Το Synch Festival παραμένει – για τρίτη αν δεν κάνω λάθος χρονιά – το καλύτερο που γίνεται στη χώρα μας. Είναι το μοναδικό κατ’ αρχήν που μπορεί να ονομαστεί έτσι, κατά τα πρότυπα του εξωτερικού, όπου φεστιβάλ σημαίνει να γίνονται πολλά πράγματα ταυτόχρονα σε πολλές σκηνές κι εσύ να τρέχεις από τη μια σκηνή στην άλλη για να προλάβεις να δεις όλα όσα σε ενδιαφέρουν. Και στην περίπτωσή του, αυτά είναι πολλά και με τον δικό τους τρόπο λιγότερο ή περισσότερο αξιόλογα. Το πρόβλημα όμως παραμένει – και θα περιμέναμε μετά από αυτά τα χρόνια να έχουν βρεθεί οι τρόποι να ξεπεραστεί – ότι δεν καταφέρνεις ποτέ να τα δεις όλα (ή το κάνεις αφού έχεις περιφερθεί άσκοπα και πολλές φορές στον πάντα υπέροχο τόπο διεξαγωγής του, μα δεν είναι και το πιο ευχάριστο πράγμα να τρέχεις μάταια από σκηνή σε σκηνή) λόγω του ότι οι καλλιτέχνες δεν εμφανίζονται ποτέ στην ώρα που αναφέρεται στο πρόγραμμα. Η κατάσταση είναι αυτό που θα λέγαμε χύμα, και για το μόνο πράγμα που είσαι σίγουρος είναι ότι κάποια στιγμή θα δεις αυτό που θες, αρκεί να μην έχεις απαιτήσεις να ξέρεις εκ των προτέρων την ώρα. Συναντήθηκα με φίλους στα μονοπάτια του Πάρκου που έτρεχαν πανικόβλητοι να δουν κάτι στην άλλη μεριά του χώρου, για να τους καθησυχάσω ότι δεν έχει τελειώσει το προηγούμενο όνομα ακόμα, και το αντίστροφο. Ή έγιναν κουβέντες απείρου κάλλους από το ακροατήριο του στυλ «χάλια ρε συ ο Amon Tobin...” , “βασικά δεν είναι ο Amon Tobin, είναι ο προηγούμενός του και μην ξανακοιτάξεις το ρολόι σου, σε παρακαλώ!». Ο οποίος Amon Tobin ήταν να παίξει στη μία μετά τα μεσάνυχτα αλλά 3 παρά που αποχώρησα δεν είχε ακόμη ανέβει στη σκηνή… (γιατί καλώς ή κακώς, δεν σκόπευα να περάσω όλο μου το πρωινό του Σαββάτου στο κρεβάτι...). Καλά, ούτε που θέλω να ξέρω τι ώρα έπαιξε ο A Guy Called Gerald, φαντάζομαι με τον ήλιο ήδη ψηλά...

Μετά από μια όμορφη πρώτη βραδιά – λόγω Κωνσταντίνου Βήτα ασφαλώς – στο Μουσείο Μπενάκη, κατεβήκαμε στη θάλασσα για τη συνέχεια. Οι Animal Collective προσπάθησαν με ζήλο να συνεχίσουν να είναι credible για τις σελίδες του Wire, οπότε προσπεράσαμε ευχαρίστως την avant garde βαρεμάρα τους για κάτι πιο μπητάτο και δροσερό σαν τη βραδιά την ίδια, όπως οι Audio Bullys. Να ξεκαθαρίσω εξαρχής ότι η εμφάνισή τους ήταν βασικά φιάσκο, ένας βοκαλίστας που βαριόταν ή αισθανόταν αμηχανία πολλές φορές για το ότι έπρεπε να πείσει τόσες εκατοντάδες κόσμου από κάτω ότι αυτό που έβλεπαν ήταν συναυλία. Ας πούμε. «Είναι η πρώτη φορά που παίζουμε στην Ελλάδα» είπε ο MC τους και δεν θα μπορούσες παρά να γελάσεις με κάτι τέτοιο, γιατί δεν «έπαιζαν», “έβαζαν το cd τους και ο τύπος από δίπλα κουνούσε τα χείλια του στα φωνητικά και πέταγε και τίποτα έξτρα από πάνω για να γίνει λίγο κατάσταση» θα ήταν το πιο σωστό. Μου άρεσαν όμως, τους συμπάθησα γιατί είχαν ωραία grooves και περιφέρονταν σαν τις άδικες κατάρες από είδος σε είδος, από το UK Garage απ’ όπου και ξεκίνησαν (όταν μάλιστα πρωτοβγήκαν, ένας φίλος μου τους είχε περιγράψει σαν τους Streets, ίσως και καλύτερους, σήμερα όμως δεν μπορείς παρά να γελάσεις με μια τέτοια παρομοίωση επειδή γίνεται προφανές ότι οι Audio Bullys απλά πέρασαν και δεν ακούμπησαν!) μέχρι το hip hop (το scratching ήταν ίσως η μοναδική live παρέμβαση του τύπου με τη φράντζα που ήταν υπεύθυνος για το ηχητικό κομμάτι του ντουέτο) κι από το house μέχρι τη λευκή soul.

Ήταν ξεκαρδιστικό να τους βλέπεις να μην έχουν κάτι να γεμίσουν το χρόνο τους, να απασχοληθούν βρε αδερφέ όσο εμείς ακούγαμε αυτούσιο από το δεύτερο cd τους (“Generation” ονομάζεται κι έχει εσχάτως 6,90 σε δισκοπωλεία) το πρώτο, αμήχανο ούτως ή άλλως single τους “Bang Bang” (το κομμάτι της Nancy Sinatra αυτούσιο με ένα beat στη μέση. Το θυμάμαι και χασμουριέμαι...). Είχαν και τις καλές τους στιγμές, κάποια beats που σε ταρακουνούσαν και σε μετέφεραν σε ιδανικές χορευτικές εξάρσεις, που όμως δεν είχαν ροή και συνέχεια, αφού ο dj τους φυλλομετρούσε το πορτοφόλι με τα cd σαν να μην ήξερε τι βάζει συνήθως μετά και πώς συνδέει τα δύο μέρη μεταξύ τους – συνήθως με φτηνά κόλπα που εμπλέκουν όσο δεν πάει άλλο το pause της κονσόλας και το pitch.

Tους συμπάθησα όμως, για βέρα Βρετανάκια επρόκειτο και γουστάρουμε να ακούμε μαλακίες κομμένες και ραμμένες στο πατρόν χιλιοακουσμένων ριμών, οπότε τι παραπάνω να ζητήσεις; Στο κάτω – κάτω, καλοκαίρι έχουμε, η ατμόσφαιρα ήταν και πάλι μια χαρά στο φεστιβάλ, οι διακοπές δεν είναι και πολύ μακριά ... (σταματάω, ξέφυγα…). Άσε που με χαιρέτησαν πρώτοι αυτοί στο μπαρ μετά την εμφάνισή τους ! Cheers mates, nice gig!

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured