Για όσους παρακολουθούν, ουσιαστικά, τα ελληνικά μουσικά πράγματα το όνομα του Δημήτρη Μαραμή αποτελεί ένα από τα πιο ελπιδοφόρα και με άποψη ονόματα που έχουν εμφανιστεί τα τελευταία χρόνια στο χώρο. Το Avopolis Greek συνάντησε τον νεαρό συνθέτη σε μια κουβέντα που ξεκίνησε από την πρόσφατη δισκογραφική του δουλειά Σκηνές Από Βουβή Ταινία και το Αγγέλων Βήμα – όπου πρόκειται να παρουσιάσει, από αύριο και για τα επόμενα τέσσερα Σάββατα, το έργο του – για να φτάσει μέχρι την έλλειψη γενναιοδωρίας στην Ελλάδα, αλλά και το Bristol και το trip hop

 

Οι προηγούμενες δισκογραφικές δουλειές σου αποτελούνταν από μελοποιήσεις. Με το άλμπουμ Σκηνές Από Βουβή Ταινία για πρώτη φορά συνέθεσες πάνω σε στίχο. Υπήρξε κάποια διαφορά στη διαδικασία;

 

«Δεν θα το έλεγα. Ούτως ή άλλως είχα και πάλι ήδη τον στίχο και πάνω σε αυτόν έγραψα τις μελωδίες. Είναι κάτι που το προτιμώ. Για μένα η συγκίνηση και η έμπνευση ξεκινάνε από τον λόγο και έπεται η μουσική. Τόσο η ποίηση όσο και ο στίχος μου δημιουργούν εικόνες, μου ανασύρουν συναισθήματα και από εκεί αρχίζει όλη η ιστορία. Βέβαια με τον στίχο είναι λίγο πιο χαλαρά, κυρίως από την άποψη της ευθύνης. Και πάλι, όμως, είναι θέμα ποιητή. Κάποιοι ποιητές μελοποιούνται πιο δύσκολα, όπως π.χ. ο Λόρκα ή ο Καρυωτάκης. Αντίθετα, ο Λαπαθιώτης μελοποιείται πιο εύκολα. Και αυτό γιατί κάποια ποιήματα εμπεριέχουν μέσα τους σε μεγάλο βαθμό τη μουσική και τη μελωδία, ενώ άλλα όχι. Απλά, με το στίχο που έχει γραφτεί για ένα τραγούδι, θα έλεγα ότι υπάρχει μια σχετική χαλαρότητα και ελευθερία».

 

Ένα ακόμα στοιχείο που διαφοροποιεί τη νέα σου δουλειά από τις προηγούμενες είναι ότι υπάρχουν και rock κομμάτια. Δείχνει αυτό μια διάθεση για άνοιγμα σε νέο ήχο, αλλά και σε ένα νέο κοινό;

 

«Σε όλα είμαι θετικός. Έχω διάθεση γενικά για αλλαγές και νομίζω ότι ήρθε η ώρα να κάνω τα πρώτα βήματα. Ήδη έχω προχωρήσει και στον ηλεκτρονικό ήχο. Η μουσική που συνέθεσα για τον Ματωμένο Γάμο στο Κρατικό Βορείου Ελλάδος (σ.σ. η παράσταση ανεβαίνει από τις 6 Μαρτίου στο Θέατρο της Εταιρίας Μακεδονικών Σπουδών, σε σκηνοθεσία Γιάννη Ιορδανίδη), έχει ηλεκτρονικά και industrial στοιχεία. Με τα μουσική για το θέατρο αισθάνομαι πιο ελεύθερος να πειραματιστώ και να δοκιμαστώ σε νέα πράγματα. Γι’ αυτό και με τον Ματωμένο Γάμο, το El Dorado (σ.σ. η παράσταση ανεβαίνει από τις 23 Φλεβάρη στο Θέατρο Χώρα, σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Γιάνναρη), και το Κύναστον (σ.σ. η παράσταση ανεβαίνει από τις 19 Μαρτίου στο Studio Μαυρομιχάλη, σε σκηνοθεσία Κυριάκου Χατζημιχαηλίδη), μα και άλλα τα οποία θα ακολουθήσουν, έκανα ανοίγματα σε έναν πιο σύγχρονο ήχο. Έναν ήχο που πιστεύω ότι ταιριάζει σε μια μεγάλη πόλη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αλλάζει η φύση της μουσικής μου ή ότι θα χαθεί η μελωδία. Σ’ αυτά τα πλαίσια με ενδιαφέρει οπωσδήποτε να προσεγγίσω το νεανικό κοινό, και με τις νέες μου δουλειές, αλλά και με τα επόμενα live τα οποία σχεδιάζω».

