search

ΔΙΕΘΝΗ

Αλαφροΐσκιωτες δοξασίες της Σλοβακίας με σκοτεινή, παραμυθένια χροιά συναντούν τους μεταλλικούς προπάτορες, σε ένα άκρως επιτυχημένο κοντράστ μεταξύ βουκολικού χαρακτήρα και speed metal αλητείας...

Label | Invictus Productions
Κυκλοφορία | 10/2017
Βαθμολογία | 7

Ένα σκουριασμένο τσαπί είναι συνήθως πιο πειστικός φορέας παράδοσης από κάποιο καλογυαλισμένο εργοστασιακό σπαθί. Δεν είναι δύσκολο να αναλογιστεί κανείς το γιατί. Τα σημάδια της χρήσης, καθώς και η απευθείας παραπομπή σε σκηνές βουκολικού περιβάλλοντος, μετατρέπουν το ταπεινό εργαλείο σε καταλύτη αυθεντικότητας, σε έναν διαμεσολαβητή μιας φαντασιακής, αυθεντικής εμπειρίας του μη αστικού τρόπου ζωής. Η αντιπαραβολή λειτουργεί και στην αντιπαράθεση του άξεστου παραδοσιακού 1980s heavy με το βαρυφορτωμένο folk metal: εκεί που το τελευταίο συνήθως φαντάζει επιτηδευμένο, το τραχύ heavy metal αναβλύζει μια (πιθανώς φανταστική) αθωότητα, λόγω της παραπομπής σε μια εποχή (τα 1980s) που έχει θρονιαστεί ως πιο απλοϊκή στη συλλογική συνείδηση, όσον αφορά τη μουσική αυτή. Και ποιος αρνείται πως το λαϊκό φολκλόρ έχει μια παρόμοια αύρα ανεμελιάς στη συνείδησή μας;

Η μεταλλική σκηνή του πρώην Ανατολικού Μπλοκ έχει μια πηγαία ικανότητα στην επιτυχημένη δημιουργία εικόνας χωριάτικης λαϊκούρας –ας θυμηθεί κανείς τις φωτογραφίες των Master’s Hammer με τις γκλίτσες και τα μουστάκια τσέλιγκα. Οι Σλοβάκοι Malokarpatan αντλούν από αυτό το πηγάδι στην έως τώρα βραχεία δισκογραφική καριέρα τους, συνδυάζοντας μια θεματολογία που βουτάει στην υπερφυσική παράδοση της χώρας τους, με μουσική και εικόνα η οποία παραπέμπει στα ένδοξα μεταλλικά 1980s. Συγκεκριμένα, καταπιάνονται στιχουργικά με αλαφροΐσκιωτες δοξασίες της Σλοβακίας, οι οποίες έχουν μια σκοτεινά παραμυθένια χροιά. Οι δε τίτλοι, υπέρ το δέον μακροσκελείς (γι' αυτό και εξαιρετικά άβολοι για παράθεση στο κείμενο), διαβάζονται σαν περιεχόμενα λαογραφικής μελέτης. Όσο για τη μουσική, είναι ριζωμένη στους προπάτορες του ακραίου metal, όντας ένα κράμα Venom, Bathory, Satan, Master’s Hammer, Mortuary Drape και proto-thrash. Ένα άκρως επιτυχημένο κοντράστ μεταξύ βουκολικού χαρακτήρα και speed metal αλητείας.


Αυτή τη συνταγή οι Malokarpatan την είχαν εγκαινιάσει στο αναπάντεχο προ διετίας ντεμπούτο τους, το οποίο χώλαινε όμως στον συνθετικό τομέα, με αποτέλεσμα να ξεθωριάζει στη μνήμη με την πάροδο του χρόνου. Αλλά στο φετινό Nordkarpatenland οι Σλοβάκοι αναπτύσσουν τον ήχο τους κάνοντας συνθετικά άλματα. Εδώ έχουμε επιτέλους ατόφιο ατσάλι, με κομμάτια στρωτά, οικονομημένα, τραγούδια γεμάτα ιδέες από ένα λαμπρό μεταλλικό παρελθόν. Ιδιαίτερα στα σημεία όπου η lead κιθάρα αφήνεται να καλπάσει, ξεδιπλώνονται riffs που, αν είχαν παρουσιαστεί πριν τρεις δεκαετίες, θα οδηγούσαν σε θρίαμβο δημοτικότητας.

Μια περιγραφή της μουσικής του άλμπουμ οφείλει να περιλαμβάνει και τα τραχιά, ψιθυριστά φωνητικά του Temnohor, τα οποία είναι και το πιο ακραίο συστατικό εδώ μέσα· τις κοφτές μα στροβιλιστές ρυθμικές συνοδείες των κυρίως θεμάτων και τις προαναφερθείσες lead κιθάρες, που φαντάζουν βγαλμένες από προβάδικο της Γηραιάς Αλβιόνας (σκέτη απόλαυση οι Iron Maiden καλπασμοί στο 7ο κομμάτι)· τα εμβόλιμα φαντασμαγορικώς ψιλά synths που θυμίζουν King Diamond και Death SS, καθώς και τα θεατρικά intros με τις παραμυθένιες μελωδίες (ιδίως στο 6ο κομμάτι). Ελλοχεύουν επίσης ατμοσφαιρικά mid-tempo doom σημεία βγαλμένα από κλίβανο (όπως στο 4ο κομμάτι), τα οποία χρωστάνε αρκετά στους Pagan Altar. Όπως και νανουριστικές folk μελωδίες με διακριτική συνοδεία μπάσου, και ομοβροντίες κατά τα πρότυπα των Bathory των δύο πρώτων δίσκων.

Το Nordkarpatenland εντάσσεται σε ένα διαφαινόμενο κύμα ενασχόλησης με την παράδοση, όπως και το περσινό Coven των Cultes Des Ghoules, με το οποίο άλλωστε μοιράζεται τη θεατρικότητα. Το ζήτημα είναι πως σε αυτές τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες η τριβή με την παράδοση θέλει μεγάλη προσοχή και κοσκίνισμα, μιας και υπάρχει μια ροπή προς τον αντικομμουνιστικό πατριωτισμό και τον φασισμό. Οι Malokarpatan μέχρι στιγμής δεν έχουν δώσει κάποιο ανησυχητικό δείγμα, οπότε μπορεί κανείς να απολαύσει ένα εμπνευσμένο ταξίδι σε μια εποχή όπου τα όρια μεταξύ των ενδομεταλλικών ειδών ήταν δυσδιάκριτα και ο κοινός παρονομαστής όσον αφορά την ακρότητα, ήταν το σκοτάδι. Παράλληλα ο ακροατής θα βουτήξει μέσα στον κόσμο της σλοβάκικης παράδοσης (μιας και υπάρχουν πλέον και οι αγγλικές μεταφράσεις τίτλων και στίχων), εκεί όπου μαύρες κότες και καλύβες με πόδια καρακάξας αλωνίζουν την εξοχή.