Τα 4 χρόνια του φεστιβάλ γιορτάστηκαν δεόντως την Πέμπτη στην Ιερά Οδό, σε μια βραδιά που και κόσμο είχε, μα και εξαιρετικές εμφανίσεις –κυρίως από τον Bug και τους Swans. Βαγγέλης Πούλιος & Χάρης Συμβουλίδης βρέθηκαν εκεί και καταγράφουν αναλυτικά τα όσα έγιναν...
 
Son Lux
του Χάρη Συμβουλίδη
 
Τον Ryan Lott, αν δεν τον έχεις ξαναπαρακολουθήσει και αν γενικά τον αγνοείς ως μουσικό, μάλλον δεν θα τον πάρεις στα σοβαρά βλέποντας τη νεανική, ξερακιανή του φιγούρα με το γενικώς indie στυλ και τη nerdy φυσιογνωμία. Θα τον περάσεις ίσως για τυπικό όνομα που καλείται ν' ανοίξει ένα φεστιβάλ –από εκείνα που βγάζουν σε πέρας τη δουλειά μα δεν τα θυμάσαι στο τέλος, όταν έχεις χορτάσει τους πρωταγωνιστές. Αμ δε... 
 
Wintpliss_2
 
Με τη βοήθεια του νευρώδη Ian Chang στα τύμπανα και του ενίοτε λαμπρού Rafiq Bhatia στην κιθάρα, ο Son Lux επιβλήθηκε από την αρχή κιόλας του σετ του. Παρότι μάλιστα ήταν όσο έπαιζε που μπήκε το μεγάλο κύμα του κόσμου στην Ιερά Οδό, τα φαινόμενα των ομιλιών σε πηγαδάκια περιορίστηκαν γρήγορα: αποδείχθηκε δηλαδή ικανός να κεντρίζει την περιέργεια πολύ εύκολα, ακόμα και όσων ήρθαν στο Winter Plisskën αποφασισμένοι να τον αγνοήσουν.
 
Wintpliss_3
 
Και πώς αλήθεια να μη γινόταν κάτι τέτοιο, από τη στιγμή που συνδύασε τόσο αρμονικά εντάσεις και συναίσθημα, παραδίδοντάς μας σε μια ιντριγκαδόρικη ρυθμολογία, η οποία δεν φοβόταν τους πειραματισμούς και τις ανατροπές και διαρκώς τσίγκλαγε τον παράγοντα «φόρμα»; Κι έτσι, ενώ τα όσα άκουγες δεν θα τα έβγαζες ντε και καλά από ένα γενικό art pop πλαίσιο, διέθεταν τόσα απροσδόκητα ηλεκτρονικά και μια τόσο ευεργετική post- ατμόσφαιρα (αν τέλος πάντων σηματοδοτεί κάτι αυτό, σε επίπεδο νοημάτων, ως προς τα ανοίγματα προς το ροκ, τον αυτοσχεδιασμό, ακόμα και το χιπ χοπ), ώστε τελικά συγκροτούσαν έναν ήχο άκρως σημερινό. Τον οποίον ο νεαρός Αμερικανός και οι συνοδοιπόροι του υπερασπίστηκαν επί σκηνής με μια αεικίνητη, συχνά σπαρταριστή εμφάνιση, που τους κόστισε κάμποσα κιλά ιδρώτα, μα επιβραβεύτηκε από θερμά χειροκροτήματα και αρκετά μαγνητισμένα βλέμματα. 
 