 

Μέχρι ποιο σημείο θα έφταναν οι πειραματισμοί;

 

«Το μοναδικό όριο στον πειραματισμό και η βασική αρχή είναι να υπάρχει ένα κριτήριο ελέγχου της ποιότητας, μια συγκεκριμένη αισθητική. Από εκεί και πέρα το να γράψω μουσική με πέτρες, ethnic όργανα ή συναγερμούς για μένα είναι μέσα στο παιχνίδι. Προσωπικά αντιλαμβάνομαι την έννοια του συνθέτη ως τον άνθρωπο που μπορεί να κάνει μουσική με οποιονδήποτε ήχο. Δεν έχει να κάνει ούτε με την κλασική παιδεία ούτε με συγκεκριμένες νότες και αρμονία. Το θέμα είναι να έχεις την έφεση να συνθέτεις και να δημιουργείς πράγματα εκ του μηδενός με διαφορετικό υλικό. Και βέβαια, μέσα σε όλα αυτά να υπάρχει πάντα και το στοιχείο της έκπληξης. Η σύνθεση ως έννοια είναι κάτι πολύ σπουδαίο και συναρπαστικό».

 

Μήπως πίσω από αυτές τις αλλαγές υπάρχει και μια διάθεση να αποτινάξεις τον τίτλο του «χατζιδακικού» συνθέτη που σου έχει αποδοθεί;

 

«Δεν κάνω προσπάθεια να αποτινάξω κάτι. Κάνω μια προσπάθεια για να βρω εγώ καλύτερους τρόπους έκφρασης και διαφορετικές προσεγγίσεις. Το βασικό υλικό είναι το ίδιο. Η μελωδία, η αρμονία, ο ρυθμός, δηλαδή ο τρόπος που θέλω να ακουστεί η μουσική μου, δεν αλλάζει καθόλου. Μπορεί να αλλάζει το εξωτερικό περίβλημα, αλλά η ουσία μένει ίδια. Αυτή την εποχή πάντως οι επιρροές μου είναι, κυρίως, από τους Άγγλους και Αμερικάνους μινιμαλιστές. Ο Φιλίπ Γκλας, ο Μάικλ Ναίμαν, ο Μαξ Ρίχτερ, ο Άρβο Παρτ, ο Χένρικ Γκορέτσκι, όλοι αυτοί παίζουν σημαντικό ρόλο τα δύο τελευταία χρόνια – πρώτα απ’ όλα, γιατί απολαμβάνω πολύ τη μουσική τους. Αλλά και άλλοι σύγχρονοι δημιουργοί όπως ο Nick Cave, οι Portishead, οι Archive, ο Damian Rice, οι Radiohead. Οπότε μην παραξενευτείτε αν ακούσετε καμία trip hop έκπληξη στις επόμενες δουλειές μου!».

 

Να υποθέσω ότι και σαν ακροατής ξεκίνησες από κλασικά ακούσματα για να περάσεις αργότερα σε πιο σύγχρονα είδη;

 

«Αν και από μικρός άκουγα pop, η αλήθεια είναι ότι από τα 15 μέχρι τα 20 υπήρξε μια σφοδρή προσκόλληση στην κλασική μουσική. Στη συνέχεια, όμως, είχα επαφή με όλα τα είδη της μουσικής. Ειδικά στην Αγγλία. Και αυτό γιατί εκεί η κλασική μουσική είναι άμεσα συνδεδεμένη με την pop, τη rock και την ηλεκτρονική μουσική. Πηγαίνοντας σε συναυλίες σύγχρονων συνθετών κλασικής μουσικής έβλεπες π.χ. έντονες τις επιρροές από τα παραπάνω είδη. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Glass έχεις συνεργαστεί με συνθέτες όπως ο David Bowie. Γι’ αυτούς κάτι τέτοιο είναι απόλυτα φυσιολογικό. Εδώ σε μας είναι λίγο περίεργα τα πράγματα με το διαχωρισμό των ειδών και τις ετικέτες. Τα πράγματα είναι πιο απλά και σύνθετα ταυτόχρονα, αλλά με τη θετική έννοια, την έννοια της έκφρασης».

