Φωτογραφίες: Γιάννης Χοστελίδης

Ο λόγος μου κινδυνεύει να στοιχειοθετηθεί από ρατσιστικά στερεότυπα. Γιατί για μια ακόμα φορά, αντιλήφθηκα πως οι ομοφυλόφιλοι καλλιτέχνες είναι εκδηλωτικοί, ντροπαλοί, αυθεντικοί. Έχουμε δηλαδή ένα αίτιο και ένα αιτιατό. Το αίτιο συνήθως προηγείται του αιτιατού. Αν συμβαίνει και το αντίθετο το οποίο ανατρέπει μια κάποια ομαλή σειρά γεγονότων, τότε ίσως έχω δίκιο στην παραπάνω αντίληψη. Διότι ο Marc Almond αν μη τι άλλο, ήταν ταυτόχρονα εκδηλωτικός, ντροπαλός, αυθεντικός.

Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα απ’ την αρχή, πριν ακόμα απ’ το αίτιο και το αιτιατό. Για παράδειγμα, ας ασχοληθούμε με τη διοργανώτρια Dada Art και το Fix, οι οποίοι πολύ ευγενικά και με συνοπτικές διαδικασίες κανόνισαν για τις διαπιστεύσεις εμού του ιδίου για το άρθρο και του Γιάννη για τις φωτογραφίες. Στη συνέχεια, κάναμε το λάθος να ρωτήσουμε ποια είναι η διαδικασία για τη φωτογράφηση. Αν δε ρωτούσαμε, δε θα μας έλεγαν ότι απαγορεύεται. Γι’ αυτό ο Γιάννης κρυμμένος πίσω από κολώνες προσπάθησε να πράξει το αυτονόητο. Για μια στιγμή μάλιστα, πριν ξεκινήσει η συναυλία, με την πεποίθηση της αδυναμίας απαθανάτισης, σκεφτήκαμε να φύγουμε. Πόσο λάθος, ακόμα μεγαλύτερο, θα πράτταμε.

Η ώρα ήταν δέκα και είκοσι πέντε, όταν ο Μάρκος Αμύγδαλος εμφανίστηκε στη σκηνή, πάνω σε μια ψηλή ξύλινη καρέκλα με επίσης ψηλή πλάτη. Κάτω και μπροστά από τη σκηνή, πολύς κόσμος, εντυπωσιακά ετερόκλητος, στο επίπεδο των ηλικιών, της ενδυμασίας, της εν γένει φιλοσοφίας ζωής. Αλήθεια άλλωστε είναι το φαίνεσθαι, δεν είναι ούτε το είσθαι, ούτε το γίγνεσθαι.

Το σκηνικό λιτό και ζεστό. Οι φωτισμοί με κόκκινα και μπλε χρώματα, έρχονταν από απαλούς προβολείς. Στα αριστερά ένα μεγάλο μαύρο πιάνο και πίσω του κρυμμένα, κονσόλα και πλήκτρα. Η συναυλία εξ άλλου είχε και -αριστοτεχνικά ενταγμένες στο «αντιμπαρόκ» σύνολο- ηλεκτρονικές εκφάνσεις. Στα δεξιά ένας κιθαρίστας καθισμένος και αυτός. Κάποιες στιγμές στο βάθος ένας τέταρτος μουσικός με ακορντεόν.

Στη μέση όλων ο Marc Almond, ιδιαίτερα συνεσταλμένος και χαρούμενος, με απλό ντύσιμο και απέριττες κινήσεις, εκτός απ’ τη στιγμή που σήκωσε την μπλούζα του, προς θαυμασμό αγοριών και κοριτσιών. Τόνισε πολλές φορές πόσο ενθουσιασμένος ήταν που επέστρεφε στην Ελλάδα, απαρίθμησε τα χρόνια παρουσίας του στις μουσικές σκηνές –είκοσι έξι-, αλλά πάνω απ’ όλα, τραγούδησε. Καθαρά, δυνατά, παθιασμένα, με μοναδική μελωδικότητα και γνώση. Παλιά, νέα, άγνωστα, διάσημα τραγούδια, απαλά και πιο δυνατά και γρήγορα, με ψιθύρους, στοιχειωμένες σιωπές και εκρήξεις, στα πλαίσια ενός σύγχρονου πλην μινιμαλιστικού καμπαρέ σόου.Μετά από μιάμιση ώρα χαιρέτησε και αποχώρησε, για να επιστρέψει αμέσως και να δώσει ακόμα είκοσι λεπτά απ’ την ψυχή του. Ειλικρινά, αν μέχρι τότε ήταν χαριτωμένος και συνεπής στη δουλειά του, στο encore ήταν συγκινητικός. Περπάτησε ανάμεσα στον κόσμο που ήξερε κάθε λέξη απ’ τα τραγούδια του και με σιγανή ιαχή υπέθαλπε παρά καπέλωνε το αποτέλεσμα. Και μ’ αυτόν τον τρόπο τραγούδησε το «The Port of Amsterdam» του Jacques Brel. Αμέσως πριν, έδωσε μια συγκλονιστική εκτέλεση του «Something's Gotten Hold of My Heart». Και στο τέλος, αφού επανέφερε στη συλλογική μνήμη τα «Days of Pearly Spencer» και «Tainted Love», χαιρέτησε ξανά και αποχώρησε οριστικά με ένα μεγάλο, άσβεστο χαμόγελο.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured