search

ΔΙΕΘΝΗ

Label | Roadrunner
Κυκλοφορία | 2/2016
Βαθμολογία | 7

Είναι μάλλον κοινοτοπία να ξεκινήσεις λέγοντας ότι οι Dream Theater είναι θρύλοι του ήχου τους, μία από τις μεγαλύτερες και επιδραστικότερες μπάντες στο progressive metal. Τα 30 χρόνια (συνεχούς) δισκογραφικής παρουσίας, τα 13 άλμπουμ, το χρυσό/πλατινένιο στάτους των δύο κατά κοινή ομολογία καλύτερων κυκλοφοριών τους στις Η.Π.Α. και τα αναρίθμητα συγκροτήματα που προσπαθούν να τους κοπιάρουν, μιλάνε από μόνα τους.


Αλλά η αποχώρηση του Mike Portnoy πριν από περίπου 6 χρόνια φάνηκε να τους επηρεάζει, παρότι στο A Dramatic Turn Of Events (2011) έδειξαν να ξαναβρίσκουν την έμπνευση και τη φόρμα τους. Σε κάθε περίπτωση, ο Mike Mangini φόρεσε τα παπούτσια του προκατόχου του και κατάφερε όχι μόνο να περπατήσει, αλλά και να τρέξει –τουλάχιστον από εκτελεστικής άποψης. Όμως η δραστηριότητα του Portnoy δεν περιοριζόταν μόνο στο να παίζει ντραμς: απλωνόταν και στο συνθετικό σκέλος, το οποίο επωμίστηκαν πλέον οι John Petrucci & Jordan Rudess. Τόσο λοιπόν στο A Dramatic Turn Of Events, μα ακόμα περισσότερο στο Dream Theater (2013), φάνηκε ότι το γκρουπ είχε εγκλωβιστεί σε μια συγκεκριμένη μανιέρα. Οι δίσκοι μπορεί να μην ήταν κακοί και μπορεί να συνέχισαν ν' απολαμβάνουν εμπορικής επιτυχίας, μα, διάολε, μιλάμε για τους Dream Theater.

Εν έτει 2016, μια μεγάλη μπάντα, η οποία είδε τις 3 τελευταίες της δουλειές να μπαίνουν στο αμερικάνικο top-10, αποφασίζει πως ο επόμενος δίσκος θα είναι concept, διπλός και θα τον εκτελέσει live στην ολότητά του, στην περιοδεία που θα ακολουθήσει για την προώθησή του. Κάποιοι έκαναν λόγο για αυτοκτονία, άλλοι (μεταξύ τους κι εγώ) περιορίστηκαν να χαρακτηρίσουν το εγχείρημα ως «φιλόδοξο», μιας και, αν μη τι άλλο, ο πειραματισμός αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της «προοδευτικής» μουσικής και το στοιχείο εκείνο που διεύρυνε και στο παρελθόν τα όρια του progressive ήχου.

Το The Astonishing μετράει λοιπόν 129 λεπτά και σχεδόν 30 κομμάτια (δεν υπολογίζω intros και ιντερλούδια) με «καθαρή» μουσική και με ελάχιστες επαναλήψεις θεμάτων: όπου υπάρχουν, απλά εξυπηρετούν τις ανάγκες του concept. Προφανώς, αν κάνετε τις μαθηματικές πράξεις, θα δείτε πως τα κομμάτια θα πρέπει να μετρούν κατά μέσο όρο περί τα 4,5 λεπτά, γεγονός που δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα, μιας και το μεγαλύτερο διαρκεί κάτι λιγότερο από 8 λεπτά. Ξεχνάμε επομένως τα δαιδαλώδη 20λεπτα έπη, όπως και τα εκτεταμένα instrumental μέρη. Το εκπληκτικό της υπόθεσης είναι πως το άλμπουμ είναι εν τέλει αρκετά συνεκτικό, παρά τον μεγάλο αριθμό συνθέσεων και την ανορθόδοξη πολλές φορές δομή τους. Η οποία τους δίνει καθαρά «σαουντρακικό» χαρακτήρα, με το τρίπτυχο κουπλέ/ρεφραίν/σόλο να αποτελεί είδος προς εξαφάνιση.

Οι Petrucci & Rudess είναι υπεύθυνοι για το μουσικό σκέλος του The Astonishing, με τον δεύτερο να έχει αυξημένες αρμοδιότητες αυτή τη φορά. Ο λυρισμός και το επικό/πομπώδες συναίσθημα ξεχειλίζουν στην πλειονότητα των κομματιών, φέρνοντας συχνά στο μυαλό το Metropolis Pt. 2: Scenes From A Memory (1999) και το 2ο μέρος του Six Degrees Of Inner Turbulence (2002). Η Συμφωνική Ορχήστρα της Πράγας και οι 3 χορωδίες που συμπράττουν εδώ με τους Dream Theater προσθέτουν ατμόσφαιρα και βάθος, δίνοντας στο υλικό μια πιο όμορφη υφή, καθώς η πολυπλοκότητα θυσιάζεται προς όφελος της γενικότερης εξυπηρέτησης του concept, χωρίς πάντως να λείπουν και οι progressive στιγμές ή οι πειραματισμοί που βρωμάνε Theater από χιλιόμετρα μακριά. Για του λόγου το αληθές, αναφέρω ενδεικτικά το "Lord Nafaryus" και τη μίξη metal με tango...