Wintpliss_4
 
Lee "Scratch" Perry
του Βαγγέλη Πούλιου
 
Πιθανόν η εμφάνιση του Lee Perry να ήταν η πιο παράταιρη, σ’ ένα φεστιβάλ πάντως το οποίο, έτσι κι αλλιώς, δεν έθετε την ομοιογένεια ως ζητούμενο. Η κλασική, τυπική (έως και στερεο-τυπική) ρέγκε «του», δεν ήταν βέβαια εκτός τόπου και χρόνου, όσο κι αν –συνήθως– δεν έψαχνε επαφή με τη συγχρονικότητα (στην όποια της έννοια). Αν μη τι άλλο, η μπάντα που τον συνόδευε ήτανε καλοκουρδισμένη: μια rhythm section (μπάσο, τύμπανα) ταγμένη στην υπηρεσία του απογυμνωμένου, «ανάποδου» γκρουβ, νοηματοδοτώντας περίφημα μία απ’ τις βασικές μουσικές αξίες της ρέγκε· μια κιθάρα κι ένα συνθεσάιζερ, που συνόδευαν καίρια τον κυρίαρχο ρυθμικό κορμό, βγαίνοντας κι εκείνα (κυρίως η κιθάρα) περιστασιακά στην καθοδήγηση. 
 
Wintpliss_5
 
Μέσα σ’ αυτά και ο Lee Perry –στα 78 του πλέον– με το μικρόφωνο στο χέρι, να κυνηγάει ένα μεγάλο μπαλόνι και να μουρμουράει λέξεις ή αποσπασματικές φράσεις. Και προς το τέλος, να πετάει εκείνο το “Sun Is Shining” (το γνωστό τραγούδι του Marley, η πρώτη εκδοχή του οποίου ηχογραφήθηκε το 1971 με τους ιδιαίτερους τρόπους του Perry), υπενθυμίζοντας γενικώς πως ό,τι παρακολουθούμε δεν είναι ακριβώς ένας περιφερόμενος θίασος, αλλά μία από εκείνες τις περιπτώσεις όπου η ιδιοτροπία γίνεται (έγινε, κάποτε) ο καλύτερος καταλύτης για την αλλαγή. 40 χρόνια αργότερα, ωστόσο, και με τις προσπάθειες της όποιας επικαιροποίησης να περιορίζονται στους ανεβασμένους σφυγμούς ενός κοφτού κι επαναλαμβανόμενου ρυθμικού, η αλλαγή φαίνεται να έχει ξεθωριάσει· αντλώντας τη γοητεία της μέσα απ’ τη σκιά ενός παρελθόντος.
 
The Bug
του Βαγγέλη Πούλιου
 
Μέρες που είναι, τη δυστοπία μας τη χρειαζόμασταν. Και ο Bug (Kevin Martin) ανέλαβε προθύμως χρέη οικοδεσπότη. Ήδη από την αρχή, μάλιστα, φρόντισε να μας κατατοπίσει πλήρως: ορίστε η ομίχλη, να και ο κόσμος στον οποίον εισέρχεστε· γεμάτος υγρά μπιτ, δονήσεις από τις εκκωφαντικές χαμηλές συχνότητες κι ένα χιπ χοπ γεμάτο γρέζι, να τραγουδά αυτό που στη Τζαμάικα ονομάζουν «Babylon». 
 
Wintpliss_6
 
Διαχειριζόταν εξαιρετικά τις εντάσεις του ο Martin, τέτοια υπόγεια τα γνωρίζει πλέον σαν την παλάμη του χεριού του. Έχτιζε δηλαδή ένα μπιτ που σε χτυπούσε κατευθείαν στα μηνίγγια, αλλά την ίδια ώρα το άφηνε –έστω και ελαφρώς– ελλειπτικό, για να σε κρατήσει μετέωρο για ελάχιστα νανοσεκόντ. Τέτοια μικροχάσματα, σε συνδυασμό με τις δονήσεις που αισθανόσουν στα μέσα σου, έδιναν στη μουσική μια δεύτερη διάσταση, πέραν της ακουστικής: την αντιλαμβανόσουν πλέον (και) σωματικά. 
 
Wintpliss_7
 
Μέχρι να ανέβει στη σκηνή ο Flowdan (χονδρικά, κάνα μισάωρο από την έναρξη του σετ), ο Bug είχε ήδη καταφέρει να χτίσει με λεπτομέρεια αυτό το δυστοπικό ηχητικό σύμπαν. Με τον MC κατόπιν στη σκηνή, το ενδιαφέρον μετατοπίστηκε –έστω και ανεπαίσθητα. Λογικό. Και χώρος χρειαζόταν, αλλά και μια διαφορετική ισορροπία. Όχι ότι άλλαξαν και πολύ τα συμφραζόμενα, ίσως απλώς να θυσιάστηκε εκείνη η λεπτομέρεια για χάρη μιας ζωντανής διάδρασης. Χαλάλι χίλιες φορές βέβαια, ιδίως από τη στιγμή που ο Flowdan δεν επιβεβαίωσε τις κακές μου αναμνήσεις από εκείνο το λάιβ στο Synch του 2009, συνεισφέροντας το δικό του κομμάτι στη συνολική δυναμική. 
 
Ας σημειωθεί, επίσης, ο ευρηματικός τρόπος με τον οποίον ο Bug ξεκίνησε και τελείωσε το σετ του. Χρησιμοποιώντας σαν μοχλό και στις δύο περιπτώσεις αποδομημένες εκδοχές του “Poison Dart”, σχηματοποίησε εξαιρετικά την είσοδο και την έξοδο από τα υγρά του υπόγεια. Και με αυτή τη δυστοπική του αφήγηση, βρήκε ένα αναπάντεχο σημείο επαφής με το σύμπαν του Michael Gira. 
 
Wintpliss_8
 
Swans
του Βαγγέλη Πούλιου
 
Με μικρή καθυστέρηση –λογική με τόσες εναλλαγές στη σκηνή– έφθασε λίγο πριν τα μεσάνυχτα και η ώρα των Swans. Για τις επόμενες 2 ώρες (ίσως και κάτι παραπάνω) τον λόγο είχε λοιπόν ο κύριος Gira και οι ακραίες εμμονές του. Και εδώ δεν είχε εισαγωγές και «έλα να σε πάρω απ’ το χεράκι» καταστάσεις. Εδώ τα πράγματα ήταν απόλυτα: ή μπαίνεις μέσα στη λούπα (αλλά όταν λέμε μέσα, εννοούμε πραγματικά μέσα) ή κάθεσαι στην απ’ έξω. Μέση λύση, δεν νομίζω πως υφίσταται. 
 
Διότι αν σπάσουμε το πράγμα σε δίφραγκα, τα αποτελέσματα μάλλον θα μας δυσαρεστήσουν. Μια φωνή μονότονη, θαρρείς ηθελημένα απογυμνωμένη από την όποια μελωδική της λειτουργία, 6 άνθρωποι να ασκούνται σε κάποια –μάλλον απλά– θέματα κι όλο αυτό σε ακραία επανάληψη και σε εξίσου ακραία ένταση. Κάποιος κακεντρεχής θα μπορούσε να μιλήσει ακόμα και για φαιδρότητα. 
 
Wintpliss_9
 
Όμως το κλου δεν βρισκόταν εκεί. Ήταν στον στρόβιλο που όλα αυτά δημιουργούσαν, εκεί όπου δεν είχε πια σημασία το τι παράγει την κίνηση, αλλά ο στροβιλισμός καθ’ αυτός. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε και για μυσταγωγία, με την έννοια ότι είχαμε να κάνουμε με κάτι που ξεπερνάει τον ορθολογισμό, επιβάλλοντας μια είδους μέθεξη για να μπορέσει να γίνει αντιληπτό. Έπρεπε δηλαδή να μπεις μέσα στον στροβιλισμό για να καταλάβεις τους κυματισμούς του, εκείνες τις ανεπαίσθητες διαφοροποιήσεις στην ένταση ή στη μικροδομή του ριφ που μέσα στη γενική επανάληψη ηχούσαν σαν ραγδαίες μετατοπίσεις. 
 
Άπαξ πάντως και έμπαινες, οι Swans ήταν καθηλωτικοί. Διότι, εκτός των σκοταδιών που τραγουδάει ο Gira (αν μη τι άλλο, αρκετά πειστικά), η μουσική προκαλεί διαρκώς και τη φόρμα, με κάτι του στυλ: «κοίτα τι καταφέρνεις παίζοντας μία μόνο νότα για 25 λεπτά». Ποιες μελωδικές ακολουθίες και ποια μουσικότητα…
 
Wintpliss_10
 
Μέσα στο απόλυτο του όλου πράγματος εντάσσεται βέβαια και ο επιτακτικός (για να το θέσω κομψά) τρόπος με τον οποίον ο Gira καθοδηγούσε τους συνεργάτες του: για να φτιάξουν το μικρόφωνο που ξερνούσε βολτ, για να δυναμώσει ο μπασίστας, για να δώσει πιο πολύ ο ντράμερ κ.ο.κ. Βαδίζεις όμως εν γνώσει σου, ξέρεις σε τι σκοτάδια θα περπατήσεις και με ποια ένταση θα σου έρθουν για να τ’ αντιμετωπίσεις. Μην περιμένεις να είναι όλα ρόδινα… 
 
Wintpliss_11
 
Simian Mobile Disco
του Χάρη Συμβουλίδη
 
Είχαν πολύ δύσκολο έργο να επιτελέσουν ο James Ford με τον Jas Shaw, όπως θα είχαν βέβαια και όλοι στη θέση τους μετά την τελετουργία ηλεκτρικού ζόφου στην οποία μας μύησε ο Gira. Δεν έλειψαν βέβαια και κάτι κουταμάρες, τύπου ευτυχώς που ήταν και οι Simian Mobile Disco να κλείσουν το Winter Plisskën με τα beats τους, απαλλάσσοντάς μας από ένα γκρουπ που κάνει τον Justin Bieber να ακούγεται ως άγγελος. Μάθαμε δε, από ανθρώπους οι οποίοι έσκασαν κάποτε ως αλεξιπτωτιστές στον χώρο μας –μη μπορώντας (τότε) να συντάξουν μια πρόταση σωστά και με γνώσεις μισού μουσικού είδους– ότι όσοι αρεσκόμαστε στους Swans είμαστε μόνιμοι κάτοικοι του Pretentiousville. Τι γέλια ρίχνω όταν διαχωρίζεται τόσο εμφατικά η ήρα απ' το στάρι... 
 
Wintpliss_12
 
Πάντως οι Simian Mobile Disco στάθηκαν στο ύψος του ονόματός τους και της περίστασης. Κι ας είδαν την Ιερά Οδό ν' αδειάζει αποκαρδιωτικά μετά το πέρας των Swans (ήταν βλέπετε και καθημερινή, είχε πάει και 2 το πρωί), με μόνο την «πλατεία» μπροστά στη σκηνή ν' απομένει γεμάτη και αρκετούς απ' όσους παρέμειναν απορροφημένους να συζητούν τα όσα προηγήθηκαν κατά τα πρώτα 20 λεπτά του σετ των Βρετανών. Εκείνοι –απτόητοι– άνοιξαν το video wall, έριξαν τα αφαιρετικά τους πράσινα, κόκκινα, μπλε, πορτοκαλί μοτίβα κι εξαπέλυσαν διακριτικά τη ζεστή τους electronica με τις ντίσκο αποχρώσεις στο βάθος. 
 
Και σιγά-σιγά, η δουλειά έγινε: τα μπαρ σέρβιραν άλλη μία γύρα ποτά, τα κορμιά απόκτησαν κίνηση, κάποια κορίτσια άρχισαν τον χορό και μέχρι να πάει 3 και να ολοκληρωθεί η βραδιά με ένα δυνατό γκραν φινάλε, οι Simian Mobile Disco είχαν αφήσει το στίγμα τους και έφυγαν εν μέσω θερμού χειροκροτήματος. Έστω κι αν δεν μπόρεσαν να σβήσουν την εμπειρία που είχε προηγηθεί αυτών, η οποία τονιζόταν νομίζω περαιτέρω από το γεγονός ότι ήσαν τόσο ακούνητοι επί σκηνής, προσηλωμένοι στα μηχανήματά τους σαν να βρίσκονταν σε κάποιο εργαστήριο και όχι σ' ένα συναυλιακό σανίδι.   
 

{youtube}olRcIjJq-Ok{/youtube}

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured