Μια φυσική τάση του ανθρώπου, σε κάθε σχεδόν ηλικία και σε όποια κατάσταση κι αν βρίσκεται, είναι η εξιδανίκευση πραγμάτων, γεγονότων και προσώπων που του θυμίζουν την παιδική του ηλικία. H εκμετάλλευση αυτού του φαινομένου από τη βιομηχανία του θεάματος, έχει αρχίσει ήδη από την προηγούμενη δεκαετία και -σε άκρως επιθετικό βαθμό- συνεχίζει και στην τρέχουσα. Μεγάλα blockbusters κοιτάνε ευθαρσώς τη νοσταλγία στα μάτια, ποντάροντας όλη τους την ουσία σε αυτή, ενώ τηλεοπτικές σειρές αναπαράγουν συνεχώς συγκεκριμένες θεματικές ή καταστάσεις, ντυμένες με ένα πέπλο μελαγχολικής αναπόλησης των ανέμελων απογευμάτων των 80s και των 90s. Ο χώρος του κινηματογράφου και της τηλεόρασης έχει για τα καλά αγκαλιάσει αυτήν τη, φαινομενικά ακόμα ανεξάντλητη, πηγή εσόδων, όπου η per se αυθεντική δημιουργία, δίνει, συνήθως, τη θέση της σε έναν άτυπο διαγωνισμό του πόσα περισσότερα tick θα βάλει ο θεατής στα checkboxes, μιας ατελείωτης λίστας από κλισέ και κλεισίματα του ματιού στην παρελθοντολαγνεία . Υπάρχουν και, κατά κύριο λόγο, κυριαρχούν οι παραπάνω περιπτώσεις, υπάρχουν όμως και ταινίες σαν το Top Gun: Maverick. 

Το Top Gun του 1986, του αδικοχαμένου Tony Scott, ήταν μια ταινία-προϊόν της εποχής της. Η ‘’παλιό-παρέα’’ των Maverick, Goose, Iceman, ελίτ πιλότων μιας επίλεκτης μονάδας της αμερικανικής Πολεμικής Αεροπορίας, καβγάδιζε μεταξύ της για το στέμμα του alpha-male της ‘’αγέλης’’ και ζούσε σε έναν κόσμο βγαλμένο σαν από διαφήμιση. Πετούσε υπό τους ήχους του Kenny Loggins και των σκληρών, παραμορφωμένων με synth, κιθαριστικών riff του Harold Faltermeyer, ‘’γκομένιζε’’ στο μπαράκι της αεροπορίας παίζοντας μπιλιάρδο και έκανε έρωτα με τους ήχους του ‘’Take my Breath Away’, πριν φύγει να πολεμήσει απρόσωπους εχθρούς, θυμίζοντας παιχνίδι αερομαχιών του Play-station. Είχε τα συστατικά ενός γνήσιου 80s, hyper-στυλιζαρισμένου blockbuster, το οποίο μιλούσε την γλώσσα της εποχής, με σκοπό να διασκεδάσει τους θεατές, αλλά να μην τους σκοτίσει παραπάνω από όσο χρειαζόταν.

Το Top Gun: Maverick του 2022 είναι μια ταινία που δεν μπορεί να χαρακτηριστεί προϊόν της εποχής της. Διαφοροποιείται αισθητά από το σύγχρονο blockbuster των καιρών, σχεδόν σε κάθε του επίπεδο. Χαρακτηρίζεται από μια ανάγκη να ιδωθεί σε μεγάλη οθόνη, καταρρίπτοντας την παραμικρή  υπόνοια ότι θα μπορούσε να χωρέσει στη μικρή, μέσω κάποιας συνδρομητικής πλατφόρμας. Είναι ένα έργο συναρμολογημένο από πραγματικούς ανθρώπους, γεμάτους όρεξη και αγάπη για την τέχνη τους, ενώ τα υλικά του είναι χειροπιαστά, της καλύτερης δυνατής ποιότητας. Επιθυμεί να προσαρμόσει την νοσταλγία και το camp στοιχείο του πρώτου έργου στο σήμερα, χωρίς να πέφτει στην παγίδα του εύκολου και φθηνού συναισθηματικού εκβιασμού. Και τα καταφέρνει, παντού, περίφημα. 

Η βασική πλοκή της ταινίας θέλει τον Maverick, μονίμως ξεροκέφαλο και απειθάρχητο πιλότο, ‘’λείψανο’’ μιας άλλης εποχής αεροπόρων, να τεστάρει καθημερινά πειραματικά αεροσκάφη με περιορισμένους πόρους, όντας σε συνεχή κόντρα με τους ανωτέρους του. Όμως, η επίλεκτη σχολή πιλότων TOP GUN θα τον καλέσει πίσω, ως εκπαιδευτή αυτή τη φορά, καθώς οι νεαροί της απόφοιτοι αναμένεται να πετάξουν σε μια άκρως επικίνδυνη αποστολή χωρίς γυρισμό -ανάμεσά τους και ο του παλιού του κολλητού ‘’Goose’’.  

O -παραγνωρισμένος- σκηνοθέτης Joseph Kosinski (Tron: Legacy, Oblivion) είναι ο κατάλληλος άνθρωπος στην σωστή στιγμή, ένας κηνοθέτης με εξαιρετική αισθητική και ταλέντο στην σύνθεση της εικόνας. Πατάει, αρχικά, πάνω στο "βίντεο-κλιπίστικο" ύφος του Scott, για να το ‘’εξελίξει’’ σταδιακά, φέρνοντάς το στα μέτρα και τις δυνατότητές του. Η δράση δεν σε ζαλίζει, ούτε όμως ‘’κρύβεται’’ πίσω από ένα νευρώδες μοντάζ (εξαιρετική και η δουλειά του μοντέρ Eddie Hamilton) για να αποκτήσει τυχόν ένταση και ενέργεια. Ο Kosinski ξέρει τον τρόπο να ‘’ανοίγει’’ το μάτι του θεατή, κινηματογραφώντας κάθε πλάνο της ταινίας με απόλυτη ευκρίνεια και καθαρότητα, είτε αυτό αφορά μια αερομαχία ή ένα απλό παιχνίδι με βελάκια. Αυτή η σκηνοθετική του δεινότητα, σε συνδυασμό με την απουσία CGI -ή μάλλον τη διακριτική τους παρουσία, όπου χρειάζεται- και green screens, αλλά και την εκπληκτική δουλειά που έχει γίνει από επαγγελματίες πιλότους με πραγματικά αεροσκάφη (με τις IMAX κάμερες να μπαίνουν και αυτές σε κάθε cockpit), καθιστούν το Top Gun: Maverik ένα θέαμα, που αδιαμφισβήτητα "αξίζει" στη μεγαλύτερη δυνατή οθόνη.

top_gun_maverick_poster

Το σενάριο του Christopher McQuarrie (σεναριογράφου του Usual Suspects και σκηνοθέτη/σεναριογράφου των τελευταίων Mission Impossible, μεταξύ πολλών άλλων) αν και όχι πρωτότυπο ως κεντρικό concept και αρκετά προβλέψιμο ως πλοκή, είναι αυτό που ‘’ξεκλειδώνει’’ την ταινία και της δίνει αυτό το ‘’καύσιμο’’ που χρειαζόταν, για να απογειωθεί πραγματικά. Ο McQuarrie στοχεύει στον "εξανθρωπισμό"  όλων των πρωταγωνιστών και δευτεραγωνιστών της ταινίας, δίνοντάς ανθρώπινες διαστάσεις στην αρχετυπική φύση των περισσοτέρων. Σοφά επιλέγει να αγνοήσει οποιαδήποτε πολιτική νύξη, καθώς η ουσία δεν είναι στο να ‘’χρωματίσει’’ τους απρόσωπους -μέχρι τέλους- εχθρούς, αλλά να χρησιμοποιήσει και αυτούς ως μέσο για τον σκοπό του. Δημιουργεί έτσι λοιπόν, ολοκληρωμένες αψίδες χαρακτήρων και πάνω σε αυτούς στηρίζει τις βασικές θεματικές της ταινίας.

