην πορεία άλλαξαν πολύ, τραγουδούν ακόμα –39 χρόνια μετά– τις ίδιες αλήθειες που τους διαμόρφωσαν μουσικά, πολιτικά και, εντέλει, πολιτισμικά. Διότι το DIY δεν αφορούσε μόνο την παραγωγή και διακίνηση της μουσικής και των ιδεών εκτός των κυρίαρχων διαύλων πληροφόρησης· για τους Ex ιδίως (και σίγουρα όχι μόνο για αυτούς) σήμαινε και σημαίνει μία επί της ουσίας αυτονομία, δηλαδή τη διεκδίκηση της δυνατότητας να ορίσουν μόνοι τους τα πράγματα και να τα κάνουν να συμβαίνουν με τον δικό τους ιδιαίτερο τρόπο.

Η περίπτωση του κιθαρίστα Terrie Hessels (του μόνου από το σημερινό κουαρτέτο που βρίσκεται στο γκρουπ από την πρώτη του μέρα) είναι ενδεικτική. Το καλλιτεχνικό ποιόν του συνοψίζεται ωραία σε μια περιγραφή που δίνει ο ίδιος για την προϊστορία των Ex στο ντοκιμαντέρ Beautiful Frenzy (2004 / διαθέσιμο εδώ). Ο έφηβος τότε Hessels είχε παραγγείλει μια κιθάρα από το κατάστημα μουσικών οργάνων της γειτονιάς του, αφού οι κιθάρες για αριστερόχειρες δεν ήταν ακριβώς σε αφθονία. Στο ντοκιμαντέρ περιγράφει τη λαχτάρα με την οποία πήγαινε κάθε πρωί να ρωτήσει αν η κιθάρα είχε φτάσει στον προορισμό της. Κι όταν τελικά την παρέλαβε, συνειδητοποίησε με κάποια έκπληξη ότι δεν είχε ιδέα τι να κάνει με δαύτη. Σκαρφίστηκε γρήγορα μια δική του απάντηση, ένα άτεχνο «γκρου-γκρου», τα πρώτα λάιβ ήρθαν μέσα σε λίγες εβδομάδες και όπως ο ίδιος καταλήγει: «από τότε δεν έχω σταματήσει».

Μια τέτοια ιστορία δεν είναι βέβαια και τόσο παράξενη για κάποιον που μπήκε στη μουσική μέσω του πανκ. Όμως οι Ex γρήγορα ανέπτυξαν τις ιδιαίτερες τροπικότητές τους, βάζοντας π.χ. ένα σαξόφωνο να αυτοσχεδιάζει μαζί τους ήδη από το 1984, στο 8λεπτο “Scrub That Scum”, το εκπληκτικό τελείωμα του δίσκου Blueprints For A Blackout. Κι αν ανατρέξετε λιγάκι παραπάνω στην ιστορία τους, μπορείτε να ακούσετε εκείνο το ίδιο «γκρου-γκρου» σε άπειρες εκδοχές: από το ταραγμένο anarcho-punk της δεκαετίας του 1980 στην πιο «ώριμη» τωρινή φάση, πλάι στον «γίγαντα του αιθιοπικού σαξοφώνου» Getatchew Mekuria ή σε έναν από τους πολύ ιδιαίτερους μουσικούς του νεοϋορκέζικου underground, τον προώρως χαμένο τσελίστα Tom Cora, πλάι σε ριζοσπάστες της τζαζ όπως ο Mats Gustafsson, ο Han Bennink, ο Paal Nilssen-Love ή ο Ken Vandermark, ακόμα και σε σόλο εμφανίσεις ενός απολύτως άναρχου αυτοσχεδιασμού. Το ίδιο «γκρου-γκρου», το ίδιο άτεχνο, το ίδιο κωλοδάχτυλο δηλαδή απέναντι στην καθωσπρέπει τέχνη που πάντοτε ψάχνει τρόπο να σου επιβάλει τα πώς και τα διότι της μουσικής πράξης.

