search

STREAMING STORIES

Το κτίριο θα έπρεπε να προστατεύεται και από τους ίδιους τους λάτρεις της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών, λέει ο Νίκος Σβέρκος. Όχι ως «εικόνισμα», χωρίς κόκκο σκόνης...

 
Ας είμαστε ειλικρινείς. Το βάψιμο του κεντρικού κτιρίου του Πολυτεχνείου στην Οδό Πατησίων σόκαρε. Δεν εξέπληξε. Σόκαρε. Και μετά από το πρώτο σοκ ξεκίνησε ένας πολύ ενδιαφέρων διάλογος σχετικά με το τεράστιο αυτό γκραφίτι, την αισθητική του, τη σκοπιμότητά του και την εν γένει παρέμβαση. 
 
Τουλάχιστον είναι παρήγορο το γεγονός ότι το αισθητικό κομμάτι της καθημερινότητας όσων περιδιαβαίνουν την εν λόγω περιοχή προκαλεί συζητήσεις, όχι μόνο επί τη ευκαιρία του γκραφίτι, αλλά επειδή επεκτείνεται εν τέλει στο γενικότερο στάτους κβο της περιοχής –με μια Πατησίων να παίζει τον ρόλο του «ορίου» ανάμεσα σε τοξικομανείς και φοιτητές της αρχιτεκτονικής, αδιάφορους περιπατητές και βιαστικούς εργαζόμενους, υπερευαίσθητους γκρινιάρηδες και γκρινιάρηδες αντιρρησίες.
 
 
Το όλο θέμα δίνει μια εξαίσια αφορμή για να συζητήσουμε τι συμβαίνει στην Αθήνα, που είναι η μοναδική πόλη εν Ελλάδι όπου μπορούν να συμβούν τέτοια γεγονότα, με χαρακτηριστικά μητρόπολης. Ωστόσο εδώ τίθεται ένα άλλο ζήτημα, το οποίο μπορούμε να «ξεπετάξουμε» στα γρήγορα. Η εν λόγω περιοχή είναι σε καλή κατάσταση; Όποιος το λέει αυτό είναι απλά ηλίθιος. Αλλά τι φταίει; Τα «πρεζάκια»; οι μετανάστες που μερικές φορές πουλάνε τα λαθραία τσιγάρα; ή μήπως η αστυνομία, η οποία σπρώχνει την πρέζα τη μία φορά στη μια και την άλλη φορά στην άλλη περιοχή; Το βασικό ερώτημα απαντάται με μια «απομάκρυνση» από τη ζέση της εντοπιότητας. Όλα φταίνε, γιατί τα παρακινεί μια αδάμαστη (ακόμα) ροπή προς το κέρδος, που καταλήγει στην παραβατικότητα. Αν δεν έχεις τα βασικά αγαθά, θα συμπεριφερθείς σαν ζώο. Και τα ζωικά ένστικτα είναι αυτά που μπορεί να ελεγχθούν πιο δύσκολα στους ανθρώπους.
 
Αφού λοιπόν δεν ήταν σε καλή κατάσταση ούτε η περιοχή, ούτε το κτίριο, μπαίνει αβασάνιστα το ερώτημα «τι μπορεί να γίνει;». Εδώ φαίνεται να υπάρχουν δύο δρόμοι: είτε θα εμμείνεις σε μια λογική που ευνοεί τον ολοένα και μεγαλύτερο έλεγχο, είτε θα αποδεχτείς την κίνηση και θα την «εκλογικεύσεις», ως απάντηση σε μια γνωστή καταστροφική μανία, την οποία έχει η κάθε είδους εξουσία. Σε αυτό το δίπολο έγκειται όμως η ίδια η αλλοτρίωση: το δίλημμα, αυτό το τόσο μανιχαϊστικό δίλημμα, είναι ψευδές, είναι επικίνδυνο και τελικά εγκλωβίζει τον καθένα σε ένα σπιράλ, στα πλαίσια του οποίου αποδέχεσαι την καταστροφή της μνήμης ως μια αναπόφευκτη αλήθεια.
 
Streamingraf_2
 
Με άλλα λόγια, η ισορροπία ανάμεσα στις δύο «επιλογές» είναι που ίσως πρέπει να επιβάλλεται. Ας το πιάσουμε όμως από αλλού. Όλοι σε αυτή τη ζωή από κάπου προερχόμαστε: είμαστε τέκνα των εμπειριών μας, των επιρροών μας και των επιλογών μας. Πολλά σχεδιάζονται ερήμην μας, πολλά υποβάλλονται ερήμην μας, αλλά ως κάποιο σημείο μπορούμε να αναπτύξουμε το κριτήριο για την αλήθεια. Για να ισχύσει βέβαια αυτό, πρέπει να έχουμε μπροστά μας όλες τις επιλογές. Όπως είναι επικίνδυνο να επιβάλλεις μία μοναδική άποψη, άλλο τόσο επικίνδυνο είναι να επιβάλλεις μία συγκεκριμένη αισθητική και οπτική.
 
Χρειάζονται τα μνημεία κάθε είδους; Απολύτως ναι. Για να θυμόμαστε, να αναστοχαζόμαστε, να εξετάζουμε και να επαναπροσδιορίζουμε τη στάση μας. Χρειάζεται ένα ιστορικό κτίριο, που φέρει επάνω του 150 χρόνια ιστορίας –θετικής ή αρνητικής– να παραμένει ως έχει; Να φυλάσσεται από σπρέι, από όσους θέλουν να καπηλευτούν τα νοήματα που πηγάζουν από την ιστορία του, αλλά και όσους θα βρουν ευκαιρία να επιτεθούν σε άλλους, στο όνομα μιας «ευπρέπειας» υποβολιμιαίας; Απόλυτα. Γι' αυτό λοιπόν, το κτίριο του Πολυτεχνείου θα έπρεπε να προστατεύεται από την πολιτεία και τους ίδιους τους λάτρεις της ελεύθερης διακίνησης των ιδεών. Όχι ως κάποιο «εικόνισμα» χωρίς κόκκο σκόνης, αλλά ως η ζώσα ιστορία μιας πόλης που πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να αντιστέκεται: τόσο στη φρικαλεότητα των έξωθεν εντολών, όσο και στη μικροπρέπεια μιας προσωπικής αυτοϊκανοποίησης.
 
Βλέποντας το κτίριο του Πολυτεχνείου σε αυτήν την κατάσταση, έρχονται καταληκτικά μερικές σκέψεις: ότι η συλλογική αποδοχή αυτού του ασπρόμαυρου δημιουργήματος, παρά τα κάθε λογής λογύδρια περί της ελευθερίας της τέχνης, ανυψώνει τελικά μόνο την αυτοεκτίμηση και την αναίδεια ενός προσώπου που επιδιώκει την (έστω και «εναλλακτική») αφανή δημοσιότητα. Είναι το απόγειο της μεταμοντέρνας αποδοχής της προσωπικής πραγμάτωσης ως ύψιστο αγαθό. Και δείχνει ότι οι Μπολσεβίκοι είχαν τελικά δίκιο όταν αποφάσιζαν ότι δεν πρόκειται να καταστρέψουν κανένα ιστορικό κτίριο στην ρωσική επικράτεια. Κι επίσης, ότι τελικά η γνώση και η επίγνωση της ιστορίας –που μετά από δεκαετίες ακόμα παλεύει να μετατραπεί σε συλλογική μνήμη– μπορεί να προσδώσει σεβασμό σε υλικά και άυλα αντικείμενα.
 
Όποιος δεν γνωρίζει, ξεχνά. Και όποιος ξεχνά δεν σέβεται, δυστυχώς.