Όταν ακούμε μια διεθνή παραγωγή ενός έργου Έλληνα συνθέτη που αποτείνεται στο ευρωπαϊκό (κυρίως) κοινό, πρέπει σε πρώτο επίπεδο να ξεχάσουμε όλα αυτά τα ακούσματα τα οποία εντός των συνόρων μάς έχουν κουράσει. Και να σκεφτούμε ότι όταν ένας Βέλγος – και όχι μόνο – θεατής πηγαίνει στα 1994 να ακούσει στην Όπερα των Βρυξελλών την πρώτη εκδοχή του παρόντος έργου, ό,τι εμείς θεωρούμε εξόχως συνηθισμένο, εκείνος μπορεί να το θεωρεί πρωτότυπο. Για παράδειγμα, τη σύνθεση της ίδιας της συμφωνικής ορχήστρας, από την οποία λείπουν τα φαγκότα και τα κόρνα, ενώ την ίδια στιγμή έχουν προστεθεί η κιθάρα, το κρητικό λαούτο, το κανονάκι, η κρητική λύρα, η άρπα (με αρκετά σολιστικά και συνοδευτικά περάσματα) και το πιάνο. Ή το ίδιο το αρχαιοελληνικό θέμα, που αφορά στον Ορφέα στις περιπέτειές του – οι οποίες τόσο όμορφα αποτυπώνονται από το κείμενο του Πάνου Θεοδωρίδη – και διαβάζεται από τον αφηγητή στα ενδιάμεσα των ορχηστρικών μερών. Αλλά και το λιμπρέτο επίσης του έργου, που έχει συρραφεί από φράσεις παρμένες από το αρχαίο ελληνικό κείμενο των Ορφικών Ύμνων, το οποίο αποτελεί κτήμα του ίδιου του ευρωπαϊκού πολιτισμού, ή την έμμεση αναφορά (μουσικώ τω τρόπω) στον ενετοκρητικό πολιτισμό, στην ευρωπαϊκή Αναγέννηση και στην Ελλάδα. Όλα τους είναι πράγματα που μπορούν να συγκινήσουν τον διεθνή ακροατή, ο οποίος βλέπει και ακούει ένα ολοκληρωμένο ακρόαμα με σαφές μήνυμα, που επιπλέον ενέχει τον ίδιο τον ευρωπαϊκό πολιτισμό στα θεμέλια του μουσικού αυτού κτίσματος. Εν προκειμένω, όμως, υπάρχουν αδυναμίες στατικού τύπου στο οικοδόμημα. Ενώ το πρώτο μισό της Λειτουργίας Του Ορφέα εξελίσσεται αρμονικά, το δεύτερο μοιάζει βεβιασμένο, εύκολο στη μελοποίησή του και χωρίς να προσφέρει κάτι νέο. Κάτι τέτοιο έχει ως αποτέλεσμα ανιαρές μουσικές επαναλήψεις. Και ενώ η εισαγωγή είναι άκρως εντυπωσιακή και το “Hymn To Sky” με το “Hymn To The Sea” αποτελούν ίσως τα καλύτερα μέρη του έργου, το “Eurydice Awaits” προκύπτει αφελές και καθιστά τα 9/8, μιαν από τις πιο πλούσιες ρυθμικές παλέτες της ελληνικής μουσικής, βαρετά, ενώ το “Love Has Come” δεν αποκτά θέση σε αυτή τη δουλειά, καθώς μοιάζει με τραγούδι της σειράς και όχι μέρος ενός ευρύτερου σοβαρού έργου. Και αν εξαιρέσουμε το “Fates”, μια συγκινητική προσευχή για το αναπόφευκτο της μοίρας, η ενορχήστρωση από ένα σημείο και μετά γίνεται προβλέψιμη. Δεν νομίζω δηλαδή, αν και δεν έχω την παρτιτούρα του έργου, ότι το σύνολο της Λειτουργίας Του Ορφέα διαθέτει τονικές μετατροπίες που μπορούν να σε ξαφνιάσουν. Κάτι το οποίο δημιουργεί την αίσθηση του μονότονου, κάνοντάς τη να μοιάζει περισσότερο με συρραφή τραγουδιών, παρά με έργο λόγιας μουσικής. Το αποτέλεσμα λοιπόν, αν και ενδιαφέρον, είναι μέτριο, χωρίς εκπλήξεις και εξάρσεις, αν και διαπραγματεύεται τον Ορφέα, έναν ήρωα μεταιχμιακό, ο οποίος προσπάθησε βάσει του μύθου του να κινηθεί μεταξύ του κάτω και του πάνω κόσμου, της φθοράς και της αθανασίας, του Διονύσου και του Απόλλωνα, του έρωτα και της αγαμίας. Ενδεικτικό της απώλειας της ουσίας του θέματος είναι ο άνευρος “Βακχικός Χορός” του συνθέτη, ο οποίος συνομιλεί, ανισόρροπα, περισσότερο με το φως και λιγότερο με το σκοτάδι της πεισιθανάτιας μέθης. Πάντως ο Γιάννης Μαρκόπουλος με έκανε να ξαναδιαβάσω τους Ορφικούς Ύμνους και κατά τούτο ίσως το συγκεκριμένο έργο έχει μια ευρύτερη της μουσικής παιδευτική αξία. Εξαιρετική επίσης η εκτέλεση από όλους τους συντελεστές – μακάρι όλοι οι Έλληνες συνθέτες να είχαν τέτοιες συνθήκες ηχογράφησης και εκτέλεσης στη διάθεσή τους.  

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured