search

ΔΙΕΘΝΗ

Αποχαιρέτησε τα εγκόσμια με έναν δίσκο-χρονοκάψουλα, όχημα μεταφοράς πίσω στη δική του νιότη, αλλά και στα πρώτα χρόνια ζωής του rock 'n' roll...

Label | Dualtone
Κυκλοφορία | 6/2017
Βαθμολογία | 5

Ο νεκρός δεδικαίωται –κάπως έτσι δεν το λένε;

Ο Chuck Berry, βέβαια, δεν χρειαζόταν να πεθάνει για να αναγνωριστεί ως ένας από τους σημαντικότερους σκαπανείς του rock ‘n’ roll. Η σημασία των κιθαριστικών του riff και της τολμηρής όσο και ποιητικής στιχουργικής του αναγνωρίστηκε από νωρίς, από μουσικούς της αμέσως επόμενης από εκείνον γενιάς κιόλας.

Πριν εγκαταλείψει, πλήρης ημερών, τα εγκόσμια (τον περασμένο Μάρτη), ο Berry πρόλαβε να εκπληρώσει την τελευταία καλλιτεχνική του επιθυμία: να ολοκληρώσει την ηχογράφηση ενός ακόμα άλμπουμ, το οποίο θα έσπαγε τη μακρά απουσία του από τη δισκογραφία, η οποία κρατούσε από το Rock It του 1979.

Το Chuck είναι από όλες τις απόψεις όπως ακριβώς θα το περίμενε κανείς. Ένας 90χρονος, άλλωστε, είναι απολύτως λογικό να κοιτάει πίσω, αφού εκεί υπάρχουν σχεδόν τα πάντα για εκείνον. Έτσι και ο Berry, είτε διασκευάζει παλιά στάνταρ (με το “3/4 Time (Enchiladas)” του Tony Joe White να αποτελεί μια καλή στιγμή), είτε σκαρώνει νέα τραγούδια, στα νιάτα του ουσιαστικά ανατρέχει –και παραπέμπει. Δεν χρειάζεται να σας πω, για παράδειγμα, ότι για το “Lady B. Goode” αντλεί έμπνευση από το γνωστότερο χιτ του (“Johnny B. Goode”, για τους νεότερους) ή ότι με το “Jamaica Moon” επιχειρεί ένα remake του “Havana Moon”... Πάντως και ο υπόλοιπος δίσκος ως μια ανακύκλωση ακούγεται, αλλά και ως πρόχειρο κολλάζ, έτσι όπως βάζει δίπλα-δίπλα ηχογραφήσεις στουντιακές και live που πραγματοποιήθηκαν μέσα σε μια εικοσαετία.

Αν δεν διαβάσει κανείς τα credits του άλμπουμ, δύσκολα θα μαντέψει ότι τον Chuck Berry συνοδεύουν εδώ μουσικοί πολύ νεότεροί του. Ο Tom Morello, o Guy Clark Jr., και τα διάφορα μέλη της οικογένειάς του (παιδιά και εγγόνια), δεν καταφέρνουν –μάλλον δεν ενδιαφέρονται κιόλας– να προσθέσουν οποιαδήποτε υποψία «μοντερνίλας», παρά υποτάσσονται πλήρως στην ...τσακμπερική κουλτούρα. Κι έτσι το Chuck μοιάζει τελικά με χρονοκάψουλα, έτσι όπως σε μεταφέρει στα πρώτα εκείνα χρόνια ζωής του rock ‘n’ roll. Υφολογικά μόνο, βέβαια, καθότι πλέον απουσιάζει από τη ματιά του Berry εκείνη η σπίθα και η ικανότητα «ακτινογράφησης» και σχολιασμού του γίγνεσθαι.

Δεν είναι κακό άλμπουμ το Chuck. Αλλά ακόμα κι αν ήταν, θα ήταν αδύνατο να αφαιρέσει κάτι από την κληρονομιά και τον θρύλο του δημιουργού του. Θα μπορούσε φυσικά να είναι καλύτερο, αν διέθετε περισσότερες αξιομνημόνευτες συνθέσεις ή αν είχε επιτραπεί στους νεότερους να κάνουν περισσότερο «παιχνίδι». Ως έχει, αποτελεί, στην καλύτερη περίπτωση, την τελευταία αποτύπωση του πνεύματος ενός δημιουργού που αρνήθηκε σταθερά να συμβαδίσει με την ηλικία του.