Εκτελεστικά, θα μπορούσε να είναι περιττή η οποιαδήποτε αναφορά στην απόδοση της μπάντας, αλλά δεν μπορώ να μην εξάρω τη φοβερή δουλειά του Mangini, ακόμα δε περισσότερο την ερμηνεία του James LaBrie. Ο πρώτος κύριος έχει αφομοιωθεί πλήρως στο σχήμα, παίζει τις κάλτσες του και, αν εστιάσεις στα μέρη του, σε κάνει να μη σου λείπει ούτε μισό λεπτό ο Portnoy. Ο LaBrie, πάλι, αναλαμβάνει να φέρει σε πέρας τη δυσκολότερη αποστολή, αφού έχει να ερμηνεύσει τους 8 διαφορετικούς χαρακτήρες του concept· και τα καταφέρνει περίφημα, εκπλήσσοντας με την ποικιλία των ερμηνειών του.

Το concept, τώρα, δημιουργήθηκε από τον Petrucci και πήρε σχεδόν 2 χρόνια μέχρι να ολοκληρωθεί. Για να μην τη σπάσω σε όσους θα ήθελαν να ασχοληθούν και να διαβάσουν την ιστορία ακούγοντας το The Astonishing, αλλά για να μην αφήσω σε μαύρα σκοτάδια τους λίγο πιο τεμπέληδες, θα αναφέρω πολύ συνοπτικά ότι πραγματεύεται ένα δυστοπικό, φουτουριστικό περιβάλλον στις Η.Π.Α., στο οποίο ο έλεγχος της μουσικής σύνθεσης είναι αποκλειστικό προνόμιο των μηχανών Nomacs και όχι των ανθρώπων.

Παρόλα αυτά, σε ένα απομακρυσμένο χωριό της Μεγάλης Βόρειας Αυτοκρατορίας της Αμερικής, υπάρχει ένας άντρας (Gabriel) ο οποίος έχει το χάρισμα να τραγουδά και να συνθέτει, όπως και μια ομάδα επαναστατών με ηγέτη τον αδερφό του Arhys. Ο αυτοκράτορας Nafaryus το μαθαίνει, αποφασίζει να τον ακούσει από κοντά και πηγαίνει στο χωριό. Η κόρη του Faythe ερωτεύεται τον Gabriel, αλλά ο αυτοκράτορας αποφασίζει ότι συνιστά απειλή. Δίνει λοιπόν διορία στους κατοίκους του χωριού για να παραδοθούν. Από εκείνο το σημείο ξεκινά μια σειρά τραγικών γεγονότων, που οδηγούν σε ένα τέλος το οποίο μας αφήνει «έκπληκτους» (εξ ου και το astonishing...).

Δεν πρόκειται για κάτι ιδιαίτερα δυνατό ή πρωτότυπο από άποψης σεναρίου, είναι όμως μια ενδιαφέρουσα ιστορία, που δίνει έμφαση στους χαρακτήρες και στις μεταξύ τους σχέσεις. Γίνεται επίσης ξεκάθαρο πως έχουμε να κάνουμε με ένα αντιεμπορικό εγχείρημα, κάτι που σημαίνει ότι οι Dream Theater εκμεταλλεύονται την επιτυχία των τελευταίων χρόνων ώστε να παρεκκλίνουν από τον εύκολο δρόμο, αρνούμενοι να κυκλοφορήσουν έναν ακόμα δίσκο στα γνωστά μοτίβα, με πορεία εξασφαλισμένη. Τους βγάζω λοιπόν το καπέλο, γιατί λειτούργησαν με καλλιτεχνικό ένστικτο. Η μόνη ίσως (μεγάλη) ένσταση που έχω, είναι πως τα δύο μέρη τα νιώθω άνισα· το Act I, δηλαδή, φαντάζει στα αυτιά μου αρκετά πιο ενδιαφέρον από το Act II.

Το Τhe Astonishing μπορεί τελικά να μην ηχεί «progressive» με τους όρους που μας είχαν συνηθίσει στο παρελθόν οι Dream Theater, είναι όμως ένα άλμπουμ δύσκολο και καθόλου εύπεπτο, το οποίο θα αποκαλύψει την ομορφιά του σε όσους επενδύσουν πολλές ακροάσεις, αφήνοντάς το να ωριμάσει μέσα τους. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει πως δεν υπάρχουν ορισμένα καταπληκτικά κομμάτια, που στέκονται και μόνα τους, έξω από τη συνολική δομή του δίσκου: τα "The Gift Of Music", "A Better Life", "A Savior In The Square", "When Your Time Has Come", "A Life Left Behind", "A Tempting Offer", "A New Beginning", αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα.