Δημήτρης Μάστορης 

Η Tamta δε χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Γεννημένη ως Tamta Goduadze στη Γεωργία, κατάφερε να γίνει μια από τις επιφανέστερες pop stars στην εγχώρια πραγματικότητα, δουλεύοντας ασταμάτητα πάνω στο πάθος της από τότε που εγκαταστάθηκε στα 20 της στην Ελλάδα.

Η Tamta του τώρα, όμως, χρειάζεται. Κάτι που η συλλογική αντίληψη χαρακτήρισε ως “rebranding” ξεκίνησε στις αρχές της τρέχουσας δεκαετίας, σχεδόν ταυτόχρονα με τη συνθήκη της καραντίνας. Με κομμάτια όπως τα "N.E.R.O.", "Pandora" και το "Face" που βρισκόταν στο δίσκο του Die Arkitekt – σταθερού συνεργάτη και παραγωγού της -, η Tamta άρχισε να παρουσιάζει ένα νέο πρόσωπο πολύ μακριά απ’ό,τι έχει κανείς συνηθίσει στα λημέρια του εγχώριου ποπ κατεστημένου. Συνεργαζόμενη με ιδιαίτερους καλλιτέχνες και πάντα ούσα η «διευθύντρια» ενός οράματος που δούλεψε πολύ για να εξωτερικεύσει, οδηγήθηκε σε καλλιτεχνικές κορυφώσεις που περιστρέφονται από τον τελευταίο της δίσκο, Identity Crisis (παραπάνω από 10 χρόνια από την τελευταία της μεγάλου μήκους δισκογραφική δουλειά), ο οποίος κυκλοφόρησε πέρυσι ψηφιακά και εντός ολίγου καιρού και σε βινύλιο. Εκτός των άλλων, μια σειρά από ζωντανές εμφανίσεις στο underground queer techno club (και εδώ και καιρό, talk of the town) Smut θα φέρει το όραμά της σε άμεση επαφή με το κοινό, στις 16 Φεβρουαρίου, με δύο συμπληρωματικές εμφανίσεις στις 1 και 15 Μαρτίου.

Ούτε κατά παραγγελία δεν θα μπορούσε να βρεθεί καλύτερη αφορμή για να συνομιλήσουμε μαζί της. Βρεθήκαμε κάπου στα Εξάρχεια για να συζητήσουμε κάθε λεπτομέρεια, τις καλλιτεχνικές – και όχι – εμμονές της, το πώς το παρελθόν τροφοδότησε το παρόν της, το τι επιρροή άσκησε η techno στον τωρινό της δίσκο, τους εξαιρετικούς (και εξαιρετικά επιλεγμένους) συνεργάτες της αλλά και την ενασχόλησή της με τα NFTs. Η χειμαρρώδης ομιλία, η no bullshit μετριοφροσύνη παντρεμένη με μια αφοπλιστική αυτοπεποίθηση, αλλά και ένα μεταδοτικό χαμόγελο που δείχνει ξεκάθαρα ότι απολαμβάνει να είναι ο εαυτός της με ό,τι και αν αυτό μπορεί να συνεπάγεται έδωσαν τον τόνο σε μια μακροσκελή όσο και απολαυστική συζήτηση.

Δε θα το έλεγα “rebranding” μιας και δεν το βλέπω καθόλου με τέτοιο τρόπο, καταλαβαίνω ωστόσο γιατί το βλέπει ο κόσμος έτσι – επί της ουσίας αυτή ήμουν πάντα, ή πιο σωστά, ΚΑΙ αυτή, είμαι πολλά πράγματα θα έλεγα (γέλια) – ήταν μια πτυχή μου που υπήρχε ανέκαθεν, ίσως όμως να μην είχα επιμείνει αρκετά σε αυτό. Στην καραντίνα ξεκίνησε αυτό το εγχείρημα, όποτε και όλοι πάθαμε «κάτι» – εγώ έπαθα αυτό το κάτι. Πίεζα πολύ τον εαυτό μου πολλά χρόνια ούτως ώστε να κυλάει το πράγμα με βάση τις επιταγές της ελληνικής ποπ πραγματικότητας, ας πούμε. Συνειδητοποίησα ότι πρέπει να αφήσω τα πρέπει του κόσμου και να κοιτάξω τι πραγματικά θέλω να κάνω, κάτι που όμως δε θα μπορούσε να είχε συμβεί αν δεν είχα τη πολυτέλεια να πάρω αυτή την απόφαση. Ενώ αν ας πούμε υπήρχε ζήτημα επιβίωσης θα αφοσιωνόμουν σε κάτι που θα μου εξασφάλιζε πράγματα πιο γρηήγορα και άμεσα.

Χωρίς να κυνηγάω απαραίτητα κάτι (δισκογραφικές ή οτιδήποτε) κατέληξα να κάνω κάτι που μου άρεσε πολύ όταν πρωτοήρθα εδώ. Ξαφνικά μου προσφέρθηκε να κάνω κάτι που μου αρέσει πολύ και να βγάζω κάποια χρήματα από αυτό. Δεν είχα κάτι συγκεκριμένο στο κεφάλι μου ως προς τι θα ήθελα να κάνω καλλιτεχνικά – είχα μεγαλώσει με pop, soul, R&B ακούσματα μπλεγμένα με κλασική μουσική (λόγω Σοβιετικής ένωσης) και τζαζ βάσεις και από παιδί τραγουδούσα – δεν είχα φανταστεί κάποια καριέρα στο τραγούδι. Λόγω της συνθήκης του ότι αφενός δεν ήξερα ελληνικά, ούτε είχα ιδέα από ελληνική μουσική και ήμουν παράλληλα καλύτερη σε ένα πιο ποπ ρεπερτόριο, μου «φορέθηκαν» κατά κάποιο τρόπο ποπ κομμάτια της εποχής τα οποία τραγούδησα με πολλή χαρά, κάτι που λέω μέχρι σήμερα με περηφάνια. Καθώς περνούσαν τα χρόνια βρέθηκα κάπως εγκλωβισμένη σε μια εικόνα και μια φάση η οποία δεν με ικανοποιούσε με τίποτα  - είναι και αυτή η χώρα ίσως λίγο δύσκολη αναφορικά με το status quo της ποπ πραγματικότητας και οτιδήποτε δεν είναι «ελληνικό». Τότε ειδικά για να επιβιώσεις χρειαζόσουν οπωσδήποτε μια «ραδιοφωνική επιτυχία» - κατόπιν σου έλεγαν παραδείγματος χάριν οι εταιρείες ότι τώρα «πουλάει» το reggaeton, ας πούμε. Ποτέ μου δε συμπάθησα το είδος αυτό, επί τη ευκαιρία, αλλά από την άλλη υπάρχουν reggaeton και reggaeton, είναι όλα θέμα αισθητικής. 

Κάπου εδώ αναφέρεται η Rosalía ως ένα όχι-και-τόσο wild guess ότι μπορεί να αποτελεί περίπτωση που την ιντριγκάρει:

Μου άρεσε η Rosalia ήδη από πριν γινει αυτή που είναι σήμερα, πριν καν βγάλει το “Malamente”, από τότε που καθόταν με μια flamenco κιθάρα και ανέβαζε τραγούδια, με «παραδοσιακές» αναφορές. Τυχαία την ανακάλυψα και έπαθα πλάκα!

Αγαπάω πολύ τα ethnic και folk στοιχεία. Μετά το “N.E.R.O.” όπου έβαλα τα πρώτα λόγια στα Γεωργιανά αποφάσισα να εντάξω και αυτό το στοιχείο στη μουσική μου. Ίσως να ήμουν λίγο ανατρεπτική για την εγχώρια πραγματικότητα ακόμα και με αυτά που φορούσα, αν και εμένα μου φαινόταν πάρα πολύ νορμάλ και καθημερινό. Αλλά για καιρό πίεζα τον εαυτό μου να είμαι πιο «καθωσπρέπει» και να είμαι τακτοποιημένη με τη δουλειά και τις υποχρεώσεις μου.

Όλα αυτά μέχρι να φτάσουμε στη καραντίνα, τότε μπούχτισα και είπα go for what you really want. Υπάρχουν σαφέστατα καλλιτέχνες των οποίων τα «θέλω» είναι απόλυτα ευθυγραμμισμένα με τις επιταγές της εποχής η του κατεστημένου, οπότε τέλεια! Δεν ένιωθα ότι ήμουν ποτέ σε αυτή την κατηγορία.

Μικρή παύση για να συζητήσουμε το "Senorita", ένα κομμάτι που είχε κυκλοφορήσει με τον ράπερ Snik το καλοκαίρι του 2019, το οποίο υπήρξε το πρώτο μεγάλο crossover ραδιοφωνικό hit που ένωσε μια ποπ σταρ με έναν ράπερ του trap ιδιώματος, δημιουργώντας επί της ουσίας το αντίστοιχο trend που ακολούθησε. Την ίδια χρονιά μάλιστα, είχε συμμετάσχει και στη Eurovision με το κομμάτι "Replay", λαμβάνοντας τη 13η θέση. Αν και κατώτερο των προσδοκιών της, λειτούργησε σαν boost εν αντιθέσει με μια αναμενομένη «κοιλιά» που θα μπορούσε να κάνει ένας καλλιτέχνης μετά από κάτι τέτοιο.

Δεν μου αρέσει να κρίνω τους ανθρώπους για τις επιλογές τους ακριβώς επειδή κανείς δεν γνωρίζει τι είδους ανάγκες και συνθήκες μπορεί να υπάρχουν πίσω από αυτές. Στις αρχές δεν είχα επιλογή για διάφορους λόγους – αργότερα όμως, όταν η κόρη μου τέλειωσε με το πανεπιστήμιο, βρήκε δουλειά και στάθηκε στα πόδια της, μου δόθηκε μεγαλύτερη ελευθερία να πω όχι σε κάποια πράγματα. Αυτό για μένα σίγουρα αποτελεί μια πολυτέλεια που μου άνοιξε κατά κάποιο τρόπο νέους δρόμους. Αυτό που θέλω να κάνω αντιλαμβάνομαι ότι δε βαδίζει απαραίτητα σε εμπορικά βήματα, οπότε κάπως ίσως «μικραίνω» το κοινό μου. Στην καραντίνα παρουσιάστηκε η ευκαιρία να μείνουμε με τον εαυτό μας παραπάνω και να αναλύσουμε διάφορα θέματα. Ο καθένας έχει τη δική του άποψη πάνω σε αυτό αλλά σε καμία περίπτωση δε θεωρώ αυτό το χρόνο χαμένο. Προσωπικά μου αφαίρεσε πράγματα δίνοντάς μου ταυτόχρονα άλλα, δεν θα την άλλαζα αυτή την εποχή με τίποτα.

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι καλλιτέχνες που συνεργάζεται η Tamta και στο «εξωμουσικό» κομμάτι – παραδείγματος χάριν, η ανερχόμενη σκηνοθέτις και μοντέλο Ros Georgiou είχε αναλάβει το music video του “N.E.R.O.”, ενώ στην τωρινή της οπτική ταυτότητα συνέδραμε το εγχώριο creative agency NMR, το οποίο έχει στον κατάλογο του συνεργασίες με τα σπουδαία, ελληνικών καταβολών labels Pan και Berceuse Heroique μέχρι την μερική επιμέλεια για το visual κομμάτι του “Utopia” του Travis Scott.

Είχα κάνει ένα αγγλόφωνο EP το 2019, ίσως θεωρητικά κάπου εκεί τοποθετούσα την αρχή της «νέας φάσης» μου.

Όταν ξεκίνησε η ιδέα για το “Identity Crisis”, ήταν από τις πρώτες μου επιθυμίες να βγει σε φυσική μορφή, έτσι σκέφτηκα «γιατί να μην είναι σε βινύλιο»;

Πώς όμως ξεκίνησε η ιδέα με το Smut;

Θεωρούσα ότι καλλιτεχνικά δεν ανήκω σε κάποιο «κουτάκι» – ούτε στον «λαϊκό» μα ούτε και στον «έντεχνο» – είμαι κάτι που δεν έχει χώρο, ή ίσως αντίστροφα κάτι που έχει πάρα πολύ χώρο και δεν ξέρει πώς ακριβώς να τον αξιοποιήσει σε πρώτη φάση; Είμαι ευγνώμων στα μαγαζιά που έχω τραγουδήσει, όποια σκηνή κι αν είναι, όποιο κοινό κι αν είναι – στο τέλος της ημέρας πάντα έκανα κάτι που λατρεύω, να τραγουδάω – δεν απασχολούμαι με κάτι που δε με ενδιέφερε. Οπότε.. που ανήκω πλέον; Που θα μπορούσα, ακούγοντας το δίσκο, να κάνω ένα αντίστοιχο live; Ίσως να γινόταν να «μεταμορφώσω» κάποιο χώρο, μήπως όμως υπάρχει κάτι «έτοιμο» να στηρίξει αυτό το εγχείρημα; Επομένως σκέφτηκα ότι έπρεπε να βρω ένα χώρο κατάλληλο στα μέτρα μου, μιας και είχα ούτως ή άλλως κατά νου την έννοια του “club”. Ταυτόχρονα, δεν ήθελα κάτι «μεγάλο» μη γνωρίζοντας τη δυναμική που μπορεί να έχει αυτό το project. Έτσι μέσω του manager μου, Γιάννη Κουτσαυτάκη και της εταιρείας Erodios PR & Management, κανονίσαμε μια συζήτηση με τους υπευθύνους του Smut για να δούμε τι και πως. Θεωρώ ότι ήδη από την αρχή της καριέρας μου υπήρχε μια πολύ όμορφη ανταλλαγή συναισθημάτων από και προς την queer κοινότητα. Συγκεκριμένα εδώ όμως, δεν γνώριζα καλά τη συνθήκη –  δεν ήξερα καν ότι δεν επιτρέπονται φωτογραφίες, ότι υπήρχε αυστηρό face control, ότι είναι θεωρητικά κοντά στην techno νοοτροπία του Βερολίνου. Άρα με βάση το συγκεκριμένο μοτίβο του ευρύτερου χώρου μου θεωρήθηκε επικίνδυνο το ότι δεν θα μπορεί να γινει παραδοσιακό promo. Επειδή υπήρχαν επίσης, εκτός αυτών των περιορισμών, τεχνικά θέματα (μιας και ένα κλαμπ δεν είναι φτιαγμένο για live), ξεκίνησαν οι αμφιβολίες και κάπου εκεί πάγωσα τη φάση και άρχισα να μιλάω και με άλλες πλευρές. Παρ’ όλα αυτά το Smut δεν έφευγε από το κεφάλι μου, ήταν ακριβώς αυτό που μου ήθελα. Επιστρέψαμε λοιπόν στις συζητήσεις με τη πλευρά τους και κάπως έτσι «κλείδωσα» το συνολικό ρίσκο με το οποίο θα προχωρούσα. Θα το αγκαλιάσω και θα κυνηγήσω αυτό το «κάτι άλλο». Για τα τωρινά δεδομένα της εγχώριας πραγματικότητας, είναι το μεγαλύτερο ρίσκο που θα μπορούσα να πάρω – και με «φτιάχνει» αυτό!

Πιστεύω πολύ στο νόημα της εξέλιξης, σε όλα τα επίπεδα, αυτό με κρατάει ζωντανή και ενεργή. Εξέλιξη σημαίνει να (παρ)ακολουθείς καινούρια πράγματα, είτε είναι μουσική ή fashion ή τεχνολογία, ακόμα κι αν δε σου αρέσει εν τέλει – είναι σημαντικό να έχεις τις κεραίες σου συντονισμένες με το τώρα. Στη μουσική ας πούμε, μου έχουν κεντρίσει το ενδιαφέρον, εκτός της Rosalia, η Arca και η FKA Twigs. Ψάχνομαι φουλ με όλα αυτά. Επιπλέον, δεν είναι ότι η techno γεννήθηκε τώρα, έχω ζήσει τις εποχές που πραγματικά βασίλευε. Είμαι της νοοτροπίας ότι σε club πας για να χορέψεις, ενώ πολλοί, τουλάχιστον εδώ, δεν το κάνουν. Η techno ενεργειακά σε κάνει να θέλεις να κουνηθείς. Μου αρέσουν και πιο επιθετικά πράγματα, στο ραπ – και σε κάθε είδος – προτιμώ αυτή τη πλευρά του αντί κάτι πιο «χλιαρού». Η techno έχει αυτό το aggression που ψάχνω, τώρα αυτό ζω και αυτό κυνηγάω. 

