search

ΔΙΕΘΝΗ

Πολυμήχανες διπλές κιθάρες με Wishbone Ash αφετηρίες πρωταγωνιστούν σε αυτό το ντεμπούτο, που θυμίζει 1990s εποχές κορυφαίου γερμανικού power metal...

Label | Cruz Del Sur
Κυκλοφορία | 3/2017
Βαθμολογία | 7

Σε κάθε μουσικό παρακλάδι, υπάρχουν ορισμένες νόρμες που εκπέμπουν λακωνικά το απόσταγμα της πλατωνικής ιδέας του συγκεκριμένου είδους. Στο επικό metal (και όχι μόνο) μία από αυτές έχει να κάνει με την τιτλοφορία κάποιων κομματιών.

Υπόδειγμα αυτής, είναι η ονομασία του πρώτου τραγουδιού του δισκογραφικού ντεμπούτο των Γερμανών Lunar Shadow: “Hadrian Carrying Stones”. Με 3 λέξεις στήνεται ένα κράμα μυθολογίας και ιστορίας, μια αειθαλής, άχρονη, και ποικιλοτρόπως ερμηνευόμενη πρόταση (το κουβάλημα πετρών μπορεί να εκληφθεί ως διαδικασία εκπολιτιστική, τιμωρητική, πολεμική, εκπαιδευτική), η οποία –ακριβώς λόγω της μυθιστορικής της υπόστασης– φέρει πάνω της το επικό συναίσθημα.


Οι νεαροί Lunar Shadow είχαν δώσει ένα πρώτο δείγμα γραφής με το Triumphator EP του 2015, ακολουθώντας κατά πόδας τις πνευματικές διδαχές των συμπατριωτών τους Atlantean Kodex, αλλά με μια πιο ανάλαφρη διάθεση. Το δεύτερο και πιο επίσημο χτύπημά τους έρχεται 2 χρόνια μετά, στολισμένο με ένα εξαιρετικά μεγαλειώδες εξώφυλλο· και τους ανυψώνει σε άλλη κατηγορία με το καλημέρα, όσο κι αν υπάρχουν κάποια στοιχεία που προδίδουν την απειρία τους.

Οι πολυμήχανες διπλές κιθάρες είναι το στοιχείο που πάνω από όλα λάμπει εντός του δίσκου. Με Thin Lizzy και Wishbone Ash αφετηρίες, με τέχνη και μεράκι αντλημένη από το κλασικό επικό heavy όσον αφορά την κατασκευή lead μελωδιών (Warlord, Manowar, αλλά και πιο ευρωπαϊκό power), και μια λατρεία στους βαρβαρικούς ρυθμικούς καλπασμούς, το δίδυμο των Max Birbaum & K. Hamacher σηκώνει ολόκληρο το υλικό στα χέρια του. Ειδικά η lead κιθάρα αποδεικνύεται αεικίνητη, ξεπετώντας συνεχώς λυρικές παραφυάδες είτε ως riffs, είτε ως μεστά σόλο –και το υπέροχο είναι πως όλα αυτά κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον και δεν ακούγονται ως εφηβικές επιδείξεις τεχνικής. Όσο για τα φωνητικά του Alex Vornam, ξεχειλίζουν με νεανική, ακατέργαστη διάθεση: κινούνται κυρίως στο δραματικό και μελωδικό άκρο του φάσματος, με πολύ λειτουργικά αποτελέσματα όταν οι συλλαβές τραβιούνται λίγο παραπάνω σε διάρκεια. Η απόδοσή του στο έπος “Cimmeria” είναι αρκούντως μαγική για να θυμίσει εποχές κορυφαίου γερμανικού power metal των 1990s.

Το ένα βασικό μειονέκτημα του Far From Light είναι η λεπτή κι αδύναμη (για αυτό το είδος) παραγωγή, η οποία μπορεί μεν να είναι πεντακάθαρη, αλλά κόβει σε μεγάλο βαθμό τη δυναμική του υλικού –σε σημείο που να ακούγεται ρηχό και δίχως όγκο σε κάποιες περιστάσεις. Η δεύτερη ένσταση έγκειται στις τραβηγμένες διάρκειες μερικών κομματιών. Με τόσο δυνατό και ευμετάβλητο υλικό, το να γεμίσεις 8 ή 9 λεπτά με κιθαριστικές ακροβασίες οδηγεί αναπόφευκτα σε πλαδαρά σημεία. Εδώ θα άρμοζε λοιπόν ένας παραγωγός, ο οποίος θα κράταγε τα χαλινάρια της μπάντας σφιχτά, κάτι που φαντάζομαι θα κάνει και το ίδιο το συγκρότημα στα επόμενα βήματά του.

Αυτά τα δύο αγκάθια δεν είναι πάντως αρκετά για να αμαυρώσουν την αναντίρρητη έμπνευση και ζωντάνια που συσσωρεύεται εντός του Far From Light. Με την τυπικά heavy metal δομή του (υπάρχει η απαραίτητη μπαλάντα, “Gone Astray”, που μάλιστα θα θυμίσει σε κάποιους το “Ballad Of Mary” των Grave Digger, και το υπέροχα μελωδικό outro “Earendil”) και τη μυθολογική/φαντασιακή θεματολογία των στίχων του, το ντεμπούτο των Γερμανών φαντάζει σαν ένα άλμπουμ βγαλμένο από άχρονο καλούπι. Ξεχειλίζει από (επικά και ρομαντικά) συναισθήματα, και προσωπικά μου φέρνει μνήμες από τα 1990s όταν πρωτανακάλυπτα τους Blind Guardian, τον Tolkien και τα παιχνίδια ρόλων. Η νέα μεγάλη γερμανική ελπίδα του επικού ήχου, μετά τους Atlantean Kodex.