Πώς κρατάς το όνομα και μια δισκογραφική ιστορία δέκα και κάτι χρόνων και αλλάζεις ήχο και φιλοσοφία; Πώς συμβιβάζεις mainstream δυναμικής μνήμες από άχρηστα ρολόγια και από τη βουή του δρόμου με σκληρές ροκ κιθαριές; Στο πέμπτο τους άλμπουμ οι Domenica βάζουν δύσκολα σε όλους: στο ως τώρα κοινό τους, σε όσους παρακολουθούν τα εν Ελλάδι ηλεκτρικά δρώμενα και –πάνω απ’ όλα– στους εαυτούς τους. Συζητώντας τις προάλλες με έναν άνθρωπο ο οποίος παρακολουθεί και γνωρίζει το rock στην Ελλάδα, επιβεβαίωσα ότι ακόμα και στο δικό του μνημονικό οι Domenica είχαν καταχωρηθεί ως άλλη μια μπάντα στον αστερισμό/απόηχο των Πυξ Λαξ –κάπου παρέα με τους Όναρ και τα Σύννεφα Με Παντελόνια. Δεν επιθυμώ να μπλέξω σε συζητήσεις για το πόσο δικαιολογημένο στάθηκε κάτι τέτοιο, πόσο ακριβές, πόσο οφειλόταν στο «σύστημα» ή για το αν και οι ίδιοι οι Domenica πορεύτηκαν με αυτό το ρεύμα ή όχι. Σημασία έχει πως εκείνοι αισθάνονται ότι στη μέχρι τώρα πορεία τους δεν είχε εκφραστεί το αληθινό τους πρόσωπο. Ότι είχε συντελεστεί μια αδικία, που επιτέλους έχουν την ευκαιρία να διορθώσουν χάρη στη Λήθη, τοποθετώντας –έστω και με καθυστέρηση– τα πράγματα στις αληθινές τους διαστάσεις. Τις διαστάσεις μιας rock μπάντας, η οποία δεν φοβάται ούτε τις ηλεκτρισμένες εξάρσεις, ούτε τους στίχους που έχουν να πουν και πράγματα έξω από το πλαίσιο του έρωτα και της συντροφικότητας.  Στο τι επιθυμούν να δείξουν οι Domenica με τη Λήθη δεν θα τα χαλάσουμε λοιπόν καθόλου. Αποδέχομαι και προσυπογράφω ότι τούτος ο ήχος τους πάει περισσότερο και δεν πρόκειται για βιτρίνα ή τρικ επιστροφής. Και αποδέχομαι επίσης ότι έχουν εμφανώς δουλέψει στην αρμολόγησή του και ότι ο Δημήτρης Κανελλόπουλος τα εννοεί όσα λέει –είτε μιλάει για το αστικό τοπίο στο οποίο κινείται, είτε για κοινωνικοπολιτικά ζητήματα, είτε εστιάζει σε πιο προσωπικές θεματικές. Εκεί που τα χαλάμε είναι στο «ε και λοιπόν» της υπόθεσης. Στο τι βγαίνει δηλαδή από μια τέτοια στροφή, τι προσφέρει στο σκηνικό του 2010, καλλιτεχνικά μιλώντας. Εδώ φοβάμαι ότι οι Domenica δεν έχουν απαντήσεις. Τα μελωδικά σχήματά τους και οι ερμηνείες του Κανελλόπουλου δεν διαθέτουν σύγχρονα πατήματα. Ο όγκος που δίνουν οι κιθάρες και το μπάσο σε συνδυασμό με τα στιβαρά τύμπανα, δεν δείχνει να χρωστά και πολλά στους Muse, τους Rammstein, τους System Of A Down, τους Tool –για να αναφέρω μερικές μόνο από τις μεγάλες μπάντες του σύγχρονου σκληρού ήχου της τελευταίας δεκαετίας, οι οποίες ενώνουν rockers και μέταλλα χάρη στην έμφαση προς τη μελωδία, που αποτελεί ζητούμενο και για τους Domenica. Το μουσικό κλίμα μοιάζει έτσι εγκλωβισμένο σε πιο παλιά σχήματα (“Τα Πίσω Μπρος”, “Πατρίδα Ξένη”) και ο Κανελλόπουλος, παρόλο το πάθος του, μετέρχεται των μανιέρων του ελληνικού rock τραγουδώντας. Παραπέμποντας κι εκείνος (ειδικά στον τρόπο χρήσης των φωνηέντων) σε κάτι το ξεπερασμένο, που επιπλέον έχει πια λάβει αρνητική σηματοδότηση –δικαιολογημένα, αφότου το ελληνικό rock (το ελληνόφωνο) ξέφτισε σε κάτι πολύ υποδεέστερο από εκείνο που οραματίστηκαν οι Τρύπες, τα Κρίνα και τα Σπαθιά. Οι στίχοι, τέλος, σπάνια βρίσκουν στόχο. Μένουν σε λίγα, σε μια γενικόλογη και πρωτόλεια αντιμετώπιση των όσων πραγματεύονται (“Μη Φεύγεις”, “Ελεύθερος”, “Ψυχή Βασανισμένη”), η οποία σε ελάχιστες στιγμές προχωρά σε κάτι με περισσότερη κοφτερή ικανότητα, κάτι που να σε χτυπάει τόσο δυνατά, ώστε να μη σου αφήνει καμία άλλη επιλογή παρά το ν’ ακούσεις. Από τα 12 τραγούδια της Λήθης, ως συμπαθή και πιο ολοκληρωμένα δείγματα γραφής μένουν τελικά οι “Καταδικασμένοι”, το “Μόνο Εσύ Χαμογελάς” και η “Άγνωστη Πόλη”.  Οι Domenica έπεισαν ότι τη χρειάζονταν αυτή τη στροφή σε ήχο και φιλοσοφία. Προκειμένου όμως να δουλέψει και σε ένα επίπεδο έξω από τις αυστηρά δικές τους ανάγκες, αποκτώντας δηλαδή δυναμική και πατήματα στο 2010, θα χρειαστούν ακόμα πιο ριζικές τομές. Τομές όχι απλώς ηχητικές και ενορχηστρωτικές, μα ως προς τη λογική της τραγουδοποιίας και της κατασκευής/εκφοράς του λόγου.       

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured