search

ΑΡΘΡΑ

Είχε προβλεφθεί από νωρίς ότι το 2015 άνηκε στον Kendrick Lamar και επιβεβαιώνεται τώρα γενικώς και συντριπτικώς. Πανηγυρική ήταν η επικράτησή του και στη δική μας εκλογική διαδικασία, παρά την επίμονη καταδίωξη του συμπατριώτη του Sufjan Stevens –ο οποίος κατέκτησε τη 2η θέση. Αμερικάνικη όμως και η 3η θέση, όπου στρογγυλοκάθησε η Julia Holter, αφήνοντας τους Ghost και τον Father John Misty να φαγωθούν για την 4η, μέχρι τελικής καταμέτρησης. Ακολουθεί όλη η 30άδα της χρονιάς, στην παραδοσιακή «αντίστροφη μέτρηση»...

 

Faith No More.jpg

30. FAITH NO MORE: Sol Invictus (Reclamation/Ipecac)

κείμενο: Ανδρέας Κύρκος

«Η Αιώνια Λιακάδα ενός Διαταραγμένου Μυαλού»: αυτός θα ήταν ο τίτλος που θα έδινα στη βιογραφία των Faith No More. Κυρίως γιατί δεν μπορώ να απαριθμήσω τις (μουσικές ή μη) διαταραχές στον εγκέφαλο του Mike Patton, αλλά και γιατί –παρά το «έμφυτο ελάττωμα» της ερεβώδους σκοταδίλας– νομίζω ότι αρέσκεται να λιάζεται κάτω από τον ήλιο του Σαν Φρανσίσκο, ατενίζοντας τα όξινα λιμνάζοντα νερά του λιμανιού και τους παρανοϊκούς που βολοδέρνουν στα πεζοδρόμια.  

Apartments.jpg

29. THE APARTMENTS: No Song, No Spell, No Madrigal (Microcultures) 

κείμενο: Χάρης Συμβουλίδης

Ενώ περίμενες ένα επαρκές, βετεράνικο άλμπουμ, έρχεσαι αντιμέτωπος με μια δισκάρα σφυρηλατημένη σε άγρια βάθη και σε απόκρημνες, αραιά δενδροφυτεμένες πλαγιές. Μυστικά, πάντως, δεν κρύβει. Βασίζεται σε μια συνταγή παλιά όσο και οι μεσαιωνικοί τρουβέροι, στην πηγαία δηλαδή σαγήνη του τραγουδοποιού που μπορεί να σου φέρει δάκρυα στα μάτια μουρμουρώντας πάνω από μια σκέτη κιθάρα, τυλιγμένη όμως στις δεξιότητες μιας μικρής ορχήστρας.

Merzbow.jpg

28. MERZBOW, THURSTON MOORE, MATS GUSTAFSSON & BALÁZS PÁNDI: Cuts Of Guilt, Cuts Deeper (RareNoise)

κείμενο: Χάρης Συμβουλίδης

Πολλά τα «κεράσια» και σκέφτεσαι να πάρεις το μικρό σου καλάθι. Όμως ο Ιάπωνας μάγιστρος του θορύβου, ο μεγάλος Θέρστονας του εναλλακτικού ροκ, ο σπουδαίος Σουηδός σαξοφωνίστας και ο περιζήτητος Ούγγρος ντράμερ δεν ήρθαν εδώ να παραστήσουν τις φίρμες: βάλανε το κεφάλι κάτω, με μόνο στόχο να τινάξουν το δικό σου. Πειραματισμός φουλ μεν, που δεν συστήνεται σε απαίδευτα αυτιά· αλλά οι πιο μυημένοι σε τέτοια ακούσματα θα το πιάσουν από νωρίς –και θα το απολαύσουν στην πιο εκρηκτική του κλίμακα. 

Kurt Vile.jpg

27. KURT VILE: b'lieve i'm goin down (Matador)

κείμενο: Άγγελος Κλειτσίκας

Η έμφυτα αυτοσαρκαστική περσόνα από τη Φιλαδέλφεια φαίνεται να σκηνοθετεί έναν ανοιχτό μονόλογο. Μέσα στο υπαρξιακό του άγχος, ο Vile μετρά εσωτερικές απώλειες και επαγγελματικά λάφυρα, περισσότερο όμως αναρωτιέται πού βρίσκεται πλέον ο ίδιος· το κάποτε παιδί της εργατικής τάξης, που έφτασε να θεωρείται ένας από τους κύριους (σύγχρονους) εκφραστές της αμερικάνικης ροκ κληρονομιάς.

Dodheimsgard.jpg

26. DØDHEIMSGARD: A Umbra Omega (Peaceville)

κείμενο: Χρυσόστομος Τσαπραΐλης

Το A Umbra Omega μετουσιώνεται σε ένα κουιντέτο σχιζοειδών κομματιών, στα οποία κρύβεται ένας οχετός ιδεών. Τα τόσο χαρακτηριστικά υπερηχητικά riffs του Vicotnik είναι πανταχού παρόντα, κεντώντας σπειροειδείς διαστημικές ατμόσφαιρες. Μαύρες τρύπες, και ο Aldhrahn ως η φωνή του Κενού, ελισσόμενος σαν μέσα από βαθυσκάφος σε όλο το φάσμα του λαρυγγιού του. Τζαζ υπνωτικά σημεία, με το μπάσο να αποτελεί την κύρια δύναμη πίσω από το σαγηνευτικό λάκτισμα του ερπετού, και κομψή μηχανουργία.

Διαβάστε εδώ τη συνέντευξη του Vicotnik στον Γιάννη Καγκελάρη

Drake.jpg

25. DRAKE: If You're Readind This, It's Too Late (OVO Sound)

κείμενο: Τάσος Μαγιόπουλος

Ο Καναδός ράπερ δεν μεταμορφώνεται ξαφνικά σε Nas ή Eminem, όμως καταφέρνει να τιθασεύσει τη ροπή προς το ξεδιάντροπα εμπορικό, το ρομαντικό που καταντούσε να στάζει σιρόπια και μια macho περσόνα που –ας μην κοροϊδευόμαστε– δεν είναι εκείνος. Αλλά στο If You’re Reading This It’s Too Late δεν προσπαθεί να κάνει επίδειξη ικανοτήτων που δεν διαθέτει: ακούγεται άνετος και κατασταλαγμένος με ό,τι είναι, δεν κλαψουρίζει αλλά γράφει συναισθηματικά φορτισμένους στίχους, και φαίνεται να «κάθεται» ερμηνευτικά με τρομερή άνεση επάνω στη ρότα ρομαντισμού που πρωτοέδειξε ο Weeknd. 

Iron Maiden.jpg

24. IRON MAIDEN: The Book Of Souls (Parlophone/Warner Bros.)

κείμενο: Στυλιανός Τζιρίτας

Ήταν εύκολο για τους Maiden να χρησιμοποιήσουν μερικά κλασικά κόλπα (βλέπε μανιέρα) και να φτιάξουν έναν δίσκο που θα έκανε αν μη τι άλλο τους σκληροπυρηνικούς οπαδούς να χαϊδεύουν τα μούσια τους ικανοποιημένοι, ακούγοντας διπλοσολίες στο άπειρο. Προτίμησαν να κάνουν τον πλέον μεγάλο σε διάρκεια δίσκο τους (92 λεπτά), βάζοντας πολλά πρωτόφαντα κόλπα –όπως λ.χ. τα voice over και τα πιάνα– και κρατώντας παράλληλα απαράβατο τον κανόνα που θέλει τη μπάντα αυτή να μη γράφει για αγάπες και λουλούδια.

Sleater Kinney.jpg

23. SLEATER-KINNEY: No Cities To Love (The Telephone Recordings)

κείμενο: Ανδρέας Κύρκος

Πέρασε σχεδόν μια δεκαετία από τότε που η Carrie Brownstein, η Janet Weiss και η Corin Tucker συμπλεύσανε σαν ένα μεστό και δεμένο σχήμα κομψής punk αισθητικής και θηλυπρεπούς αλητείας. Σε κάθε περίπτωση, παίζουν ακόμα στα δάχτυλα την τρίλεπτη punk rock δυναμική και το αποδεικνύουν σε όσους έχουν όρεξη να αναμειχθούν με αυτούς τους ζωτικής σημασίας απόηχους. Τα κορίτσια –χωρίς να καταβάλλουν παραπανίσια προσπάθεια– θέτουν με αξιοθαύμαστο τρόπο κιθάρες και τύμπανα σε θερμοκρασία βρασμού. 

William Basinski.jpg

22. WILLIAM BASINSKI: Cascade / Deluge (Temporary Residence)

κείμενο: Βαγγέλης Πούλιος

Λουπαρισμένες φράσεις ενός πιάνου παραδίδονται στην επαναληπτικότητά τους, φέρνοντας τις ρομαντικές τους ευαισθησίες στην επικράτεια του μεταμοντέρνου. Οι κύκλοι όμως που διαγράφουν μέσα σε τούτο το θολό και ομιχλώδες ηχητικό τοπίο, μοιάζουν να αντιμάχονται την κυριαρχία της πληρότητας, μένοντας πάντοτε ελλειπτικοί· θυμίζοντας ό,τι πεισματικά και αιώνια θα παραμένει διαφεύγον από την ανθρώπινη κατανόηση. Πιστός στην αισθητική των Disintegration Loops, ο Basinski μας παραδίδει ένα από τα γνωστά του μινιμαλιστικά κομψοτεχνήματα, στο οποίο έννοιες όπως αυτές της χρονικότητας ή της πρωτοτυπίας χάνουν τον απόλυτο χαρακτήρα που συνήθως ενδύονται και αποκτούν μια δική τους, σχετική, σημασία.  

Deerhunter.jpg

21. DEERHUNTER: Fading Frontier (4AD)

κείμενο: Άγγελος Κλειτσίκας

Πρώτη φορά οι στίχοι σε δίσκο των Deerhunter παίζουν τόσο σημαντικό ρόλο για την αποκωδικοποίησή του. Αλλά και ηχητικά, οι επιρροές αναδεικνύονται το ίδιο συμμετρικά και συμβολικά μοιρασμένες. Όσα δηλαδή τραγούδια μοιάζουν παιδιά της νέας κοσμοθεωρίας του Bradford Cox, αιχμαλωτίζουν έναν  ραδιοφωνικό 1980s pop/rock ήχο –στα βήματα των INXS, των Tears For Fears, αλλά και των συμπολιτών R.E.M. Στην αντίπερα όχθη, επιβιώνουν όλα εκείνα τα ορφανά της εφηβικής του φαντασίας, όσα μεγάλωσαν με Broadcast και Stereolab.

A Forest Of Stars.jpg

20. A FOREST OF STARS: Beware The Sword You Cannot See (Lupus Lounge)

κείμενο: Θανάσης Μπόγρης

Mια μοναδική μπάντα, με ιδιαίτερο προφίλ και προσέγγιση στη μουσική. Στο Beware The Sword You Cannot See οι Βρετανοί δεν φοβούνται διόλου τον πειραματισμό, σπάνε τα στεγανά και παραδίδουν έναν δίσκο-στολίδι της ακραίας μουσικής. Οι ακροβασίες μεταξύ του ατμοσφαιρικού black metal και του progressive ήχου εξιτάρουν, το έντονο θεατρικό στοιχείο (και δη τα πολυποίκιλα φωνητικά) καθηλώνουν, το βιολί προσδίδει μια βικτωριανή αύρα, τα ψυχεδελικά πλήκτρα μαγεύουν και το folk στοιχείο είναι εκείνο που υπενθυμίζει την προέλευση του... Gentleman's Club, όπως αρέσκονται να αυτοαποκαλούνται οι A Forest Of Stars! Δεν επαναπαύτηκαν και τόλμησαν να δημιουργήσουν έναν ισοπεδωτικό δίσκο. 

Tigran Hamasyan.jpg

19. TIGRAN HAMASYAN: Luys Y Luso (ECM/Μικρή Άρκτος)

κείμενο: Βαγγέλης Πούλιος

Το γενικό πλαίσιο είναι εξόχως λυρικό, όμως μαζί με την υπερβατικότητα του λυρισμού αναδεικνύεται και η ίδια η ομορφιά των μελωδιών, οι πλούσιες συναισθηματικές τους ροές. Υπό μία έννοια, το Luys I Luso είναι ένα παιχνίδι μεταξύ του ανθρώπινου και του θεϊκού, του απτού και του υπερβατικού. Ένας δίσκος που, παρότι δίνει σαφείς κατευθυντήριες (αφού αποτελείται από ανακατασκευές θρησκευτικών ύμνων), τελικά αφήνει στον ακροατή να αποφασίσει αν θέλει να πιαστεί από το λατρευτικό του μήνυμα ή αν θα εντάξει τις καθηλωτικές του μελωδίες στον κόσμο των αισθήσεων.

Napalm Death.jpg

18. NAPALM DEATH: Apex Predator - Easy Meat (Century Media)

κείμενο: Στυλιανός Τζιρίτας

Ο Blixa θα πλήρωνε για να γράψει το εναρκτήριο κομμάτι, καθώς πρόκειται για μια αργόσυρτη, μητροπολιτική κατάρα με industrial/tribal τύμπανα, που δημιουργούν την αίσθηση πως όπου να 'ναι θα μπει να τραγουδήσει η Diamanda Galas, κάποια σύνθεση από τον δίσκο της με τον John Paul Jones. O Mark "Barney" Greenaway, επίσης, παραδίδει μια ερμηνεία με παροιμιώδη λύσσα και απολήξεις που (σχεδόν) παραπέμπουν σε Dimmu Borgir της Abracadabra φάσης. Ότι έχει πιάνο ο δίσκος, σας το 'πα;

Vijay Iyer Trio.jpg

17. VIJAY IYER TRIO: Break Stuff (ECM/Μικρή Άρκτος)

κείμενο: Βαγγέλης Πούλιος

Δεν αποτελεί βέβαια έκπληξη που ο Vijay Iyer καταθέτει έναν ακόμα υπέροχο δίσκο. Το Break Stuff βρίσκεται διαρκώς σε κίνηση, είναι ευρηματικό (τόσο στη γενική συλλογιστική του, όσο και στις επιμέρους αποτυπώσεις), είναι εκλεπτυσμένο διατηρώντας ταυτόχρονα έναν ζωηρό παλμό, ενώ είναι –εννοείται– γεμάτο με εξαιρετικά παιξίματα. Με λιγότερες λέξεις, πρόκειται για ένα κόσμημα υψηλής αισθητικής.

Arcturus.jpg

16. ARCTURUS: Arcturian (Prophecy Productions)

κείμενο: Θανάσης Μπόγρης

Μπορεί να μην φτάνει τους 3 πρώτους τους δίσκους, αξίζει όμως και με το παραπάνω. Ταξιδιάρικο, ατμοσφαιρικό, progressive, κλασικότροπο, εμπνευσμένο, θεατρικό και τόσο Arcturus, δεν γίνεται να είναι ούτε κακό, μα ούτε και μέτριο. Το πλήρωμα του αστρόπλοιου έχει φορέσει ξανά τις μάσκες του και υπόσχεται καινούργιες περιπλανήσεις στ’ άστρα…

Kamasi Washington.jpg

15. KAMASHI WASHINGTON: The Epic (Brainfeeder/Rockarolla)

κείμενο: Χάρης Συμβουλίδης

Η τζαζ του Washington διαθέτει... soul· έχει ρυθμό, σε προτρέπει σε κίνηση. Χτίζεται με τραγανή βιρτουοζιτέ, με άγριο, επιθετικό στυλ παιξίματος στο (τενόρο) σαξόφωνο –σκληρίζει όταν το τσιτώνεις– με νότες περιφερόμενες σαν μεθυσμένες Βαλκυρίες (μόλις που συγκρατούνται στα πλαίσια των μελωδικών φράσεων), με πιάνα, τρομπόνια και τρομπέτες να συνοδεύουν με τα δικά τους κρεσέντο. Συνολικά, παράγεται μια γοργόφτερη γκρούβα μέσα στην οποία ζει όλος σχεδόν ο δίσκος, ακόμα και όταν στο παιχνίδι του μπαίνουν και φωνητικά. Τα highlights δεν είναι λίγα, κοινή δε συνισταμένη όλων είναι συνήθως τα φρενήρη σολαρίσματα του 32χρονου Αμερικανού.

Myrkur.jpg

14. MYRKUR: M (Relapse)

κείμενο: Γιάννης Καγκελάρης

Αυτή η Lana Del Rey του black metal μπορεί κάλλιστα να προσφέρει το ποθητό μυστήριο, διαπλεκόμενο με μια εσάνς προσωπικότητας που τόσο λείπει από τη σημερινή μας κουλτούρα. Οι ενδοφλέβιες ενέσεις των Wardruna διοχετεύουν τη Nordic αύρα τους, τη στιγμή που το Bergtatt των Ulver αποτελεί οδηγό για την απόκρημνη ομορφιά του "Onde Børn" –με ένα υπέροχο βιντεοκλίπ να το συμπληρώνει αισθητικά. Το M αποτελεί δείγμα συγγραφής που στοχεύει αρκετά στην ατμοσφαιρική του ροή, μένει όμως συγκρατημένο προς τον black metal χαρακτήρα, καθιστώντας το ομοιογενές ύφος του προσφιλές μέχρι και σε ανθρώπους που φέρουν επιδερμική επαφή με το ιδίωμα.

Blur.jpg

13. BLUR: The Magic Whip (Parlophone/Warner Bros.)

κείμενο: Ανδρέας Κύρκος

Ένα παζλ από ευφυείς ρυθμούς, το οποίο δεν σε αφήνει ούτε λεπτό να νιώσεις νοσταλγία για τα ανεπιστρεπτί χαμένα 1990s και τοποθετεί τους Blur όχι μόνο στους ανυποχώρητους επαναστάτες της εποχής μας, αλλά και στο προσωπικό hall of fame κάποιων από εμάς που δεν ανήκαμε (απαραίτητα) στον εξυπνακίστικο ορυμαγδό από σνομπ πιτσιρικάδες που μεθοκοπούσαν πριν 20 χρόνια με το "Girls And Boys". Αν αυτό δεν λέγεται ευθύβολος, μαζικός, ολοκληρωμένος θρίαμβος, τότε, στον σημερινό ισοπεδωτισμό, τι στο διάολο είναι;

Destroyer.jpg

12. DESTROYER: Poison Season (Merge & Dead Oceans)

κείμενο: Άρης Καζακόπουλος

Η δουλειά που έχει γίνει στην παραγωγή και (κυρίως) στην ενορχήστρωση, αγγίζει τα όρια του φαντασμαγορικού. Στον ήχο συνυπάρχουν στοιχεία από το indie pop παρελθόν των Καναδών, αρμονικά αναμεμειγμένα με το smooth jazz στίγμα του Kaputt, αλλά και με chamber pop στιγμές. Και όλα μεταφράζονται σε έναν πλουραλιστικό οργασμό, ο οποίος εμπλέκει κρυστάλλινες ηλεκτρικές κιθάρες, ονειρικά πνευστά με αφαιρετικές διαθέσεις, πιάνο που ενίοτε φλερτάρει με τζαζ αρμονίες, βιολιά που παραπέμπουν σε μουσική δωματίου, percussion με κοσμοπολίτικη αύρα, διακριτικά synths και φυσικά την απαραίτητη ρυθμική βάση του μπάσου και των ντραμς, πάνω στην οποία δομείται όλο αυτό το ηχητικό μεγαλούργημα.

Mgla.jpg

11. MGLA: Exercices In Futility (Northern Heritage)

κείμενο: Χρυσόστομος Τσαπραΐλης

Εν τέλει, η προσέγγιση της ματαιότητας μέσω της επαναληπτικής μονοτονίας είναι άποψη, καθ' όλα αποδεκτή μάλιστα, ειδικά σε ένα τερέν όπως του black metal, το οποίο θριάμβευσε (και) δια της συνθετικά μινιμαλιστικής οδού. Όσοι λατρέψατε λοιπόν το προηγούμενο πόνημα των Πολωνών, θα βρείτε εδώ τη λογική του συνέχεια. Έναν δίσκο που παρουσιάζει μια οπτική επί του ορθόδοξου ήχου, η οποία βρίσκεται μακριά από το παρανοϊκό χάος των πατέρων Deathspell Omega, ακολουθώντας την οδό της απλότητας –κάτι που αποτελεί πνοή ζωής για ένα κουρασμένο είδος.

Jamie xx.jpg

10. JAMIE XX: In Colour (Young Turks/XL Recordings)

κείμενο: Άρης Καζακόπουλος

Απαύγασμα της δημιουργικής δραστηριότητας του Jamie xx κατά τα τελευταία 6 χρόνια, το In Colour δίνει την αίσθηση ενός δυσθεώρητου ζενίθ. Έχει να επιδείξει μια tracklist εντυπωσιακά μεστή, πλούσια σε υπόγεια club bangers, μελωδικά down tempo στολίδια και mainstream υπαινιγμούς, επιτυγχάνοντας την αριστοτεχνική ισορροπία που γεννά αναγκαία, πολυπρισματικά αντισταθμίσματα στη σύγχρονη μουσική δυστοπία. Με εφόδια την απαράμιλλη αισθητική του υπεροχή και την απόλυτα ουσιαστική του τραγουδοποιΐα, ήταν δεδομένο πως θα βρισκόταν σε όλες σχεδόν τις λίστες με τα καλύτερα του 2015.

Courney Barnett.jpg

9. COURTNEY BARNETT: Sometimes I Sit And Think, And Sometimes I Just Sit (Mom & Pop)

κείμενο: Άγγελος Κλειτσίκας

Αποδεικνύει πως δεν έχουμε να κάνουμε με ένα ακόμη κοριτσάκι που ξεκίνησε να γρατζουνάει την κιθάρα της στο δωμάτιό της, κάτω από την αφίσα του Kurt Cobain. Αλλά με μια σύγχρονη, cool και προσιτή διανοούμενη, που όχι μόνο καταφέρνει και αποδομεί τις σύνθετες σκέψεις με τις οποίες ταυτίζεται, μα συγκινείται και φθείρεται ψυχικά μαζί με ένα μεγάλο μέρος των ατόμων της γενιάς της.

Sunn O.jpg

8. SUNN O))): Kannon (Southern Lord)

κείμενο: Βαγγέλης Πούλιος

Δίσκος βαρύς κι ασήκωτος, απ’ αυτούς που ξέρουν να φτιάχνουν οι Sunn O))), γεννημένος στη μαυρομεταλλική ερημιά στην οποία κατοικεί το δίδυμο των Greg Anderson & Stephen O’Malley. Το τούνελ που ανοίγουν οι ριπές του είναι –εννοείται– βυθισμένο στο πηχτό σκοτάδι. Κι αν παρ’ ελπίδα βρείτε κάποιο φως να τρεμοπαίζει στο βάθος, μη μασήσετε· είναι το τρένο που έρχεται με φόρα από την άλλη άκρη.

Ακούστε εδώ

Tame Impala.jpg

7. TAME IMPALA: Currents (Interscope/Universal)

κείμενο: Ανδρέας Κύρκος

Δεν ξέρω αν όντως αλλάζουν οι άνθρωποι, αλλά στο Currents αρχίζει ίσως για πρώτη φορά να απασχολεί τον Parker το πώς «κάθεται» η μουσική του στα αυτιά των ακροατών του. Αφήνει λοιπόν τις κιθάρες να σκονίζονται κάπου παράμερα και διώχνει από πάνω του την ταμπέλα του «ριφάκια ψυχεδελοροκά» και τις acid εμμονές. Οι Tame Impala παραμερίζουν το άγχος της hipster καταξίωσης που τους φορέθηκε μετά το Lonerism (2012) και μοιράζονται μαζί μας μερικές γοητευτικές ιδέες για το πώς θέλουν να ακούγεται η ποπ στη σημερινή μιντιόπληκτη εποχή. Η ιδεολογία τους είναι σαφής και ελαφρώς απρόσμενη: όσο πιο ανέμελη και ηλιοκαμένη, τόσο το καλύτερο.

D' Angelo.jpeg

6. D' ANGELO & THE VANGUARD: Black Messiah (RCA)

κείμενο: Ανδρέας Κύρκος

Το νέο έργο του D’ Angelo δεν έρχεται για να σερβίρει τραγούδια (τραγουδένια), που θα αρέσουν και θα «τραγουδηθούν». Ο ίδιος όμως έρχεται εξοπλισμένος με την οργή ενός παράφρονα ιεροκήρυκα, με σκοπό ζωής την αλλαξοπιστία του δυνητικού του ποιμνίου. Eυαγγέλια για τη χαώδη Βίβλο του είναι το ιδιοφυές χάος του Sly Stone, η ασθμαίνουσα ψυχή του Marvin Gaye, η οργανική λαίλαπα των Funkadelic, οι ηχητικοί ύφαλοι του Prince και οι αστικές λιτανείες του Curtis Mayfield. Ο D' Angelo ασκεί παγανιστική λατρεία στους δαίμονες της φαντασίας του προκειμένου να πειστούμε κι εμείς οι έντρομοι –αμύητοι στα νέα δόγματα– παρατηρητές για τα κεφαλαιώδη ζητήματα καλλιτεχνικής έκφρασης τα οποία ανιχνεύονται εδώ.

Father John Misty.jpg

5. FATHER JOHN MISTY: I Love You, Honeybear (Sub Pop)

κείμενο: Άρης Καζακόπουλος

Ο Joshua Tillman μπορεί να συγκρατεί την τραγουδοποιία του βαθιά θεμελιωμένη στις ρίζες, ωστόσο σε επίπεδο έκφρασης αποτινάσσει κάθε ίχνος καθωσπρεπισμού που θα αναλογούσε σε οποιονδήποτε συμβατικό τροβαδούρο. Αμφιταλαντεύεται επιδέξια ανάμεσα σε έναν ακραίο ρομαντισμό και σ' ένα θράσος στα όρια του ξεδιάντροπου, καταλήγοντας στη διπολικότητα μιας περσόνας ελαφρώς επηρμένης, πλην όμως γεμάτης ευαισθησίες. Με ταπεραμέντο όλο σπιρτάδα και με φωνή κρυστάλλινα καθαρή, ξεστομίζει στίχους πνευματώδεις, γεμάτους σαρκασμό, αλλά και ειλικρίνεια. 

Έτσι, επισφραγίζει τη μουσική του με εκείνο το βαρυσήμαντο προσωπικό αποτύπωμα που τόσο λείπει από τους σημερινούς καλλιτέχνες.

Ghost.jpg

4. GHOST: Meliora (Loma Vista/Spinefarm)

κείμενο: Χάρης Συμβουλίδης

Καθώς το ένα τραγούδι διαδέχεται το άλλο, το μυαλό τρέχει στα μεγαλεία των Deep Purple και στα μαγικά κόλπα που ύψωσαν τους Rainbow στα ουράνια του σκληρού ροκ. Φευγαλέα έρχονται ασφαλώς κατά νου και διάφοροι σπουδαίοι του παλιού metal, κυρίως όμως σκέφτεσαι –καθώς θαυμάζεις τις ποπ γέφυρες που τόσο φυσικά «φυτρώνουν» ανάμεσα στα κιθαριστικά βολτ– πως (τελικά) μόνο από τη χώρα την οποία κόσμησαν με την παρουσία τους οι Abba θα μπορούσε να έρχεται αυτό το συγκρότημα.

Τα παραδοσιακά μέταλλα θα φωνάξουν ασφαλώς πάλι «φάουλ!» και θα απαιτήσουν να πέσει δεύτερη κίτρινη κάρτα σε τούτους τους χαλβάδες, κραδαίνοντας τον King Diamond, τους Kiss, τον Alice Cooper, αλλά και τους Ολλανδούς The Devil's Blood. Έχω μια κάποια συμπάθεια για την άποψή τους, αλλά τέτοιες συνεχείς επικλήσεις στους Μεγάλους Παλιούς –πέρα από το να καταδεικνύουν πως ορισμένοι γέρασαν– δεν μετράνε ότι, καλώς ή κακώς, η σημερινή πιτσιρικαρία θέλει κι αυτή τους δικούς της ανάλογους ήρωες.

Διαβάστε εδώ τη συνέντευξη των Ghost στον Παναγιώτη Λουκά

Julia Holter.jpg

3. JULIA HOLTER: Have You In My Wilderness (Domino)

κείμενο: Άγγελος Κλειτσίκας

Χωρίς να αναγκαστεί να υποκύψει σε εκπτώσεις, η Holter μετατοπίζεται εδώ σε μονοπάτια διαυγούς ποπ πιο διακριτά, χαρτογραφημένα και περπατημένα, πάντα όμως πνευματώδη. Μετά την πρώτη ακρόαση, το άλμπουμ μοιάζει πυκνό, πολύπλοκο: σαν αγκαθώδης λαβύρινθος αριστοκρατικής έπαυλης. Μετά όμως από διαδοχικές περιπλανήσεις, αναδεικνύεται αέρινο και φωσφορίζoν. 