O χρόνος παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην ιστορία, μιας και είναι εκείνος που αποδεικνύεται το μεγαλύτερο εμπόδιο για τους πρωταγωνιστές, υπό διαφορετικό οπτικό πρίσμα για τον καθένα: o Maverik τον βλέπει να ξεπερνάει τον ίδιο με κυνικό τρόπο, ενώ οι μαθητευόμενοι της Ακαδημίας πρέπει να αναμετρηθούν μαζί του σε μια φαινομενικά αδύνατη αποστολή. Ο McQuarrie συνδυάζει αυτό το μοτίβο του χρόνου με τους καλογραμμένους και πλήρεις ήρωές του, καταφέρνοντας να δώσει χαρακτήρα, ωριμότητα και πόντους φρεσκάδας, σε μια ολοκληρωμένη ιστορία ενηλικίωσης. Διανθίζεται σε καίρια σημεία, με μετρημένες δόσεις νοσταλγίας, φτάνοντας σε ένα τελικό αποτέλεσμα που πατάει στα δικά του πόδια, γιορτάζοντας παράλληλα και την ταινία του 1986, διακριτικά και δίχως την φτηνή επίκληση στο συναίσθημα, που συνηθίζεται κατά κόρον από αρκετές παρόμοιες σημερινές προσπάθειες.

Όμως τίποτα από αυτά δεν θα είχε την ίδια σημασία, αν πίσω από το όλο εγχείρημα, κρατώντας και τη θέση του συμπαραγωγού, πέραν εκείνης του πρωταγωνιστή, δεν βρισκόταν ο Tom Cruise, ο άσος στο μανίκι της ταινίας.

Ο Maverick, στα εισαγωγικά πλάνα, έχει ένα έντονο debate με έναν ανώτερο του για το μέλλον της Αεροπορίας, καθώς αυτοματοποιούνται σταδιακά οι πτήσεις με την χρήση drones, αφήνοντας πιλότους και συνεργεία εκτός δουλειάς. Καθώς απομακρύνεται ο Maverick, διατείνεται με μια περίσσια -μα ελαφρώς γειωμένη λόγω ηλικίας- ‘’τσογλανιά’’, ότι γνωρίζει μεν την κατάσταση, ‘’but not today’’. Μπορεί να μιλάει ο Maverick, αλλά σίγουρα ακούς τον Cruise εκείνη τη στιγμή. Σαν ένας, εκ των τελευταίων μεγάλων Hollywood superstars, ο Cruise δεν φαίνεται να έχει να αποδείξει τίποτα σε κανένα: έχει συνεργαστεί με σκηνοθέτες όπως ο Stanley Kubrick, o Oliver Stone, ο Martin Scorsese και ο Steven Spielberg, έχει καταθέσει μεγάλες ερμηνείες, έχει εμφανιστεί σε κλασσικές ταινίες, έχει γίνει το απόλυτο icon μιας ολόκληρης γενιάς. Διόλου τυχαίο λοιπόν, ένας τέτοιου μεγέθους ηθοποιός, σταθερά χαρακτηριζόμενος από απόλυτο επαγγελματισμό και μια εγγενή αγάπη για το σινεμά (και τους ανθρώπους που δουλεύουν σε αυτό), σε αυτή την ύστερη φάση της καριέρας του και με τον χρόνο να κυλάει εναντίον του, προσπαθεί με κάθε του νέα ταινία να επαναφέρει αυτό το πραγματικό ‘’wow factor’’ στα πρόσωπα των θεατών. Bάζοντας, συνεχώς, σε κίνδυνο τη σωματική του ακεραιότητα, επιμένοντας, εμμονικά, στη χρήση πρακτικών εφέ, αληθινών σκηνικών και κασκαντέρ, δημιουργεί ταινίες οι οποίες είναι ένα μικρό -ή μεγάλο- γράμμα αγάπης στην εμπειρία της αίθουσας και ένα είδος σινεμά που μοιάζει να χάνεται.

top-gun-maverick-poster-crop

Στο Top Gun: Maverick, λοιπόν, ο Tom Cruise, αναλαμβάνει τον ρόλο του εκπαιδευτή Maverick, ο οποίος αποδέχεται το πέρασμα των γενεών, αλλά δεν είναι διατεθειμένος να παρατήσει τα πιστεύω του. Ρόλος που ολοκληρώνει τον χαρακτήρα του hot-shot πιτσιρικά Maverick, με μια ανιδιοτέλεια που, ναι μεν έρχεται σε αντίθεση με τον εγωισμό ή την αλαζονεία που μας είχε συνηθίσει στην ταινία του 1986, αλλά στο τέλος της ημέρας είναι και φυσική απόρροια των επιλογών του. Πάντα με την εικόνα του αιώνιου έφηβου να τον συνοδεύει, ο Cruise μπαίνει ξανά στο bomber jacket του Maverick σαν να μην πέρασε μια μέρα, δίνοντας μια ερμηνεία στα γνωστά υψηλά του standards, αλλά και με μια ελαφριά αίσθηση ότι σε αυτό το project νιώθει πολύ καλά, καλύτερα ίσως από τις υπόλοιπες υπερπαραγωγές με τις οποίες καταπιάνεται. Μπορεί ο περισσότερος νέος κόσμος να τον γνωρίζει σήμερα μέσα από τις περιπέτειες του Ethan Hunt στις Επικίνδυνες Αποστολές, όμως με την επιστροφή του Maverik, ο Tom Cruise βρίσκει ξανά έναν αγαπημένο ρόλο που πιθανότατα του είχε λείψει, περισσότερο από όσο νομίζαμε.

Aπό το ‘’νέο αίμα’’ και τον Miles Teller ως ‘’Rooster’’ -o οποίος αναπτύσσει σταδιακά μια πατρική σχέση με τον Maverick-, μέχρι τον Jon Hamm και τη Jennifer Connelly -της οποίας ο φαινομενικά generic ρόλος δουλεύει, καθώς μπαίνει και αυτός οργανικά, στη θεματική της ενηλικίωσης του Maverik-, όλο το cast ‘’λάμπει’’ κάτω από τις φτερούγες του πρωταγωνιστή της ταινίας. Όμως αν ξεχωρίζει κάποιος, αυτός δεν είναι άλλος από τον Val Kilmer, σε μια ευρηματική, μικρή μα περιεκτική εμφάνιση ως ‘’Iceman’’, αυθεντικά συγκινητική και πολύ όμορφα ενταγμένη στην πλοκή του έργου. Ένα μεγάλο credit θα πρέπει να δοθεί και στο ηχητικό κομμάτι της ταινίας, από τα ασύλληπτα ηχητικά εφέ των αεροπλάνων, που κάνουν κάθε βίδα της αίθουσας να τρίζει, καθώς και στο εξόχως δυναμικό soundtrack των Harold Faltermeyer και Hans Zimmer.

96abe6e2af49f01750f66313b3ec9adf

Η νοσταλγία έχει πολλούς τρόπους να καταστρέψει μια καλλιτεχνική δημιουργία. Αν όμως χρησιμοποιηθεί διακριτικά και με την επίγνωση ότι ο χρόνος πηγαίνει προς τα εμπρός, τότε μπορεί να δώσει συναρπαστικά αποτελέσματα. Το Top Gun: Maverick είναι μια ταινία που επιβάλλει τη θέασή της σε μεγάλη οθόνη. Δημιουργήθηκε για αυτό το σκοπό και μέσα στις δύο και κάτι ώρες της διάρκειάς της, συνοψίζει όλους τους λόγους για τους οποίους η μεγάλη οθόνη θα υπερτερεί πάντα της μικρής, σε τέτοιου επιπέδου παραγωγές. Αποδεικνύει περίτρανα ότι ο ανθρώπινος παράγοντας στη δημιουργία μιας ταινίας, δεν θα υποκατασταθεί ποτέ αληθινά από τον ψηφιακό. Από τα καλύτερα blockbusters των τελευταίων ετών, το Top Gun: Maverik προσφέρει την ίδια αίσθηση φυγής που προσέφερε και η πρωτότυπη ταινία. Και το κάνει σε μια εποχή που τέτοιου είδους παραγωγές σπανίζουν, αλλά, σίγουρα, τις έχουμε ανάγκη περισσότερο από ποτέ. 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Featured