search

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Label | Slovenly Recordings
Κυκλοφορία | 3/2016
Βαθμολογία | 7

Πώς φτιάχνεται ένας καλός ροκ εν ρολ δίσκος στη μπερδεμένη εποχή μας;


Δεν έχω την απάντηση και ίσως να μην υπάρχει καν· δεν γίνονται με συνταγές αυτά τα πράγματα, ούτε με οδηγούς («10 τρόποι για να…»), ούτε βεβαίως με ένα πέρασμα από το κομμωτήριο για trimming στο μούσι προτού πατήσεις το σανίδι της σκηνής ή ανοίξεις τη βαριά πόρτα του στούντιο. Υποθέτω, πάντως, ότι θα πρέπει να βρεθεί μια κάποια αμεσότητα, να χειραφετηθεί ο μουσικός από τις ψευδαισθήσεις που μας ποτίζει αφειδώς η …ορθόδοξη εναλλακτικότητα, ότι και καλά οφείλεις να ακούγεσαι «διαφορετικός», «φρέσκος» και πολύ «καλλιτέχνης», αν είναι να έχεις μια θέση στον όποιο ήλιο. Πήξαμε πια στην πρωτοπορία και στη φρεσκάδα, ενώ ταυτόχρονα μηρυκάζουμε χωρίς πρόβλημα την ποπ κουλτούρα των τελευταίων 5-6 δεκαετιών…

Οι Bazooka δεν φαίνεται να έχουν διάθεση να ασχοληθούν με κάτι τέτοια.

Χέστηκαν για την τέχνη (ιδίως γι' αυτήν που είθισται να γράφεται με κεφαλαίο) και μας χαρίζουν κι όλη τη φρεσκάδα της δήθεν πλούσιας εναλλακτικής μας παιδείας να την κλείσουμε σε κανά μπουκαλάκι, μη και μπαγιατέψει όταν έρθει σε επαφή με την πραγματικότητα τριγύρω. Τούτοι κλέβουν από το μισό songbook του ροκ εν ρολ και το κάνουν χωρίς συστολές και προκαλύψεις, για να μπορούν μετά να βρίσκουν άλλοθι και να παριστάνουνε τις μωρές παρθένες. Και, παρόλα αυτά (ή ίσως ακριβώς γι’ αυτά), όποιος/α τους έχει πετύχει σε κάποιο λάιβ, γνωρίζει ότι είναι ικανοί να κάνουν το όλο πράγμα να δονείται όπως λίγα γκρουπ του παρόντος μπορούν, εδώ στη μικρή μας επαρχία.

Νομίζω πως το σημείο κλειδί βρίσκεται στην punk ιδιοσυγκρασία της τετράδας απ’ τον Βόλο, η οποία μεταφράζεται σε μουσικούς τρόπους, αλλά όχι απαραιτήτως και όχι μόνο. Είναι μια καλώς εννοούμενη τσογλανιά, μια διάθεση να τα φέρουν όλα σβούρα, χωρίς να κρατάνε τα μπόσικα μεταξύ αγιοτήτων, μουσειακών θώκων και μιας δήθεν ατημέλητης καλλιτεχνίας, η οποία επιστρατεύεται για να καλύψει λογιών-λογιών ανημποριές. Το κλου, φαντάζομαι, είναι να σταματήσεις να παίρνεις τον εαυτό σου τόσο στα σοβαρά και να αφήσεις το ιδρωμένο σου χνώτο να σου δείξει τον δρόμο. Αυτό, συνήθως, ξέρει καλύτερα. Κι αν όχι, τι να γίνει, παίξαμε και χάσαμε –αλλά τουλάχιστον παίξαμε, δεν καθίσαμε να ψάχνουμε την πρωτοπορία μέσα στον λάκκο με τις κοινοτοπίες.

Διότι, δεν θέλει πολύ ένα τέτοιο παιχνίδι να βουτηχτεί κι αυτό στα κλισέ. Κι η αλήθεια είναι ότι η Άχρηστη Γενιά δεν τα αποφεύγει· απλώς αδιαφορεί. Προέχει η αμεσότητα και η απλότητα των εκφράσεων, τέτοια ώστε να προσφέρεται ως σημείο εκκίνησης στίχος αφοπλιστικής (συλλογικής) αυτοκριτικής –που θα έπρεπε, εδώ που τα λέμε, να επαναλαμβάνουμε δις ημερησίως εμείς οι τριανταροσαραντάρηδες, μπας και το χωνέψουμε και ψάξουμε επιτέλους το παρακάτω: «Είμ’ απ’ την άχρηστη γενιά / όλα στη ζωή μου τα 'μαθα αργά / το σώμα μου είναι γεμάτο / συ-ντη-ρη-τι-κά».

Παίζει κι η ειρωνεία το κομμάτι της, όπως την παίζει κι ο χαβαλές. Είναι και το γκάζι συνήθως πατημένο, αν και τα πράγματα κρατιούνται πάντοτε σε ανθρώπινες ταχύτητες (δεν καμώνονται οι Bazooka ότι βαστούν το τιμόνι καμιάς λαμποργκίνι, ένα φιατάκι του χαμού εκεί πέρα, να κάνουμε τη δουλειά μας). Υπάρχουν δε και στιγμές όπου οι Βολιώτες ρίχνουν στη φόρα έναν κάποιον συναισθηματισμό, ο οποίος τελικά φαίνεται λιγάκι faux, έτσι ωραία όπως μπλέκεται με την ειρωνεία τους –π.χ. το κομμάτι που τιτλοφορούν μεν “Άγρια Φύση”, όπου τραγουδούν όμως την ανυπέρβλητη βαρεμάρα τους να αφήσουν τους 4 τοίχους του δωματίου τους. Το λέγανε οι Βρετανοί Prolapse το 1994 ότι η βαρεμάρα είναι ένα από τα πιο υποεκτιμημένα συναισθήματα, για να μην αναφέρουμε τον γαμπρό του Marx, τον Paul Lafargue, έναν από τους πρώτους θεωρητικούς της τεμπελιάς.  

Στην Άχρηστη Γενιά, λοιπόν, οι Bazooka πιάνουν το punk, το garage, το grunge, την ψυχεδέλεια και άλλα πόσα υποείδη της μεγάλης οικογενείας του αγνού ροκ εν ρολ, για να βγάλουν έναν δίσκο γεμάτο ενέργεια, αλλά και χιούμορ. Με απλή μουσική (αν και δεν λείπουν και κάποιες πιο μαστόρικες πενιές) και απλούστερους στίχους, προφανώς δεν βγάζουν το αριστούργημα του αιώνα· το εμποτίζουν όμως με τη χαρακτηριστική τους ζωηράδα και με μια ζηλευτή αμεσότητα, που σε κάνουν να περνάς καλά μαζί τους –θυμίζοντάς  σου, μεταξύ άλλων, ότι ήταν κι αυτό μέσα στα θεμελιώδη αιτήματα του ροκ εν ρολ.