Είναι πραγματικά όμορφο να έχεις στα χέρια σου μια δουλειά δημοσιευμένη από μια ξένη εταιρεία, όπως είναι η σουηδική BIS, και όλοι οι συντελεστές της να είναι Έλληνες. Δεν το λέω με κάποια δόση εθνικισμού, αλλά είναι ωραίο η ελληνική μουσική και οι Έλληνες ερμηνευτές να κάνουν αισθητή την παρουσία τους στον παγκόσμιο μουσικό χάρτη. Κατά δεύτερον, μου έκανε εντύπωση το γεγονός ότι είναι η πρώτη φορά που μετέχει ελληνική ορχήστρα σε διεθνή παραγωγή «λόγιας» μουσικής - εν προκειμένω η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης (ΚΟΘ). Επίσης η συμμετοχή των Ελλήνων ερμηνευτών, του Γεώργιου Δεμερτζή (βιολί), του Σίμου Παπάνα (βιολί), της Μαρίας Αστεριάδου (πιάνο), του Νικόλαου Σαμαλτάνου (πιάνο) και του Δημήτρη Δεσύλλα (ξυλόφωνο), οι οποίοι βρέθηκαν κάτω από τη μουσική διεύθυνση του μαέστρου Βασίλη Χριστόπουλου, αποτελούν ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα του ελληνικού μουσικού δυναμικού. Ένα ακόμα πράγμα που μου έκανε θετική εντύπωση είναι η μικρή ηλικία των συμβαλλόντων στην προσπάθεια: ο 33χρονος Βασίλης Χριστόπουλος, ο 34χρονος Δημήτρης Δεσύλλας, ο 29χρονος Σίμος Παπάνας κ.ο.κ. αποτελούν τρανή απόδειξη του υψηλού επιπέδου στο οποίο βρίσκονται πολλοί μουσικοί πρόσφατων ηλικιακών γενεών.  Όσον αφορά το ίδιο το μουσικό έργο του Νίκου Σκαλκώτα (1904-1949), του καλύτερου ενδεχομένως Έλληνα «κλασικού» συνθέτη όλων των εποχών, την προσοχή μου κέρδισε το “Κοντσέρτο Για 2 Βιολιά” (1944-1945), ενός κοντσέρτου που ενορχηστρώθηκε από τον Κώστα Δεμερτζή και ηχογραφήθηκε για πρώτη φορά σε αυτή τη μορφή στο συγκεκριμένο CD, καθώς ο ίδιος ο συνθέτης δεν είχε προλάβει να το ενορχηστρώσει ο ίδιος. Η ενορχήστρωση, της οποίας η διεκπεραίωση υπήρξε μια δεκαετή προσπάθεια του Κώστα Δεμερτζή, ήταν επιτυχής, πειστική και σύμφωνη με το εν γένει ενορχηστρωτικό ιδίωμα του Σκαλκώτα. Κάνοντας μάλιστα ένα πρόχειρο -πρώτης ανάγνωσης - σχόλιο, θα έλεγα ότι ειδικά η χρήση των χάλκινων πνευστών ήταν κομβική για την απόδοση του σκαλκωτικού ιδιώματος. Άλλωστε κανείς δεν αποκλείει κάποιον άλλον ενορχηστρωτή να τολμήσει ένα παρόμοιο εγχείρημα. Είναι σημαντικό έργα τέτοιας αξίας να γεννούν δημιουργικές αναζητήσεις πολλές δεκαετίες μετά.  Το κομβικό όμως σημείο του ίδιου του έργου είναι άλλο. Είναι το πρώτο ελληνικό έργο «λόγιας» μουσικής που χρησιμοποιεί μελωδία από το καταφρονεμένο ρεμπέτικο τραγούδι ως βάση για το 2ο μέρος του. Συγκεκριμένα το τραγούδι του Βασίλη Τσιτσάνη “Θα Πάω Κει Στην Αραπιά” είναι αυτό που εμπνέει το Νίκο Σκαλκώτα, ο οποίος με συγκινητικό, γεμάτο παράπονο και πόνο, τρόπο συνομιλεί με τον λαϊκό συνθέτη τίμια και καθαρά, πολύ πριν ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης δουν την αξία της λαϊκής μουσικής των πόλεων ως συνέχεια της δημοτικής και βυζαντινής παράδοσης. Ο δαιμόνιος αυτός συνθέτης αποτελεί τον προφήτη μιας εποχής που δεν πρόλαβε να ζήσει. Και αυτή είναι η τόλμη του, το γεγονός ότι ασχολείται με κάτι το οποίο ενδεχομένως στους κύκλους της «καλής» μουσικής της εποχής προκαλούσε αναφυλαξία, βλέποντας ενδεχομένως ότι αυτό το κάτι ήταν πιο «κλασικό» από το ελαφρό τραγούδι - που δεν μπορούσε πια να εκφράσει την ιδιαιτερότητα μιας ταραγμένης εποχής. Εξαιρετικό και το 3ο μέρος του ίδιου έργου, το οποίο παραπέμπει τόσο πολύ στην αντιστικτική γραφή του Μπαχ: θα έλεγε κανείς ότι έτσι θα έγραφε ο Γερμανός συνθέτης, αν είχε γεννηθεί στις αρχές του 20ου αιώνα. Πολύ καλό και το “Κονσερτίνο Για 2 Πιάνα Και Ορχήστρα”(1935) ειδικά το 3ο «υπερκινητικό» μουσικά μέρος του, ενώ η “Νυκτερινή Διασκέδασις” (1949) για ορχήστρα και ξυλόφωνο αποτελεί την άλλη όψη του συνθέτη, την πιο προσιτή, την πιο διασκεδαστική, αν θέλετε, και αποτελεί μια μπουκιά μουσικής (3μιση λεπτών μόνο), υψηλής όμως «θερμιδικής» αξίας. Θετική η παρουσία της ΚΟΘ και του διευθυντή της σε αυτή την ηχογράφηση Βασίλη Χριστόπουλου, καθώς απέδωσαν τον σκαλκωτικό ήχο με μια «ιεροτελεστική» καθαρότητα χωρίς την παράλογη ένταση, έως το σημείο του θορύβου, άλλων ηχογραφήσεων έργων του συνθέτη. Πολύ καλοί όλοι οι σολίστες χωρίς εξαίρεση. Για όσους αγοράσετε το CD θυμηθείτε: tracks 2, 3, 6 και 7, χωρίς να σημαίνει ότι τα υπόλοιπα δεν είναι ενδιαφέροντα. Επίσης η συνύπαρξη του Νίκου Σκαλκώτα με τον Βασίλη Τσιτσάνη σε ένα CD ελληνικής «κλασικής μουσικής», δύο ανθρώπων που και οι δύο - ο Σκαλκώτας περισσότερο φυσικά - μελέτησαν βιολί. Ο Σκαλκώτας το εγκατέλειψε για να γίνει συνθέτης και ο Τσιτσάνης για να παίξει μπουζούκι. Δύσκολη απόφαση και για τους δύο, αν αναλογιστούμε την άσημη ζωή των Ελλήνων συνθετών από τη μια και την αντίληψη της κοινωνίας της εποχής για το «παράνομο» μπουζούκι από την άλλη. Οι επιλογές τους κρίθηκαν επιτυχείς, αν και για τον Σκαλκώτα μετά θάνατον. Πόσες χώρες όμως του κόσμου έχουν δύο τόσο μεγάλες προσωπικότητες στη λόγια και στη λαϊκή τους μουσική; Στο 2ο μέρος του “Κοντσέρτου Για 2 Βιολιά” αυτές οι προσωπικότητες μοιάζουν να συνομιλούν. Καλή ακρόαση λοιπόν…              

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured