search

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Ένας δίσκος με όξινα αμβλυγώνια riffs, μελωδίες και επικούς, ακουστικούς ήχους με Bathory χροιά, που όμως είναι κατάλληλος για να κάτσεις να πιεις μια μπύρα όσο τον ακούς...

Label | World Terror Committee
Κυκλοφορία | 3/2017
Βαθμολογία | 8

Παρά την άρρηκτη σύνδεση του black metal με τη σοβαρότητα και την εναντίωσή του στη χαρούμενη διάθεση (ας μην ξεχνάμε το «no trends, no fun» μότο της Deathlike Silence του Euronymous), το είδος μέχρι τα τέλη των 1990s δεν έδειχνε ιδιαίτερα σημάδια τεχνητής, ζορισμένης σοβαροφάνειας. Αυτό άρχισε να αλλάζει κάπου στις αρχές και sτα μέσα των '00s, με την εγκαθίδρυση των orthodox και πιο «σοβαρών» occult παραφυάδων.

Έτσι φτάσαμε σε δίσκους και καλλιτέχνες που εκπέμπουν μια τόσο φουσκωμένη, υπεροπτική και εξεζητημένη διάθεση, ώστε καταλήγουν ελαφρώς φαιδροί. Παρά δηλαδή την αφοσίωσή τους στο αριστερό μονοπάτι, φαίνεται να ξεχνάνε την κατεργάρικη όψη του Εωσφόρου. Κάτι τέτοιο έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία μουσικής εντυπωσιακής μεν, άκαμπτης δε, με την οποία είναι δύσκολο να συντονιστεί ο ακροατής. Γι' αυτό λοιπόν και είμαι πολύ διστακτικός απέναντι στην υπερ-μυστικιστική σκηνή που έχει ανθίσει τα τελευταία 10 περίπου χρόνια, μεγάλο μέρος της οποίας είναι εγχώριο.


Στον 3ο δίσκο των Acrimonious συμμετέχουν δύο ιδιαίτερα ταλαντούχοι μουσικοί: ο Semjaza των Thy Darkened Shade και ο Cain Letifer, ιδρυτικό μέλος του συγκροτήματος. Πολλά υποσχόμενη σύμπραξη, η οποία δεν είχε αποδώσει τους καρπούς που θα ήθελα στον προηγούμενο δίσκο της μπάντας, το Sunyata (2012). Φτάσαμε όμως στο σημείο όπου η χημεία είναι επιτέλους ιδανική.

Το Eleven Dragons διακατέχεται από ακομπλεξάριστη ποικιλία: εδώ συμβιώνουν όξινα αμβλυγώνια riffs θαρρείς βγαλμένα από το Monumental Possession των Dødheimsgard (1996), επικοί ακουστικοί ήχοι με Bathory χροιά, 1990s ελληνικό black metal, μελωδικά περάσματα κοντά στη νοοτροπία των Dissection, ακόμη και γκρουβάτα σημεία. Το ότι το άθροισμα αυτών των στοιχείων καταλήγει να μην είναι αχταρμάς, να μην ακούγεται φορτωμένο, αλλά να κυλάει απόλυτα σωστά και ισορροπημένα, αποτελεί δείγμα της συνθετικής ευφυίας των δύο προαναφερθέντων μουσικών. Επιτέλους ένα άλμπουμ της συγκεκριμένης σκηνής το οποίο δεν είναι επιδειξιομανές και δεν προσπαθεί να σε κολλήσει στον τοίχο με απλή παράθεση εντυπωσιακών riffs (όχι πως του λείπουν –οι ταστιέρες ξερνάν εφιάλτες με ευκολία).

Πρόκειται για δίσκο με τον οποίον μπορείς να κάτσεις και να πιεις μια μπύρα, παρά την πολύπλοκη φύση του. Υπάρχουν πολλά στρώματα υπερδραστήριας κιθάρας εδώ μέσα, καθένα από τα οποία έχει το αισθητικό του ενδιαφέρον: στο απίστευτο “Elder Οf Τhe Nashiym”, λ.χ., έχουμε απότομες αλλαγές από mid-tempo groove σε ταχύτατες κυκλωνικές περιστροφές, που θυμίζουν χορό δερβίση. Όλα μαζί σχηματίζουν ένα κράμα που ακροβατεί μεταξύ στοιχειωμένης σοβαρότητας και νοσταλγικής διάθεσης, με το οποίο αναπόφευκτα παθιάζεται ο ακροατής χωρίς να πελαγώνει.

Θέλουμε δουλειές σαν το Eleven Dragons των Acrimonious, άλμπουμ που να απλώνουν τις ψηφίδες του ακραίου μέταλ σε γνώριμα μα τόσο ευφάνταστα συμπλέγματα. Δίσκους δηλαδή που να αφήνουν τον ακροατή να εισχωρήσει συναισθηματικά σε αυτούς, χωρίς να περιβάλλονται με απροσπέλαστα τείχη επιτήδευσης. Γιατί όσο σκοτεινό πρόσωπο και να παρουσιάζει κάποια δημιουργία, αν δεν οσμωθεί με το κοινό της δεν μπορεί να του κόψει το αίμα –κάτι που εύκολα μπορεί να κάνει το Eleven Dragons.