Εν αρχή είναι το μαγικό εξώφυλλο του Paolo Girardi, ο οποίος ήταν υπεύθυνος και για το τεχνούργημα που κοσμεί το ντεμπούτο των Αμερικανών Lycus, Tempest (2013). Εκεί όμως που το εξώφυλλο του πρώτου δίσκου ήταν πιο φωτεινό, πιο περιγραφικό –πιο ενεργητικό, θα έλεγε κανείς– και πρότασσε το άπειρο ύψος, αυτό του φετινού Chasms θριαμβολογεί υπέρ της συναισθηματικής ένδειας δια της χρωματικής μουντάδας, της ασάφειας και μιας αίσθησης αχανούς βάθους. Η πνευματική πτώση του ακροατή μπορεί λοιπόν κάλλιστα να ξεκινήσει πριν καν αρχίσει το άλμπουμ, με την περιπλάνηση μέσα στα (υπονοούμενα) βάραθρα του εκπληκτικού πίνακα. Σπανίως καταπιάνομαι τόσο με το artwork ενός δίσκου, αλλά στην προκειμένη η σύμπλευση οπτικού και ακουστικού σκέλους είναι τέτοια, ώστε πραγματικά αξίζει να γίνει μνεία.

Οι Lycus συνεχίζουν με το Chasms στα χνάρια του funeral doom με το οποίο μας συστήθηκαν στο Tempest. Ξανά ψυχοβγαλτικοί, με ξερές rhythm section ραχοκοκαλιές (τις σιγοντάρει διακριτικά ένα βιολοντσέλο), μέσα από τις οποίες αναβλύζουν συνεχώς κιθαριστικές μελωδίες σαν αναρριχητικά αγκάθια –σαν ανθισμένα φυτά στη μέση της ξηρασίας της ταχύτητας. Πράγματι, πέρα από δύο ξεσπάσματα που ξεφεύγουν σε blast beat ρυθμούς, ο ρυθμός του δίσκου είναι αργός, ανταποκρινόμενος πλήρως στο είδος στο οποίο ανήκει το συγκρότημα.

Θρηνητικό μα και ρωμαλέο doom, λοιπόν, με σαφείς αναφορές στα πρώτα βήματα των My Dying Bride (αρκετά πιο προφανείς σε σχέση με το ντεμπούτο), το Chasms κάνει τους Αμερικανούς ν' ακούγονται σαφώς πιο συναισθηματικοί. Κάτι που άλλωστε φαίνεται και στους στίχους, οι οποίοι ενίοτε –μέσω μιας άμεσης διαλογικής μορφής– χάνουν κάτι από την κρυπτικότητα και την υπερβατικότητα της απρόσωπης διήγησης, οδεύοντας προς πιο προσωπικές και ενδοσκοπικές ελεγείες. Και όταν ο αφηγητής αναγνωρίζει τον εαυτό του, έστω και ως ένα απρόσωπο «εγώ», τότε η κουρτίνα του μυστηρίου παραμερίζεται ελαφρώς μπροστά από τα μάτια του ακροατή/αναγνώστη.

Με δυο λόγια, εδώ οι Lycus (ιδίως στο "Chasms" και στο "Obsidian Eyes") απομακρύνονται κάπως από το προσωπείο της απρόσωπης έρπουσας κοσμικής δύναμης που είχαν στο ντεμπούτο, αυτής που περιφέρεται ανάμεσα σε αποσαθρωμένα βιβλικά τοπία. Και προσεγγίζουν το κοινό μέσω των στίχων αλλά και των συναισθηματικών μελωδιών, με ένα τελικό αποτέλεσμα εξανθρωπισμένο, εντός βεβαίως των βάρβαρων ορίων του funeral doom.

Το ίδιο το funeral doom, ως είδος, είναι αρκετά δύσκολο στη διαχείριση της προσοχής του ακροατή, λόγω εγγενών χαρακτηριστικών: σαθρή ταχύτητα, ελάχιστη εναλλαγή και μια υποτονική ατμόσφαιρα να ίπταται υπέρ πάντων. Όπως και στο ντεμπούτο, έτσι και στο Chasms οι Lycus καταφέρουν να ξεπεράσουν τους σκοπέλους αυτούς με σχετική επιτυχία, κυρίως χάρη στις πανταχού παρούσες ευκίνητες μελωδίες και στη διακριτική παρουσία του βιολοντσέλο· αλλά τους λείπει ακόμα η συνθετική σπιρτάδα που θα εκτινάξει το συνολικό επίπεδο.

Όπως και να έχει, πρόκειται για μία από τις πιο ποιοτικές (πρόσφατες) δουλειές στο είδος, με ένα ευχάριστο κλείσιμο ματιού στους πρώιμους My Dying Bride. Οι Lycus φαίνεται πως έχουν τα φόντα για κάτι πολύ καλό στο επόμενο βήμα τους. Μέχρι τότε, το Chasms είναι ο άξιος διάδοχος του παρθενικού τους άλμπουμ.

{youtube}EjrNSde5sPQ{/youtube}

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured