search

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Οι επαναστατημένες, πυρετώδεις, βαθιά ανθρωπιστικές λέξεις του Γιώργου Δάγλα μεταμορφώνονται σε 8 ιδιότυπες jazz metal καντάδες, δίνοντας έναν καταπληκτικό δίσκο...

Label | B-otherSide
Κυκλοφορία | 11/2016
Βαθμολογία | 8

Δίσκοι μελοποιημένης ποίησης: αυτή η μάστιγα.

Για κάθε Άξιον Εστί και Μεγάλο Ερωτικό, για κάθε αριστούργημα που πάντρεψε ιδανικά το όραμα ενός ποιητή με τις ανησυχίες ενός συνθέτη, πόσες και πόσες εργολαβίες δεν φορτώθηκε στην πλάτη του το δύσμοιρο ελληνικό τραγούδι και πόσοι ποιητές δεν νέρωσαν τη γραφή τους για να μπορέσουν να στηθούν στην ουρά για μια μελοποίηση...

Όχι ότι το τραγούδι στις μη ποιητικές εκφάνσεις του πορεύτηκε καλύτερα ως τις μέρες μας... Μπορεί να αλληλοκοροϊδευόμαστε εδώ και καιρό, ρίχνοντας πολλές φορές τα στάνταρ μας για να μιλήσουμε με θέρμη για κάποιον δίσκο, αλλά η αλήθεια δεν κρύβεται: λίγα πράγματα συγκινούν πραγματικά, λίγα μαρτυρούν σοβαρότητα και διεισδυτικότητα, ακόμα λιγότερα αποφεύγουν την πεπατημένη για χάρη ενός αληθινά προσωπικού δρόμου. Άλλωστε, σε μια παρηκμασμένη και αγελαία κοινωνία, η σπανιότητα των σπουδαίων έργων τέχνης δεν μπορεί παρά να θεωρείται αναμενόμενη.


Ιδού, λοιπόν, οι Καντάδες Για Ένα Δαίμονα. Μια σπάνια περίπτωση εξαιρετικού δίσκου, ο οποίος εκκινεί μεν από την κατηγορία της μελοποιημένης ποίησης, αλλά για να την υπερβεί. Ο Βασίλης Λαγός εφευρίσκει έναν νέο ηχητικό κόσμο στον οποίον τοποθετεί την ποίηση του Γιώργου Δάγλα –ή, καλύτερα, την αντανάκλασή της. Αντί να αρκεστεί στο να φορέσει ατμόσφαιρες σε spoken word αποδόσεις των ποιημάτων, ο κιθαρίστας και συνθέτης μπήκε στην πολύ πιο επίπονη μα και εποικοδομητική διαδικασία να μελοποιήσει τον λόγο του Δάγλα, έτσι όπως αυτός διασκευάστηκε σε έμμετρες φόρμες από τη νεαρή Ντόρα Βλάσση, την ικανότατη ερμηνεύτρια του δίσκου.

Το αποτέλεσμα δίνει ουσιαστικά ζωή σε μια νέα πνευματική οντότητα, σε κάτι που φτιάχτηκε από συστατικά τα οποία δεν υπάρχουν αυτούσια αλλού. Για να συμβεί τούτο, μοιάζει να στήθηκε μια αβέβαιης έκβασης διελκυστίνδα: πότε τα έλλογα νοήματα χρειάστηκε να αναδιπλωθούν για να αποκτήσουν μουσικότητα, άλλοτε οι μελωδίες απαιτήθηκε να αποκτήσουν δύστροπο χαρακτήρα ώστε να αποτελέσουν ενσάρκωση των ποιημάτων. Οι επαναστατημένες, πυρετώδεις, βαθιά ανθρωπιστικές λέξεις του Δάγλα χρειάστηκαν την ελευθεριάζουσα jazz metal γλώσσα του Λαγού –και το αντίστροφο.

Οι 8 ιδιότυπες καντάδες έχουν να επιδείξουν κάτι το θαυμαστό, καθώς σχηματίζουν ένα αδιάρρηκτο σύνολο, αποτελώντας αυτό που θα αποκαλούσαμε «έργο», χωρίς ταυτόχρονα να χάνουν την αυτοτέλειά τους. Από την πυγμή του “Πλοίο” στη λεβεντιά του “Μάνθος Σταυρόπουλος” (με τη σπουδαία και αγέραστη ερμηνεία του Λάκη Χαλκιά), από τη νωχελικότητα του “Γυναίκες” στην παιχνιδιάρα παραληρηματικότητα του “Πυρά” (με την απόλυτα ταιριαστή αφήγηση του Γιώργου Ρωμανού), και με τα αβυσσαλέα ερέβη του “200 Μέρες” να συνοψίζουν την ψυχή του δίσκου, η διαδρομή αποδεικνύεται πολυποίκιλη αλλά και με ιδιαίτερα ευδιάκριτο τον μίτο που έχει προβλεφθεί ώστε να επιτευχθεί η περιδιάβασή της και η επιστροφή στην αρχή.

Η ομαδικότητα που επιστρατεύθηκε για την επιτυχία του εγχειρήματος δεν εξαντλήθηκε βέβαια στην αλληλοκάλυψη στιχουργικού, συνθετικού και ερμηνευτικού οπλοστασίου, αλλά επεκτάθηκε και στον εκτελεστικό/ενορχηστρωτικό τομέα, πράγμα αναμενόμενο φυσικά από τη στιγμή που μιλάμε για μια έκφανση του ελευθεριάζοντος πνεύματος της jazz. Εξού και η αναφορά στους ψυχωμένους και γνώστες μουσικούς που συμπληρώνουν τη σύνθεση του κουιντέτου –στον κοντραμπασίστα Αλέξη Δελή, στον σαξοφωνίστα Σπύρο Νίκα και στον ντράμερ Γιάννη Παπαδούλη– κρίνεται απαραίτητη. Μία μόνο ακρόαση αρκεί για να κάνει κατανοητή τη συνεισφορά τους.

Δεν είναι πάντως μόνο το καλλιτεχνικό όραμα και η επίτευξή του αυτή καθεαυτή που τοποθετεί τις Καντάδες Για Ένα Δαίμονα στην κατηγορία των εξαιρετικών κυκλοφοριών των τελευταίων χρόνων, αλλά και οι προεκτάσεις της, όσες έχουν να κάνουν με την ελληνικότητα και την απεύθυνση. Ως προς την πρώτη, παρότι η μουσική δανείζεται από στυλ τα οποία δεν φύτρωσαν στα μέρη μας, μπολιάζεται εντούτοις με τον χαρακτήρα και τους τρόπους του τόπου, υπό την καθοδήγηση της γλώσσας. Και δεν είναι διόλου τυχαίο, κατά την άποψή μου, το γεγονός ότι το μόνο ελαφρύ στραβοπάτημα έρχεται τη στιγμή που επιλέγεται να μεταφερθεί ένα ποίημα στα αγγλικά (“Cantata For A Demon”). Ως προς τη δεύτερη, τηρούνται αποστάσεις τόσο από την όποια αγωνία για ευρεία αναγνώριση, όσο και από εστετίστικες λογικές.

Παρότι, λοιπόν, προς ώρας το σήμα τούτου του δίσκου αναγκαστικά θα φτάσει σε λίγους, μοιάζει ταυτόχρονα ανά πάσα στιγμή έτοιμο προς αποκωδικοποίηση από κάθε συνείδηση που θα συναντηθεί μαζί του.