Η αναφορά στην ιδιαίτερη πατρίδα της είναι κάτι παραπάνω από θεμιτή για ακόμα έναν λόγο: εδώ και καιρό, η Τιφλίδα αποτελεί πλέον την παγκόσμια πρωτεύουσα του techno μαζί με το Βερολίνο, με βασικούς πυλώνες τα club Khidi και Bassiani. 

Αν και δεν έχω πάει στη Γεωργία να κάτσω και να ευχαριστηθώ την techno σκηνή της είμαι πολύ περήφανη για τον τόπο μου και το πολιτισμικό του κομμάτι. Μου αρέσει το πόσο «αποψάτη» είναι η νεολαία εκεί. Με ενδιαφέρει να έρχομαι συνεχώς σε επαφή με πιο μικρά σε ηλικία άτομα, μαθαίνω από αυτά κάθε μέρα, μου αρέσει και με εμπνέει – όπως και αυτά τα άτομα με τη σειρά τους μπορεί να πάρουν κάτι από μένα. 

Η ζωή μου έχει προσφέρει πολλές διαφορετικές συνθήκες και διαφορετικούς κόσμους, το βρίσκω σε όλα τα επίπεδα ένα μεγάλο δώρο. Δεν εντυπωσιάζομαι εύκολα πλέον – ούτε το να ζω σε ένα σπίτι θεϊκό, ούτε να ζω σε 24 τ.μ., δεν με εντυπωσιάζουν ή απογοητεύουν πολλά πράγματα τα οποία μπορεί να είναι «ευτελή» - ή υλικής φύσεως – στο τέλος της ημέρας. Γενικά, λόγω της ζωής μου, αισθάνομαι έτοιμη για τα πάντα. Ζω το τώρα, δεν περιμένω πολλά, ως εκ τούτου είμαι προετοιμασμένη για τα πάντα. Και θέλω να πιστεύω ότι έχω να ζήσω ακόμα πάρα πολλά. Προφανώς δεν θα ήθελα να επιστρέψω στις δύσκολες εποχές που έχω περάσει, αλλά γνωρίζω ότι και να συμβεί αυτό θα καταφέρω να επιβιώσω.

Σχετικά με το δημιουργικό process του δίσκου, έχει να πει τα εξής:

Το Identity Crisis ξεκίνησε σαν concept από το title track – ξεκινήσαμε με τον Teo (σ.σ.: Πουζμπούρης, a.k.a. Die Arkitekt) σιγά σιγά, βλέποντας και κάνοντας. Ήδη μέσα σε 2-3 μήνες είχαμε βρει όλα σχεδόν τα tracks. Το Azucar” (σε σύνθεση και παραγωγή APON και IAMSTRONG και στίχους του Βαγγέλη Κωνσταντινίδη) είχε ξεκινήσει πριν μπούμε στη διαδικασία του δίσκου, το αγαπούσα τόσο πολύ που δεν μπορούσα να μη το βάλω μέσα. Παραγωγή στο δίσκο είναι του Teo, ο Ody Icons έγραψε τους περισσοτέρους στίχους. Αναφορικά με το στιχουργικό concept, βιωματικά είχα πολλές εμπειρίες που δεν είχα καταφέρει να μεταδώσω στα κομμάτια μου ενώ ήθελα πολύ. Σκεφτόμουν ότι άλλοι δημιουργούν ένα κομμάτι από το πουθενά (σχετικά με το θεματικό περιεχόμενο), οπότε ήθελα να που την ιστορία μου, όχι με δραματική αφήγηση ωστόσο. Το Shen da Me” είναι ένα κομμάτι που έγραψα στην καραντίνα για τη σχέση με τη κόρη μου, στα Γεωργιανά. Βγήκε μέσα από την ψυχή μου και στην ουσίας δεν είχα γράψει δικό μου κομμάτι, σχεδόν εξ’ ολοκλήρου. Στη μουσική σύνθεση συμμετείχε ο Άλκης Λιβαθινός, ο οποίος έπαιξε φαντασιακό πιάνο και το κομμάτι δουλεύτηκε συνολικά με τον Teo – μια απόλυτη εξωτερίκευση των συναισθημάτων στην παρούσα κατάστασή μου. Γνωρίζοντας τον Ody καλύτερα, μιλήσαμε για τις εμπειρίες μου ούτως ώστε από αυτές να μπορεί να παράξει στίχους – ένα κομμάτι που λέγεται «Όλα Αλλάζουν» είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτού του process.

