Ο τίτλος του νέου δίσκου του Julian Casablancas (με τους Voidz) είναι αρκετά αντιπροσωπευτικός των πρώτων ακροάσεων. Υπό τα πυκνά στρώματα της πληθωρικής παραγωγής, τα 62 διόλου εύπεπτα λεπτά πειραματισμών, δυσαρμονιών και θορύβου αποβαίνουν πράγματι «τυραννικά» για το αυτί, τουλάχιστον μέχρι να αναπτυχθεί μια σχέση οικειότητας μαζί τους. Αλλά κι όταν αυτό συμβεί, ένα γλυκόπικρο καταστάλαγμα συμπάθειας και συγχρόνως αποστροφής έρχεται να μπερδέψει ακόμα περισσότερο τα πράγματα. 
 
Η μεν συμπάθεια απορρέει κυρίως από το αξιοθαύμαστο ηχητικό σύμπαν που στήθηκε εδώ από τον Casablancas, τη μπάντα και τον παραγωγό Shawn Everett· ένα σύμπαν ρετρο-φουτουριστικό, στα όρια του καλτ, το οποίο ξεχειλίζει από γούστο και προσωπικότητα. Η ακρόαση μάλιστα σε ένα καλό ηχοσύστημα αποκαλύπτει μια εκπληκτική, πολυεπίπεδη παραγωγή, η οποία καταφέρνει να τοποθετήσει κάθε έναν από τους μυριάδες ήχους στη σωστή του θέση, ώστε να υπηρετεί ισότιμα τη συνολική αισθητική χωρίς να βροντοφωνάζει την παρουσία του. Είναι τόσα πολλά αυτά που συμβαίνουν κι όμως δένουν όλα άψογα: από τα πειραγμένα φωνητικά του Casablancas και τις απολαυστικές, αιχμηρές κιθάρες, μέχρι το παραμορφωμένο μπάσο και τα κομβικής σημασίας για την ατμόσφαιρα synths. 
 
Η δε αποστροφή, έχει να κάνει με το γεγονός ότι οι ενδιαφέροντες αυτοί πειραματισμοί δεν διαθέτουν πάντα ως βάση τους συνθέσεις αξιόλογες σε επίπεδο μελωδικής ουσίας· με αποτέλεσμα το άκουσμα να καθίσταται δύσβατο και στριφνό. Για να γίνω πιο κατανοητός, θα επικαλεστώ ως αντιπαράδειγμα το αγαπημένο Merriweather Post Pavillion των Animal Collective (2009). Σε εκείνον τον δίσκο είχαμε επίσης έναν ευφυή, πολύπλοκο ηχητικό ιστό, με τη διαφορά όμως ότι υπήρχαν (έστω κρυμμένες) οι στιβαρές μελωδίες που τελικά τον βοήθησαν να «περάσει» στο κοινό, παρά τον πειραματικό του χαρακτήρα. Στο Tyranny, αντιθέτως, περίπου στα μισά κομμάτια δεν υφίσταται μεστή σύνθεση, παρά μόνο μια πρόχειρη συρραφή μελωδιών δίχως κέντρο ισορροπίας. 
 
Πέρα από το όμορφα κακόφωνο "Take Me In Your Army", την κατά το ήμισυ τροπική μελωδικότητα του "Father Electricity" και το "Dare I Care", που στα τελευταία 2 λεπτά εξελίσσεται θαυμάσια, ανάμεσα στις πολύ καλές στιγμές του δίσκου θα πρέπει να δώσουμε εξέχουσα θέση στο 11λεπτο "Human Sadness". Διότι, χωρίς υπερβολή, η μισή γλύκα είναι κρυμμένη σ' αυτό το κομμάτι: εδώ βρέθηκε η χρυσή τομή μεταξύ σύνθεσης και παραγωγής, εδώ παραθέτει και ο Casablancas το καλύτερο δείγμα songwriting μέσα στο συγκεκριμένο σύνολο. Η παραπονιάρικη φράση στην εισαγωγή (σήμα κατατεθέν του δημιουργού της), συμπληρώνεται από μία ακόμη καλύτερη –και απόλυτα χαρακτηριστική– μελωδία, τραγουδισμένη με τη γνωστή πλέον ψεύτικη φωνή, η οποία τόσο είχε ξενίσει τους φανς των Strokes όταν πρωτοεμφανίστηκε στη δισκογραφία τους. Στη συνέχεια παρεμβάλλεται ένα θορυβώδες μέρος με τον ρυθμό να θυμίζει dubstep, το οποίο εξελίσσεται τελικά σε ένα (early) 1970s κιθαριστικό σόλο, που μισοκλείνει το μάτι στο progressive και οδηγεί στο φινάλε του χορταστικού 11λεπτου ταξιδιού. Μοναδικό κομμάτι, με υπέροχα περάσματα.
 
Η συνολική πάντως εικόνα του Tyranny, είναι αυτή μιας χαμένης ευκαιρίας. Μιας ευκαιρίας για έναν πιθανώς σπουδαίο πειραματικό δίσκο τον οποίον θα μπορούσαμε να έχουμε στα χέρια μας, εάν η δημιουργική φαντασία που διέπει την ηχητική προσέγγιση συνοδευόταν και από ένα δυνατό, συνεκτικό σύνολο τραγουδιών, ικανό να στηρίξει επαρκώς το εγχείρημα. Μπορεί λοιπόν ο Casablancas να παρέδωσε μια μουσική πρόταση πολύ πιο ενδιαφέρουσα από τις δύο τελευταίες των Strokes, όμως το χάσμα που τον χωρίζει από τα περασμένα του μεγαλεία παραμένει ευδιάκριτο.
 

{youtube}RYRt2rEAcyU{/youtube}

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured