search

ΔΙΕΘΝΗ

Οι Αμερικανοί βάζουν κάτω δεκάδες «φρέσκα» συγκροτήματα, προσφέροντας έναν indie δίσκο της προκοπής γεμάτο φρενήρη hooks, στριφογυριστές κιθάρες και εύφορες μελωδίες...

Label | Merge/Dead Oceans
Κυκλοφορία | 2/2018
Βαθμολογία | 7

Indie rock βετεράνοι οι Superchunk, είπατε; Εδώ γελάμε. Στο 11o συνολικά άλμπουμ τους (και 3ο από την επιστροφή τους στη δισκογραφία) οι Αμερικανοί βάζουν κάτω δεκάδες «φρέσκα» συγκροτήματα, που, στην προσπάθειά τους να παίξουν 1990s power pop, χωλαίνουν, κουράζουν και δεν έχουν καμία αληθινή οργή μέσα τους. Σε σύγκριση με τους περισσότερους εκπρόσωπους της νέας γενιάς, είναι οι Superchunk του 2018 που ακούγονται στην πραγματικότητα με 20άρηδες γεμάτοι άπειρο θυμό, ανεξέλεγκτη ορμητικότητα και μεγατόνους ενέργειας να εκπέμψουν.

Ο ειρωνικός τίτλος What A Time To Be Alive μετουσιώνεται σε ένα απολαυστικό, εναρκτήριο κομμάτι, στο οποίο ο Mac McCaughan τραγουδάει «The scum, the shame, the fucking lies/Oh what a time to be alive», δίνοντας από την αρχή το στίγμα γι' αυτό που θα ακολουθήσει. Έχουμε εδώ ένα σαφέστατα κοινωνικοπολιτικά φορτισμένο άλμπουμ, που όμως ποτέ δεν πέφτει στην παγίδα του προφανούς, ονομαστικού σχολιασμού, καταφέρνοντας τελικά να αναδειχθεί σε μία διαχρονική, όσο και ανησυχητικά επίκαιρη δήλωση διαμαρτυρίας. Τα φρενήρη hooks, οι εύφορες μελωδίες, η ακατάπαυστη ροή και η μεταδοτική ευδιαθεσία, είναι απλώς τα χειροποίητα υλικά που διαθέτουν οι Superchunk για να εκφράσουν την αγανάκτησή τους με τον πλέον διασκεδαστικό τρόπο.


Οι πιο χαρακτηριστικές στιγμές που συμβάλλουν σε αυτό το κλίμα και μένουν μετά το τέλος κάθε ακρόασης είναι οι φλογισμένοι στίχοι του “Lost My Brain”, το νοσταλγικό, indie ξεσάλωμα του “Bad Choises”, οι στριφογυριστές κιθάρες του “Break The Glass”, το εθιστικό ρεφρέν του ανθεμικού “Erasure”, η punk υστερία του “Cloud Of Hate” και η εξιλεωτική τρυφερότητα του “Black Thread”. Όλες μαζί επικαιροποιούν τη θέση και τη σημαντικότητα των Superchunk στο σύγχρονο εναλλακτικό παζλ, ενώ παράλληλα αποτελούν και μερικές από τις πιο αξιομνημόνευτες ολόκληρης της καριέρας τους.

Είναι αλήθεια πως η απουσία σκληρού ανταγωνισμού και η φανερή απουσία ισάξιων συγκροτημάτων –τόσο της δικιάς τους γενιάς, όσο και της νεότερης– μεγενθύνει την αξία του δίσκου, που, υπό άλλες συνθήκες, ίσως να μην ξεχώριζε τόσο για την επιδημική, κιθαριστική του παράνοια. Στο τέλος της ημέρας, όμως, δεν σε κάνει τόσο να απορείς πώς γίνεται αυτοί οι 50άρηδες να έχουν περισσότερη ενέργεια και οργή απ' ότι οι σημερινοί 20άρηδες· περισσότερο νιώθεις ευγνώμων που, έστω, υπάρχουν και εκείνοι, ώστε να χτυπηθούμε και να νιώσουμε με κανάν indie δίσκο της προκοπής.