Πετάς ένα «το καλύτερα κρυμμένο μυστικό της βρετανικής μουσικής» και πριν καν τελειώσεις τη φράση σου έχεις πετύχει τα εξής, διαζευκτικά ή σε πρόσθεση: τοποθετείς εαυτόν σε θέση αφ’ υψηλού, εσύ έχεις λάβει γνώση του μυστικού, αυτός που σε διαβάζει όχι. Είστε ήδη απέναντι. Την ίδια στιγμή ανεβάζεις τον πήχη των προσδοκιών εκεί απάνω. Ακόμα κι αν δεν εκληφθείς από υπερβολικός έως ανάξιος προσοχής, έχεις ήδη δημιουργήσει στον άλλο την τάση να σε διαψεύσει. Ή τελοσπάντων να προσεγγίσει τη μουσική, ασχέτως προσήμου, υπό το πρίσμα της δήλωσής σου. Αυτή η ρητορική του «καλύτερα κρυμμένου μυστικού» και του «καλύτερου» με κάπα κεφαλαίο εν γένει δηλαδή, είναι εγγενώς άδικη και θα έπρεπε να κηρυχθεί δεοντολογικώς κολάσιμη. Άδικη πρώτα και κύρια για τη μουσική, εν προκειμένω για τη μουσική του Bill Fay.

Τέκνο της δεκαετίας του εξήντα, θέλετε να πούμε χίπης το λέμε, με δυο κυκλοφορίες αρχές εβδομήντα που πήγαν άπατες εμπορικά, κι από 'κει κι έπειτα δισκογραφικό σιωπητήριο. Μέχρι να τον ανακαλύψουν σεσημασμένα σκαπάνια της ποπ κουλτούρας μαζί και εξασκητές της –τείνουν να γίνουν συνώνυμα αυτά τα δύο. Διασκευές μεταξύ άλλων από Wilco, Current 93, Jim O’ Rourke και, βεβαίως, επανακυκλοφορία εκείνων των δύο άλμπουμ μετά των σχετικών τιμών. Φέτος, επιστροφή με καινούργιο άλμπουμ έπειτα από 40 και βάλε χρόνια ως «το καλύτερα κρυμμένο μυστικό της Βρετανικής μουσικής» –προφανώς ερήμην του ιδίου.

Εν τω μεταξύ υπάρχουν τόσα να πεις και τόσα ν’ απολαύσεις εδώ. Ισορροπεί τόσο φυσικά στον χώρο το Life Is People του Bill Fay, όχι με φόβο, ούτε με άγνοια κινδύνου. Ούτε καν ισορροπεί εδώ που τα λέμε, υπάρχει αποδεχόμενο ανά πάσα στιγμή το κενό από κάτω. Γίνεται γκράντε όταν το επιθυμεί με τις φουλ ενορχηστρώσεις του και τις λεπτομέρειές του στο πιάτο, σαν ποπ κονσέρτο περιωπής, δίχως να βερμπαλίζει, δίχως να θέλει να τα πει όλα σε πέντε λεπτά μέσα. Παίρνει την πεζότητα και τη διαλύει στον ήχο, με τον άνθρωπο πάντα παρών. Κι εκεί που θαρρείς πως καταφεύγει στο μελό, κάνει ένα έτσι και σαμποτάρει ορισμούς και στρίβει αντιλήψεις. Δεν είναι διδακτικό, σε πείθει ξανά και ξανά ότι είναι αληθές.  Ούτε γραφικό, ούτε ξεπερασμένο, υπάρχει τώρα και είναι σχετικό –και χθες θα ήταν και όποτε να ’ναι στο μέλλον. Σαράντα δύο επικλήσεις στον Κύριο διαθέτει κι όμως πάω στοιχηματάκι πως ακόμα και Νορβηγός εμπρηστής θα το άκουγε στα μουλωχτά τα βράδια.

Κι όλα τούτα άνευ τίποτα ιστορικών μελωδιών ή τίποτα αξέχαστων ερμηνειών εκ μέρους του Fay. Ο ουμανισμός του τίτλου, η ύπαρξη (και) στο πρόσωπο του Άλλου, εγκολπώνεται εδώ στον κώδικα της δημιουργίας και εν τέλει της μουσικής. Ένα τραγουδοποιός, τα τραγούδια του, το πιάνο, η φωνή του, δοσμένα στους άλλους, συνεργάτες, σεσιονάδες, χορωδία, κουαρτέτο εγχόρδων. Έχω την εντύπωση όχι υπό τη λογική του συνθέτη-κυνηγού, εκείνου που τον τυραννάει η τέλεια αναπαράσταση της μουσικής που αντηχεί στο κεφάλι του, αλλά στα πλαίσια του μοιράσματος, της κοινής διαδρομής πάνω σε αχνά χαραγμένο δρόμο. Οι δε ακροατές μπορεί να ενώνονται στην πορεία, ωστόσο οι θεωρητικά άπειρες γωνίες ακρόασης με βάση το προσωπικό γούστο του καθενός έχουν πλέον ελαχιστοποιηθεί τόσο, ώστε η συμπόρευση είναι μοιραία –έστω για όσο διαρκεί η μουσική.

Εάν ο Dylan δεν ιδιώτευε από νωρίς, δεν τον έκαναν κυνικό οι καταστάσεις κι έπιανε τον Eno της δεκαετία του εβδομήντα, παίζει σήμερα ν’ ακουγόταν κάπως έτσι…


 

{youtube}9nAvcIhvoHg{/youtube}

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured