search

ΔΙΕΘΝΗ

Label | V2
Κυκλοφορία | Μαρ-13
Βαθμολογία | 6

Tρία χρόνια μετά την κριτική μου στο Beat The Devil's Tattoo (εδώ, για όποιον ενδιαφέρεται) και ακούγοντας τον νέο δίσκο των Black Rebel Motorcycle Club, η αίσθηση που αρχικά αποκόμισα είναι πως δεν έχουν αλλάξει και πολλά στο στρατόπεδο των Καλιφορνέζων –φαινομενικά τουλάχιστον. Στην πραγματικότητα όμως τίποτα δεν είναι, ούτε και πρόκειται να είναι, ξανά το ίδιο.

Κι αυτό γιατί έχασαν το αφανές τέταρτο μέλος τους, μετά την καρδιακή προσβολή που έπαθε ο Michael Been το 2010 ενώ εργαζόταν ως μηχανικός ήχου για τη μπάντα στο Pukkelpop Festival του Βελγίου. Απώλεια την οποία θρήνησε περισσότερο από κάθε άλλον ο γιoς του και μπροστάρης των Ρέμπελων, Robert Levon Been. Χωρίς πλέον τον μέντορά του και με τον Peter Hayes –το έτερο δημιουργικό 50% των BRMC– να συμμερίζεται στο έπακρο την απώλεια της πατρικής φιγούρας, το σχήμα μπήκε στον πάγο για τρία χρόνια, χωρίς καμία διάθεση επανεκίνησης. Ήταν όμως η πρόσφατη πρόσκληση του Dave Grohl για την ηχογράφηση του “Heaven And All” (για το Sound City πρότζεκτ) που έβαλε ξανά μπροστά τα δημιουργικά τους γρανάζια.

Μη βρίσκοντας πλέον ανεμελιά στη ροκ πλευρά του εαυτού τους, οι Black Rebel Motorcycle Club διακατέχονται από ένα βαρύτερο συναίσθημα στο Specter Of The Feast –αυτό της ευθύνης προς όλα όσα τους συνδέουν. Ηχογράφησαν έτσι το νέο τους άλμπουμ με στόχο να αποτελέσει ενιαίο σώμα, αντίθετα με την iTunes κουλτούρα των καιρών μας. Ωστόσο το αποτέλεσμα τους διέψευσε, καθώς το Specter Of The Feast κινείται διαρκώς μεταξύ δύο άκρων: άλλοτε ηχεί αναρχικά θρασύ και κτηνώδες –όπως στην τριάδα “Hate The Taste”, “Rival” & “Teenage Disease”– κι άλλοτε καταπραϋντικό και ενδοσκοπικό (“Returning”, “Lullaby”).

Σαφές βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση λοιπόν το σαιξπηρικά τιτλοφορημένο έβδομο LP των Αμερικανών, αν και λιγότερο μαζεμένο και σφιχτοδεμένο από όσο μάλλον θα έπρεπε. Υφολογικά συνδεδεμένο με το παρελθόν (αλλά χωρίς καθόλου country στιγμές), αποτελεί άξια συνέχεια της δισκογραφίας τους και χάνει το επταράκι της βαθμολογίας στις λεπτομέρειες –στην άτσαλη αλληλουχία των τραγουδιών, στη σχετικά μεγάλη διάρκεια των 60 λεπτών και σε κανα-δυο στιγμές που θα μπορούσαν να λείπουν. Τα υπόκωφα μπασάκια και τα γκάζια στις κιθάρες είναι πάντως στη θέση τους, ενώ το οκτάλεπτο “Lose Yourself” στο φινάλε αποτελεί μία από τις καλύτερες στιγμές της καριέρας τους. Ειδική μνεία πρέπει να γίνει και στην άρτια διασκευή του “Let The Day Begin” των Call, καθώς πρόκειται για τον δικό τους φόρο τιμής στον Michael Been.

Συμπαγής αλλά με λαθάκια επιστροφή για μια μπάντα η οποία έχει τραβήξει πολλά, φαίνεται όμως να βρίσκει ξανά, σταδιακά, το πάτημά της. Με τη Leah Shapiro στα κρουστά να προσφέρει λίγη –πολυπόθητη– σταθερότητα και να αποτελεί πλέον μέλος της οικογένειας, το νερό δείχνει να έχει μπει στο αυλάκι για την (πάντα συμπαθή) συμμορία με τα μαύρα.