 

Έχεις συνθέσει μουσική για 10 περίπου θεατρικές παραστάσεις στη Αγγλία ήδη από την εποχή που σπούδαζες μουσική εκεί. Πώς προέκυψαν αυτές οι συνεργασίες;

 

«Αυτό ήταν κάτι που ήθελα να κάνω πάρα πολύ. Προσέγγισα αρχικά έναν σκηνοθέτη και έτσι έγινε το πρώτο βήμα. Άκουσαν τη δουλειά μου, τότε ήμουν 21 ετών, πίστεψαν σε αυτήν και θέλησαν να την προωθήσουν. Ταυτόχρονα έχουν ένα αξιοκρατικό σύστημα που τους επέτρεπε να συνεργαστούν με έναν νέο και άγνωστο άνθρωπο και ας ήταν Έλληνας και ας μιλούσε σπαστά Αγγλικά. Οπότε το ένα έφερε το άλλο».

 

Έχοντας δηλώσει ότι η ποιότητα και η νεότητα αντιμετωπίζονται με επιφύλαξη στη χώρα μας και ότι η χώρα αυτή τρώει (κάποια) παιδιά της, μήπως τελικά έχεις μετανιώσει που επέστρεψες;

 

«Δεν μετανιώνω. Εξάλλου, την εποχή εκείνη ήταν αδύνατο να παραμείνω στην Αγγλία για διάφορους λόγους. Απλά, στην περίπτωση που διαπιστώσω ότι ο τρόπος με τον οποίον λειτουργούν στην Ελλάδα τα πράγματα και η εδώ νοοτροπία αποτελούν τροχοπέδη για τη δουλειά και τη δημιουργικότητά μου, θα πρέπει να φύγω άμεσα και όσο είναι καιρός. Αλλιώς ξέρω ότι θα βουλιάξει όλη η προσπάθειά μου».

 

Εκτός, όμως, από το σύστημα, πικρία έχεις εκδηλώσει και για τον τρόπο που σε έχουν αντιμετωπίσει μεγαλύτεροι συνάδελφοί σου….

 

«Αυτό είναι αλήθεια. Μόνο ο Γιώργος Ανδρέου και ο Βασίλης Δημητρίου έδειξαν ενδιαφέρον για τη δουλειά μου, και πρόσφατα ο Λουδοβίκος των Ανωγείων. Βέβαια, ίσως είναι και θέμα χρόνου. Χρειάζεται να περνάει μια περίοδος, που βοηθάει και εμάς τους ίδιους για να καταλάβουμε τι συμβαίνει, πώς λειτουργούν τα πράγματα, ποια είναι η νοοτροπία. Γενικά, όμως, πιστεύω ότι δεν υπάρχει γενναιοδωρία και βοήθεια στην Ελλάδα από ανθρώπους οι οποίοι ξέρουν καλύτερα τα πράγματα και είναι καιρό στον χώρο, όπως υπήρχε την εποχή του Χατζιδάκι. Αυτό που νιώθω εγώ είναι ότι ο καθένας ως μονάδα πρέπει με πολύ δύναμη και πίστη να παλεύει για τα πιστεύω, την αισθητική του και τη δουλειά του, να μην υποχωρεί και να συνεχίζει. Από την άλλη, υπάρχει μια κίνηση από νέους ανθρώπους με κρίση, αισθητική και δημιουργική διάθεση σε όλους τους τομείς της τέχνης – και αυτό σίγουρα αφήνει μια αίσθηση αισιοδοξίας».

 

Θα έχουμε, άμεσα, την ευκαιρία να απολαύσουμε ζωντανά το Σκηνές Από Βουβή Ταινία;

 

«Βεβαίως! 21, 28 Μαρτίου, 4 και 11 Απριλίου θα βρίσκομαι με τον Γιώργη Χριστοδούλου και την Ειρήνη Δερέμπεη στο Αγγέλων Βήμα, σε μια παράσταση που, εκτός από το Σκηνές Από Βουβή Ταινία, θα περιέχει τραγούδια και από τις προηγούμενες δουλείες μου – τον Σκοτεινό Έρωτα και το Σαν Δέσμη Από Τραντάφυλλα».

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured