search

ΔΙΕΘΝΗ

Αναζητούν νέες διόδους επικοινωνίας με το κοινό, αλλά, όσο αφήνονται στην κατανυκτική τους ενδοσκόπηση, τόσο δυσκολότερο γίνεται να κουβαλήσεις μαζί σου τα καινούρια τους τραγούδια...

Label | 4AD
Κυκλοφορία | 9/2017
Βαθμολογία | 7

Είναι απολύτως σάρκινοι οι χαρακτήρες τους οποίους ενσαρκώνει ο Matt Berninger σε κάθε δίσκο των National. Είναι άνθρωποι σε εφησυχασμό με τους «δαίμονές» τους, ρημάδια που τους κατατρώνε οι ενοχές. Ως επί το πλείστον, πρόκειται για άνδρες που έχουν φτάσει στα όριά τους, πνίγονται στη στασιμότητα και βλέπουν όλους όσους τους αγαπούν, να απομακρύνονται από κοντά τους. Το συγκρότημα, βέβαια, δεν κάνει τα λάθη των καταραμένων ηρώων που ζουν στους μεθυσμένους στίχους του: οι National δεν θα επιτρέψουν σε κανένα «κτήνος» να τους κρατήσει στάσιμους. Σε πείσμα του, μάλιστα, αποφασίζουν να χτίσουν νέες διόδους επικοινωνίας με τους ακροατές, δίχως όμως να χάσουν τις σταθερές της ταυτότητάς τους.

Τέσσερα χρόνια μετά το σχεδόν αριστουργηματικό Trouble Will Find Me (2013), έχουμε λοιπόν ένα νέο μπουκέτο τραγουδιών, κατευθείαν από το καθαρτήριο των τσακισμένων ηρώων· και μαζί ένα σύνολο ποιημάτων που αντηχούν σε κάθε φθόγγο τους τη μεσόκοπη απελπισία των απανταχού αυτοκαταστοφικών. Το Sleep Well Beast είναι το πιο πειραματικό απ’ τα τελευταία άλμπουμ που έχουν κυκλοφορήσει οι National. Πραγματικά, τα drum machines χαράζουν τολμηρές πλεύσεις (“Empire Line”), ενώ τα synths φτιάχνουν έναν ηχητικό διάκοσμο (“I'll Still Destroy You”) ικανό να χωρέσει το υπαρξιακό άγχος του Berninger, ο οποίος αποδεικνύεται ακόμα ικανός για συγκλονιστικά μονόστιχα σαν το «The day I die, the day I die, where will we be?». Μέσα σε ντουμανιασμένο λίβινγκ ρουμ με χοντρές κουρτίνες, οι National έχουν στήσει καπνισμένο διάλογο με τα φαντάσματα του Lou Reed και του Leonard Cohen, ενώ σε κομμάτια όπως το “Turtleneck” μπαίνουν περήφανα και στα χωράφια των Bad Seeds.


Ο δίσκος περιέχει στιγμές εσωστρεφείς όπως το “Nobody Else Will Be There” και το “Walk It Back” και γι' αυτό ακριβώς η παραγωγή τις κρατάει ημιφωτισμένες. Πρόκειται για τραγούδια που συνομιλούν ψιθυριστά με τον ακροατή, με στίχους οι οποίοι τιμούν τη μελαγχολία και ενίοτε αγκαλιάζονται με την πιανιστική αύρα που κυριαρχεί στα “Born To Beg” και “Carin Αt Τhe Liquor Store”. Το μόνο απογοητευτικό είναι, ότι αυτή τη φορά, όσο οι National μαλακώνουν και όσο αφήνονται στην κατανυκτική τους ενδοσκόπηση, τόσο σκληραίνει η επιφάνεια του νέου τους δίσκου, αποκτώντας κάτι σαν άγρια κρούστα. Τα τραγούδια είναι δηλαδή δυσκολότερο να τα κουβαλήσεις μαζί σου και ο βυθός τους φαίνεται όλο και πιο θολός. Πουθενά δεν υπάρχει το θάμβος του Boxer (2007) ή έστω η ρομαντική μέθεξη του Trouble Will Find Me.

Το σίγουρο είναι πως μόνο τα λυσσασμένα ντραμς του ιδιοφυή  Bryan Devendorf στο “The Day I Die” και το υπέροχο “The System Only Dreams In Total Darkness” –στο οποίο οι Αμερικανοί βγάζουν ξανά τους U2 από μέσα τους– αρκούν για να μας θυμήσουν το ζητούμενο: ότι το πιο επικίνδυνο κτήνος για τα πετυχημένα συγκροτήματα, είναι ο «εφησυχασμός». Όσο λοιπόν οι National βγάζουν δίσκους σαν αυτόν, το κτήνος μπορεί να κοιμάται ακίνδυνο.