search

CINEMA FEATURES

Η σατιρική ματιά του Νίκου Περάκη, ο λογοτεχνικός κόσμος του Καζαντζάκη και μια ιστορία προσφυγιάς βρήκαν τον δρόμο τους για τη μεγάλη οθόνη.

Η αφήγηση στον ελληνικό κινηματογράφο και το αιώνιο «πρόβλημα σεναρίου» ήταν μια συζήτηση που κυριαρχούσε σε κάθε θεωρητική ανάλυση της εγχώριας παραγωγής. Αυτή είναι μια «χθεσινή» κουβέντα πια, καθώς οι βραβευμένοι σε διεθνή φεστιβάλ Έλληνες σκηνοθέτες και οι έμπειροι κινηματογραφιστές έχουν κρατηθεί ζωντανοί και δίνουν πνοή στο ελληνικό σινεμά. Ας δούμε πώς χρησιμοποιείται η αφήγηση από μερικά παραδείγματα ταινιών που τον φετινό Χειμώνα διεκδικούν την προσοχή του κοινού και μερίδα της (μικρής είναι η αλήθεια) πίτας του box – office. 

success_story_keimeno.jpg

Ο έμπειρος στη νεοελληνική σάτιρα και εξπέρ στην βιτριολική ηθογραφία της μοντέρνας πραγματικότητας, Νίκος Περάκης, με την 12η ταινία του (Success Story) επιχειρεί να επαναλάβει τα μεγαλεία παλιότερων ταινιών του, όπως το «Βίος και Πολιτεία». Η αφήγησή του διαθέτει ειρωνεία και παρατήρηση για να μετατρέψει την τραγωδία σε κωμωδία και το αντίθετο. Ένας διανοούμενος και μια ανερχόμενη ηθοποιός συναντιούνται σε μια Αθήνα που υποφέρει από την κρίση. Οι αυταπάτες μεγαλείου και τα παιχνίδια εξουσίας φτάνουν τους ήρωες στα όριά τους και παρασύρουν στο διάβα τους ένα μωσαϊκό χαρακτήρων από δικηγόρους, μοντέλα, φιλόδοξους γόνους, ρεμάλια, ηθοποιούς και εγκληματίες. Ο Περάκης εκμεταλλεύεται το πλεονέκτημά του να αναδεικνύει ηθοποιούς, κι εδώ ο Κωνσταντίνος Μαρκουλάκης, η Φιόνα Γεωργιάδη, ο Πάνος Μουζουράκης, η Τόνια Σωτηροπούλου, η Τζένη Θεωνά και η Βάσω Καβαλιεράτου, μεταξύ άλλων, εκθέτουν περήφανα την παράνοια, το sexiness και την υπερβολή των ηρώων. Οι πολιτικές συνωμοσίες, τα μικροσυμφέροντα και οι ερωτικές εξαλλοσύνες ενορχηστρώνονται από τη διεισδυτική ματιά του Περάκη, ο οποίος -είτε σκηνοθετεί κάτι μεγαλειώδες (Λούφα και Παραλλαγή) είτε κάτι μέτριο (Η Φούσκα)- δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητος. 

Στον αντίποδα της ειρωνείας και της χορογραφημένης μεγαλοαστικής τρέλας, είναι η ιστορική καταγραφή με λογοτεχνικό άξονα αφήγησης. Κάτι βρίσκει στις εμβληματικές φυσιογνωμίες ο σκηνοθέτης Γιάννης Σμαραγδής, καθώς μετά τον Κωνσταντίνο Καβάφη, τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο και τον Ιωάννη Βαρβάκη, βιογραφεί τον μεγάλο Νίκο Καζαντζάκη. Η ταινία, που βγαίνει στις 23 Νοεμβρίου στους κινηματογράφους, έχει σαν υφολογικό πανωφόρι την πνευματική αναζήτηση του Καζαντζάκη και η αφήγηση πλησιάζει το ιστορικό δράμα, με φιλοσοφικό διάκοσμο.

kazantzakis.jpg

Δεν χρειάζεται κάποιος να ψάξει βιβλιογραφικά και η βιογραφική ταινία δεν απαιτεί ακαδημαϊκή πληροφόρηση. Η αναζήτηση και τα ταξίδια του Καζαντζάκη σε ιστορικούς τόπους παίρνουν το πάνω χέρι, σαν επιλογή του σκηνοθέτη να μην προσδώσει στην ταινία φιλολογική συνείδηση. Αν και το «μεγαλύτερο απ’ τη ζωή» όνομα του Καζαντζάκη προκαλεί υπολογισμένες προσδοκίες, το στοίχημα της ταινίας είναι να πετύχει να εξερευνήσει το αόρατο πεδίο του βάρους της υπογραφής του συγγραφέα. Το κυριότερο; Να το κάνει δίχως ψευδοϊστορικό παροξυσμό, αλλά με ανθρώπινη «αλήθεια». Αυτή την αλήθεια που έκαιγε το μυαλό του πολυδιαβασμένου Καζαντζάκη. Στους ρόλους, ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, ο Στέφανος Ληναίος, η Μαρίνα Καλογήρου και ο Θοδωρής Αθερίδης είχαν μια μεγάλη πρόκληση.

Η αφήγηση μιας ιστορικής ταινίας μπορεί να είναι ονειρική και συμβολική αλλά κατά βάση πατάει στην αναπαράσταση εποχής. Αυτή η αναπαράσταση φαίνεται να απασχολεί περισσότερο την Δώρα Μασκλαβάνου και καλά κάνει. Η ταινία της με τίτλο «Πολυξένη» βασίζεται στην αληθινή ιστορία μιας Ελληνίδας της Πόλης, που πέθανε άπορη σε ψυχιατρείο. Η Πολυξένη υιοθετήθηκε το 1955 από πλούσιους Έλληνες της Πόλης. Ένα δράμα θα ξετυλιχθεί όταν συγγενείς, δικηγόροι και προικοθήρες θα διεκδικήσουν την περιουσία της. Η ασυμβίβαστη Πολυξένη και η σύνθετη σχέση με τη μητέρα της διαθέτει όλα τα συστατικά ενός επικού δράματος εποχής, όπου όλα βρίσκονται σε προσεγμένη υπερβολή, με δολοπλόκους ήρωες και απατηλά αισθήματα, με φόντο το τραύμα της προσφυγιάς. Εδώ η αφήγηση αντλεί από την εικονογραφημένη ιστορία και απαιτεί ιστορική ακρίβεια από τους ενδυματολόγους και σωστή αναπαράσταση εποχής από τους σκηνογράφους. Η Κάτια Γκουλιώνη, ο Ozgur Emre Yildirim, η Λυδία Φωτοπούλου και Ακύλας Καραζήσης αναλαμβάνουν ρόλους που τους καλούν να ξεφύγουν από το θεατρογενές, αυστηρό παίξιμο που κατακλύζει τα τηλεοπτικά σήριαλ και να βρουν κινηματογραφικά εκφραστικά μέσα και να τσαλακωθούν από τη βαρβαρότητα της εποχής. Η πληθωρική εικονογραφία και το εσωτερικό δράμα της ηρωίδας, βασισμένο στις μνήμες της, είναι μια μορφή αφήγησης στην οποία ο ελληνικός κινηματογράφος έχει επιδείξει σημαντικά έργα. Ένα από αυτά ελπίζουμε να είναι η Πολυξένη που βγαίνει στις αίθουσες λίγο πριν τα φετινά Χριστούγεννα (14/12).

inside_Nova.jpg

Με την αφορμή των τριών νέων φιλόδοξων ελληνικών ταινιών, θα πρέπει να σταθούμε και σε κάτι που συχνά ξεχνάμε στις αναλύσεις μας, πριν και μετά την έξοδο στη μεγάλη οθόνη. Η προσπάθεια παραγωγών και σκηνοθετών, όχι μόνο να κρατήσουν ζωντανό το ελληνικό σινεμά, αλλά και να το πάνε και ένα βήμα παραπέρα είναι σίγουρα αξιέπαινη. Σημαντική είναι, όμως, και η έμπρακτη στήριξή του από ιδιωτικούς φορείς και μάλιστα από τηλεοπτικούς παρόχους που, όχι μόνο στη χώρα μας, αλλά και ανά τον κόσμο συμβάλλουν στη στήριξη του κινηματογράφου ή του αθλητισμού στη χώρα τους. Στην περίπτωση αυτών των ταινιών, τη συμπαραγωγή τους έχει αναλάβει η Nova (όπως άλλωστε και σε συνολικά πάνω από 135 ταινίες εδώ και 20 χρόνια), ενισχύοντας έτσι, με τον δικό της τρόπο, τόσο τον πολιτισμό, όσο και τους συνδρομητές της που τις βλέπουν πρώτοι σε avant-premiere, μέσω του προγράμματος επιβράβευσης, πριν την επίσημη διάθεσή τους στις αίθουσες (αρκετά έξυπνη κίνηση κατά την άποψή μας). Σίγουρα οι διακρίσεις (ακόμα και σε διεθνές επίπεδο) είναι κατά βάση επιτυχία όσων δημιουργούν και εργάζονται γι' αυτές, αλλά χωρίς και τη χρηματοδότηση από παρόχους τηλεοπτικού θεάματος, δεν θα μπορούσαμε να έχουμε αυτό το αποτέλεσμα. Είναι, τέλος, και δική μας ευθύνη (και πάμε τώρα και στην πλευρά των μέσων) να στηρίξουμε τις ελληνικές προσπάθειες που αξίζουν και να προβάλλουμε όχι μόνο τις ταινίες αυτές και τους συντελεστές τους, αλλά και όσους συμβάλλουν στην παραγωγή τους.