Η διαφορά είναι ότι πλέον οι Ex δεν χρειάζονται το κωλοδάχτυλο. Ο άλλος τρόπος που βρήκε ο Hessels μαζί με τους συντρόφους του, έχει σκάψει εδώ και πολλά χρόνια τη δική του κοίτη κι έχει εξελιχθεί εκεί μέσα τόσο, ώστε δεν χρειάζεται να ορίζεται αντιθετικά. Ένα κρίσιμο σημείο (από τα πολλά) ήταν μια αλλαγή η οποία την ώρα που συνέβη φάνηκε σε πολλούς (εμού συμπεριλαμβανομένου) ότι ήταν μάλλον επί τα χείρω: η δήλωση, το 2009, ότι ο αρχικός τραγουδιστής G.W. Sok αποχωρεί για να ακολουθήσει τις δικές του μουσικές επιδιώξεις και αντικαθίσταται από τον τραγουδιστή/κιθαρίστα Arnold de Boer.

Η αλήθεια είναι ότι με την αποχώρηση του Sok οι Ex έχασαν το ποιητικό βάθος των στίχων του και κάτι από την πολιτική τους οξύτητα. Όμως ο de Boer έφερε στο γκρουπ μια διαφορετική αύρα: μια εξωστρέφεια, η οποία αφενός επιβεβαίωσε ότι οι Ex έχουν κερδίσει το δικαίωμα να ορίζουν το παιχνίδι με τους δικούς τους όρους (παραγωγικά δηλαδή και όχι αντιθετικά) και αφετέρου απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί αφελής. Το 27 Passports, φερ’ ειπείν, ανοίγει με το “Soon All Cities”, το οποίο εντοπίζει αυτήν την επιθετική ομοιογένεια που προωθείται στην εποχή μας των άπειρων, δήθεν, επιλογών, περιλαμβάνοντας τους στίχους: «soon all cities will have the same roundabouts / soon all cities will have the same restaurants / soon all cities will have the same governments / soon all cities will have the same accidents».

Επιπλέον, σε αντίθεση με τον Sok, ο de Boer παίζει και κιθάρα (καμιά φορά και τρομπέτα), συμβάλλοντας καθοριστικά στην εσωτερική λειτουργία ενός κουαρτέτου που επιμένει να στηρίζεται στον αυτοσχεδιασμό και στη συλλογική δημιουργία. Οι Ex της τελευταίας δεκαετίας έχουν μια χαρακτηριστική ζωτικότητα η οποία πηγάζει από την υποδειγματική συναρμογή των τριών κιθάρων, της μελωδικής του de Boer, της βαρύτονης του Andy Moor (ο οποίος βρίσκεται στο γκρουπ από το 1990) και του «γκρου-γκρου» του Hessels· και φυσικά από την αεικίνητη ρυθμολογία της Katherina Bornefeld, η οποία, όπως ο Hessels, έχει καταφέρει με τα χρόνια να αναγάγει σε λεπτή τέχνη μία εντελώς δική της τεχνοτροπία (η Bornefeld είναι στο γκρουπ από το 1984). Μια ζωτικότητα η οποία γίνεται εμφανής στα χαμόγελα μουσικών και ακροατηρίου σε μια συναυλία των Ex, αλλά μοιάζει εμπεδωμένη στην ίδια τη μουσική, στους μετεωρισμούς με τους οποίους εξελίσσονται οι κύκλοι των συνθέσεων, άρα είναι σαφής και στη στούντιο εκδοχή τους. 

Το 27 Passports, λοιπόν, δεν δικαιώνει απλώς την ιστορία των Ex, αλλά δείχνει ότι έχουν ακόμα πολλά να πουν προτού καταχωρηθούν στους βετεράνους. Φυσικά, τίποτα δεν μπορεί να κατανοηθεί χωρίς ή έξω από την ιστορία του, νομίζω όμως ότι κομμάτια σαν τα “Soon All Cities”, “Four Million Tulip Bulbs”, “Footfall”, “The Heart Conductor” ή “This Car Is My Guest” μπορούν να σταθούν θαυμάσια, όποιο κι αν είναι το μέτρο της σύγκρισης. Οι Ex του παρόντος είναι, μεταξύ άλλων, ένα σχήμα που μας θυμίζει ότι η κιθαριστική μουσική μπορεί ακόμα να έχει φαντασία, παλμό και περιπετειώδη σκέψη. Ίσως είναι ιδέα μου, αλλά νομίζω ότι δεν έχουν μείνει και πολλά τέτοια.