search

ΣΥΝΑΥΛΙΕΣ - ΔΙΕΘΝΗ

Πολυπληθής η προσέλευση στο Fuzz για τον Dave Eugene Edwards και την παρέα του, που ναι μεν απέδωσαν ικανοποιητικά τις ατμόσφαιρες των ηχογραφήσεών τους, μα αυτή τη φορά στάθηκαν μάλλον κατώτεροι των προσδοκιών...

Χώρος | Fuzz, Αθήνα
Ημερομηνία διεξαγωγής | 13/5/2017
Φωτογράφος | Πόπη Κατσιδονιώτη

«Είναι η πρώτη φορά που παίζω καθιστή, αλλά κατέστρεψα το σώμα μου, οπότε...».

Η Αμερικανίδα Emily Ruth Rundle, από το Λος Άντζελες, έπαιξε με χτυπημένο πόδι και πλευρό το Σάββατο στο Fuzz, ανοίγοντας για τους Wovenhand. Αυτό από μόνο του την ανακυρήσσει σε ηρωίδα της βραδιάς, όμως η τραγουδοποιός, πέρα από το να κάνει το τυπικό χρέος της, κατάφερε και να κερδίσει την προσοχή του κοινού –εκείνων τουλάχιστον που είχαν το στοιχειώδες τακτ να την παρακολουθήσουν.

91tWovhn_2.jpg

Με μόνη συνοδεία την πνιγμένη στο delay ακουστική κιθάρα της (την οποία αργότερα αντικατέστησε με μια ηλεκτρική), η Rundle μάς ξενάγησε επιτυχώς στον κόσμο των τραγουδιών της, μέσα από επιλογές από τα δύο μέχρι στιγμής άλμπουμ της. Κάποια στιγμή ανέφερε ότι η καλύτερή της συναυλία ήταν με τους Red Sparrows στην Αθήνα, οπότε δικαιούμαστε να ελπίζουμε ότι θα την ξαναδούμε στα μέρη μας –και υπό ευνοϊκότερες συνθήκες.

91tWovhn_3.jpg

Ο David Eugene Edwards, από την άλλη, κάποτε συνήθιζε να εμφανίζεται καθιστός, μα πλέον παίζει όρθιος. Ανέβηκε στη σκηνή λίγο πριν τις 22:30, φορώντας το καπέλο του, χωρίς το οποίο μοιάζει αδύνατο να τον φανταστείς· κι αμέσως ζώστηκε την κιθάρα του, δίνοντας το σήμα για την εκκίνηση. Μαζί του είχε και τους τρεις συνοδοιπόρους του, τον Chuck French (κιθάρα/φωνητικά), τον Neil Keener (μπάσο) και τον Ordy Garrison (ντραμς) –όχι όμως και τον πληκτρά Matthew Smith, ο οποίος συμμετείχε στο τελευταίο τους άλμπουμ.

91tWovhn_4.jpg

Η μπάντα ξεκίνησε με το “Hiss”, από το Refractory Obduarate του 2014 και συνέχισε με επιλογές από το περσινό Star Treatment, υφαίνοντας μεθοδικά το μυστηριακό κλίμα για το οποίο φημίζεται. Η setlist περιελάμβανε σχεδόν αποκλειστικά επιλογές από τα προαναφερθέντα άλμπουμ, με τα φωνητικά του Edwards να φτάνουν στα αυτιά μας μέσα από ένα εφέ ντουντούκας, το οποίο, σε συνδυασμό με τις κιθαριστικές δίνες και το υπόκωφο μπάσο, δημιουργούσε μια «μαύρη τρύπα», από την οποία ήταν σχεδόν αδύνατο να ξεφύγεις. Μόνη επαφή με τον «πραγματικό» χρόνο και ένδειξη εναλλαγής διαθέσεων, αποτέλεσαν τελικά τα στακάτα και συχνά ιδιαίτερα παιγμένα τύμπανα του γενειοφόρου Garrison.

91tWovhn_5.jpg

Καθότι το αγαπημένο μου “Hired Hand” ακούστηκε πολύ νωρίς (μόλις τρίτο στη σειρά), η πρώτη μου διά ζώσης επαφή με το φαινόμενο Wovenhand ομολογώ ότι αποδείχθηκε κατά τι κατώτερη των προσδοκιών. Ούτε την πολυσυζητημένη αλλοπαρμένη performance του Edwards είδα (παρά μόνο σε πολύ μικρές και ακίνδυνες δόσεις), ούτε την ομάδα «που ακόμα και οι πιο βαριές metal μπάντες αδυνατούν να συναγωνιστούν» πήρα είδηση πουθενά. Η έλξη που ασκεί στο μεταλλικό κοινό η ολοένα και πιο σκοτεινή μουσική των Wovenhand είναι φυσικά απόλυτα κατανοητή και εξηγήσιμη, όμως προσωπικά βρήκα τη συγκεκριμένη εμφάνισή τους κατώτερη του hype που τη συνόδευε.

91tWovhn_6.jpg

Προσπερνώντας πάντως αυτή τη σκέψη, η απόδοση της ατμόσφαιρας των ηχογραφήσεών τους υπήρξε ικανοποιητική, και σίγουρα την βρήκαν τέτοια οι πολυπληθείς φίλοι τους, οι οποίοι και γέμισαν σε μεγάλο βαθμό το Fuzz. Στο τέλος, άλλωστε, ζήτησαν και encore –χειροκροτώντας και σφυρίζοντας πιο δυνατά από οποιαδήποτε άλλη στιγμή της συναυλίας. Τα κέρδισαν, φυσικά, τα 3 επιπλέον τραγούδια (“Five By Five”, “Low Twelve”, “King O King”) κι έτσι η διάρκεια της εμφάνισης του Edwards και της παρέας του άγγιξε τελικά τα 85 λεπτά. Ο ίδιος μάς αποχαιρέτησε στο τέλος με κάνα-δυο «thank you very much», τα μόνα λόγια που μάς απηύθυνε όλο το βράδυ.