Όσον αφορά το τι μπορεί να σημαίνει Identity Crisis”, πολλοί νομίζουν ότι το λέω για εμένα, μα πιο πολύ έχει να κάνει με την ιδέα του κόσμου για την τωρινή μου φάση – το πώς ίσως καθρεπτίζεται αυτή η άποψή τους πάνω μου. Είμαι πολύ σίγουρη για την ταυτότητα μου και σίγουρα δεν περνάω κάποια κρίση! (γέλια) Είμαι χαρούμενη, έχω και τη νταρκίλα μου, έχω και το weirdness, οτιδήποτε μου προκαλεί συναίσθημα μου αρέσει. Αργότερα ήρθε μαγικά το «Άλλο τι Λέω» σε στίχους του Γεράσιμου Ευαγγελάτου, ήταν μια μπαλάντα που είχε γράψει αρχικά ο Teo στα αγγλικά. Στον Γεράσιμο είπα πολύ λίγα πράγματα – δεν ήθελα να είναι ένα γλυκανάλατο ερωτικό κομμάτι. Του είπα τόσα λίγα που, όταν ήρθε με έτοιμο υλικό, σοκαρίστηκα από το ποσό καλά με είχε καταλάβει από ελάχιστες κουβέντες και αρκετή διαίσθηση.

https://www.youtube.com/watch?v=fWcSQlTp1Lg

Το visual ID του δίσκου ξεκίνησε με το ότι στην καραντίνα ανακάλυψα τα NFTs. Προσπαθούσα να δημιουργήσω ένα και επειδή δεν είχα ιδέα πώς γίνεται, ήρθα σε επαφή με σχετικό κόσμο για να δω τι και πως. Ήθελα να φτιάξω το avatar μου, τότε μου μπήκε η ιδέα. Βρήκα από τα social media έναν φανταστικό καλλιτέχνη, τον Craves, και μιλήσαμε για να δούμε αν μπορώ να φέρω εις πέρας αυτή την πρόθεση. Επειδή δεν μπορούσα να κάνω ολόκληρο βίντεο με το avatar, το κάναμε εξώφυλλο. Δουλέψαμε πολύ καιρό με τον Craves και το creative agency NMR και το καταφέραμε, ήταν μια φοβερή διαδικασία συνολικά. 

Παλιότερα απλά έπαιρνα ένα demo, με έτοιμα μουσική και στίχο, μου άρεσε, το τραγουδούσα, τέλος. Καμία περαιτέρω εμπλοκή στο δημιουργικό κομμάτι, κάτι που φαντάζει πλέον «στεγνό». Αυτόν το δίσκο τον δουλέψαμε με αγάπη, πολλή ανάλυση αλλά αβίαστα – δεν σκεφτήκαμε με βάση το αν θα αρέσει, το ότι άρεσε σε εμάς αρκούσε.

Με τη MINOS-EMI συνεργάζομαι από τις αρχές μου – όσο μου αρέσει να αλλάζω κάθε μέρα σε διάφορα πράγματα άλλο τόσο σταθερή είμαι άλλα, εφόσον βλέπω ότι λειτουργούν και υπάρχει  αλληλοσεβασμός. Δε θεωρώ ότι υπήρξα εύκολο project, ήδη από την αρχή. 

Εύκολα ξεχωρίζει κανείς το music video του «Αυταπάτη»: το ότι φαινομενικά το upbeat, mid-tempo άκρως κολλητικό και σύγχρονο ηλεκτρονικό ποπ κατασκεύασμα δεν φαίνεται να «κολλάει» με τη ρετρό αισθητική των τελών των ‘80s είναι ακριβώς αυτό που δημιουργεί ένα αναπάντεχα τέλειο ταίριασμα. Φυσικά, υπάρχει το αντίστοιχο backstory σε αυτό:

Το music video του «Αυταπάτη» κρύβει μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Ο Νικόλας Ραπτάκης, πολύ καλός φίλος μου, τυχαίνει κάποια στιγμή να μου βάλει ένα φοβερό κομμάτι από της νονάς του, η οποία τυχαίνει να είναι η ANGIE, τραγουδίστρια στα 80s, από μια πρωινή εκπομπή. Στο βίντεο τραγουδάει με καλωδιακό μικρόφωνο και έχει απίστευτη ενέργεια. Είχαμε τελειώσει τότε τα κομμάτια, αλλά για το βινύλιο, μιας και ήθελα έξτρα κομμάτια, αποφάσισα να το διασκευάσω. Άρα κάπως τα έσπασα στα δυο: το κομμάτι το διασκεύασα, ενώ χρησιμοποίησα το music video του σαν έμπνευση για το αντίστοιχο της «Αυταπάτης» - η σύνθεση του οποίου ανήκει τους Αναστάσιο Τσόρδα και Dan Kjellberg. Η χορογραφία έγινε από τον Bill Roxenos, βασικό μου συνεργάτη, ο οποίος θα έχει και την καλλιτεχνική επιμέλεια στα live του Smut. Σκηνοθέτησα το κλιπ και πήρα πάνω μου το styling – πήγαινα σε vintage stores και μάζευα υλικό συνεχώς, την παραμικρή λεπτομέρεια!

Τα έξτρα κομμάτια που θα είναι στο βινύλιο θα είναι η διασκευή στο «Φοβάμαι» (η άνωθεν διασκευή), το “Dystopia” (εμπνευσμένο από το “1984” του George Orwell), καθώς και δυο remixes στα «Αυταπάτη» και “Identity Crisis”, από Babynymph και Autow Nite Superstore αντίστοιχα.

Παρακολουθώ την ανεξάρτητη εναλλακτική σκηνή με μεγάλο ενδιαφέρον, υπάρχουν καλλιτέχνες που μου αρέσουν πολύ, όπως η VASSIŁINA – χάρη και σε αυτούς υπάρχει μια άκρως απαραίτητη πολυχρωμία στην ελληνική μουσική πραγματικότητα και είναι σημαντικό να το επικοινωνούν όσοι το παρακολουθούν, γιατί δεν έχει την ίδια ευκολία να φτάσει σε μαζικό κοινό όσο κάτι που «σπρώχνεται» από τη βιομηχανία, ας πούμε. Λατρεύω τις συνεργασίες ειδικά με άτομα που σε πρώτη ανάγνωση δεν έχουν σχέση με εμένα.

Είμαι πάρα πολύ τυχερή που συνεργάζομαι με ανθρώπους όπως ο Teo και ο Bill με τους οποίους έχουμε απίστευτο συντονισμό – χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έχουμε τις διαφωνίες μας.

Σε κάθε show στο Smut θα υπάρχουν διαφορετικοί DJs, full band (κιθάρα/μπάσο/ντραμς) και programming – το event ξεκινάει στις 10, 12 παρά βγαίνω στη σκηνή όπου και θα βρίσκομαι για περίπου δυο ώρες. Το πρώτο part θα περιέχει το Identity Crisis ενώ το δεύτερο θα είναι μια αναδρομή σε όλο τον κατάλογό μου, με κάποια κομμάτια πειραγμένα και κάποια άλλα όχι. Κατόπιν, θα υπάρχει closing DJ set.

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured