search

ΔΙΕΘΝΗ

Label | Thrill Jockey
Κυκλοφορία | 1/2016
Βαθμολογία | 7

Ομολογώ –και, ως γνωστόν, αμαρτία εξομολογημένη, ουκ εστίν αμαρτία– πως υπήρξα φαν των Tortoise από την τρυφερή ηλικία των 16. Σημειώστε ότι, τότε (στα τέλη των 1990s), το post-rock ήταν περίπου το next best thing και εγώ είχα φάει την πετριά του, λαμβάνοντας ικανές δόσεις τη βδομάδα από το Young Team των Mogwai και το F#A#∞ των Godspeed You! Black Emperor. Μοιραία, ψάχνοντας στοιχειωδώς τη γενεαλογία, έπεσα στις δύο μπάντες απ’ το Σικάγο: στους Slint δηλαδή και στους Tortoise, με τους δίσκους Spiderland και Millions Now Living Will Never Die να γίνονται εκείνα τα χρόνια η επιτομή της ψαγμενιάς μου.

Όταν λίγο αργότερα άρχισα να ανοίγω τ’ αυτιά μου σε πράγματα που δεν είχαν απαραιτήτως κάποια μορφή του ροκ ως βασικό τους συστατικό, οι Tortoise ήταν από τα συγκροτήματα που με βοήθησαν να φανταστώ το παραπέρα. Δίσκοι όπως το TNT (1998) ή το Standards (2001) έμοιαζαν φτιαγμένοι πάνω σε διάφορες διασταυρώσεις, ανοιχτοί στα μουσικά ενδεχόμενα και με μια εμπεδωμένη γνώση ότι στον μεταμοντέρνο μας κόσμο μπορείς να επικαλείσαι το ροκ, την τζαζ, την electronica ή ό,τι άλλο σου καπνίσει χωρίς να είσαι υποχρεωμένος να προσκομίσεις τίτλους γνησιότητας. Γράφανε τότε στα περιοδικά ότι ο ήχος των Αμερικανών απομακρύνθηκε από το post-rock για να γίνει «post-everything» και, παρά τα φαινόμενα, η προφανής αυτή κενολογία έβγαζε ένα κάποιο νόημα.

Έκτοτε, η δυναμική της ανοιχτής περιπλάνησης που χαρακτήριζε τους Tortoise, έπιασε κάπως να εξασθενεί –ίσως γιατί μπήκανε στη λούπα να αναζητήσουν μία πιο στέρεη μουσική ταυτότητα. Τα It’s All Around You (2004) και Beacons Οf Ancestorship (2009) δεν ήταν ακριβώς άστοχοι ή κακοί δίσκοι, ήταν όμως στατικοί σε σχέση με τα προηγούμενα: σαν να αποτύπωναν συμπεράσματα εκεί όπου μέχρι πρότινος υπήρχαν δημιουργικά ερωτηματικά.

Εκ πρώτης όψεως, και το The Catastrophist στέκεται κάπου εκεί. Μοιάζει δηλαδή να πατάει σ’ εκείνη την κομψή, εύηχη αλλά όχι ιδιαίτερα εντυπωσιακή κοινή συνισταμένη που χαρακτήριζε τις δύο προηγούμενες δουλειές των Tortoise (χάριν ευκολίας, δεν συμπεριλαμβάνω στην καταμέτρηση τη συνεργασία τους με τον Bonnie "Prince" Billy για το The Brave And The Bold του 2006)· σου δίνει την αίσθηση ότι έχεις ξανακούσει τα όσα επισημαίνει, πιθανώς και σε αρκετά καλύτερες εκδοχές.

Κάπως αθόρυβα, ωστόσο, το γκρουπ απ’ το Σικάγο καταφέρνει μια σχετική αναδιάταξη των ισορροπιών, παίζοντας λ.χ. έξυπνα με τα κλισέ της τραγουδιστικής φόρμας (στη διασκευή του “Rock On” του David Essex και στο “Yonder Blue”), δίνοντας, γενικώς, περισσότερο χώρο στα συνθεσάιζερ ή βρίσκοντας διαφορετικούς τρόπους για να χτίσει το γκρουβ –προσθέτοντας, ας πούμε, μια δόση από αλέγρο funk στο “Hot Coffee”. Έτσι, χωρίς να προχωρούν σε ριζική ανανέωση, δίνουν στο The Catastrophist έναν αέρα φρεσκάδας, αρκετό όχι μόνο για να σώσουν τα προοδευτικά τους προσχήματα, αλλά και για να κερδίσουν μια παρτίδα που έμοιαζε αρχικά χαμένη.

Διαχέουν λοιπόν στον δίσκο ένα γκρουβ το οποίο, αν και είναι τις περισσότερες φορές διακριτικό και σχεδόν υπόρρητο, τελικά αποδεικνύεται αρκετά αποτελεσματικό. Πάρτε λ.χ. τα κολλήματα του “Ox Duke”, το βαθύ, μπουκωμένο μπάσο που λικνίζεται κάτω απ’ τις αργόσυρτες κιθάρες στο “Shake Hands With Danger” ή την υγρή και κάπως σέξι εκτέλεση του “Rock On”, τα φωνητικά του οποίου συνεισφέρει ο Todd Rittman –γνωστότερος ίσως από το γκρουπ U.S. Maple (ειρήσθω εν παρόδω, στο άλλο τραγουδιστικό κομμάτι του δίσκου, τα φωνητικά αναλαμβάνει η Georgia Hubley των Yo La Tengo).

Κατά τα λοιπά, το The Catastrophist περιέχει τα περισσότερα από τα στοιχεία που καθιέρωσαν τους Tortoise ως ένα από τα σημεία αναφοράς στο μεταμοντέρνο ροκ της τελευταίας 20ετίας. Με κυριότερο, την απαράμιλλη ικανότητά τους να γεφυρώνουν διαφορετικές (και πολλές φορές αποκλίνουσες) προσλαμβάνουσες, δίνοντας στο τελικό αποτέλεσμα μια χαρακτηριστική, πολύ δική τους χροιά.

Πρόκειται για δίσκο εμπειρίας, ο οποίος δεν ηχεί κουρασμένος και ξέπνοος. Aπ’ την άλλη βέβαια, δεν είναι και δίσκος που θα σε αφήσει με το στόμα ανοιχτό, έχει όμως τα φόντα να μείνει στο στερεοφωνικό σου για κάμποσο καιρό.