Το Have You In My Wilderness δεν επιζητά, λάγνα και εμμονικά, την κατάκτηση των πιο απλησίαστων κορυφών της πειραματικής ποπ. Ο αθεράπευτος, υποβόσκων του ρομαντισμός δεν του επιτρέπει μία τέτοια άπληστη επιδίωξη. Το μόνο που εν τέλει αναζητεί, ευγενικά και επιδέξια, είναι τη θέση του στην ψυχή όλων εκείνων των ακροατών, που οι μετα-μοντέρνοι (μουσικοί) καιροί τούς έχουν αφαιρέσει δόσεις ευτυχίας από την τελετουργία του συναισθηματικού δεσίματος με έναν δίσκο.

Sufjan stevens.jpg

2. SUFJAN STEVENS: Carrie & Lowell (Asthmatic Kitty)

κείμενο: Μιχάλης Τσαντίλας

Είναι πράγματι συγκλονιστικοί οι τρόποι με τους οποίους εκφράζεται η ψυχική κατάσταση του Stevens σε τούτα τα 40 και κάτι λεπτά τραγουδοποιητικής κατάθεσης: άλλοτε αναπολώντας, άλλοτε ρωτώντας το υπερπέραν, κάποτε με έντονες αυτοκτονικές διαθέσεις. Όλα αυτά (και ακόμα περισσότερα) αλληλοσυνδεόμενα μέσω της χριστιανικής κοσμοθεωρίας αλλά και της δισκογραφικής του πορείας, διοχετεύονται μέσα από τραγούδια που έχουν αξιοθαύμαστη συνοχή –εσωτερική και εξωτερική. 

Πώς να μην μείνεις αποσβολωμένος, ας πούμε, ανακαλύπτοντας τα ambient φαντάσματα του πανηγυριώτικου ήχου του παρελθόντος του να ξεπροβάλλουν διακριτικά από κρυφές γωνιές του δίσκου, σα να απλώνουν, θα 'λεγες, χέρι παρηγοριάς στον ώμο του εμπνευστή τους; Και πώς να μην πέσεις στα γόνατα, πώς να μην κλάψεις με λυγμούς ακούγοντας το υπερκόσμιων διαστάσεων μοιρολόι του “Fourth Of July”, του πιο κομβικού ίσως κομματιού εδώ;

Kendrick Lamar.jpg

1. KENDRICK LAMAR: To Pimp A Butterfly (Top Dawg/Universal)

κείμενο: Τάσος Μαγιόπουλος

Ο 27χρονος ράπερ από το Compton του (νότιου) Λος Άντζελες επιδεικνύει ένα αδιαπραγμάτευτο, αγέρωχο δημιουργικό όραμα, στο οποίο το μπλέξιμο των ειδών γίνεται περίτεχνα και με ευφυΐα. Η οξυδέρκεια δηλαδή της δισκογραφίας του Flying Lotus συναντά τη μουσική παρακαταθήκη του George Clinton, ο D' Angelo του Voodoo συνομιλεί με τους Outkast του Aquemini και οι Goodie Mob συνδιαλέγονται με τον Bilal. H δε χιπ χοπ ιστορία της Δυτικής Ακτής των 1990s –με Ice Cube, Dr. Dre και 2Pac να συγκροτούν την αγία τριάδα– γυρνοβολά με τον υπέρτατο playa James Brown, καταλήγοντας στο σινεμά για blaxploitation ταινίες. 

Εδώ δεν υπάρχουν σύντομες διαδρομές και εύκολα μονοπάτια. Πρόκειται για τον δίσκο ενός νεαρού μαύρου πολίτη της (σύγχρονης) Αμερικής, ο οποίος προσπαθεί να κατανοήσει τον κόσμο, παρουσιάζοντάς μας στην πορεία τη δική του οπτική/ερμηνεία της πραγματικότητας. Συντελείται έτσι μια επιστροφή στις ρίζες της μαύρης μουσικής, με ένα μήνυμα όμως εντελώς επίκαιρο, που πετάει φλόγες και τσουρουφλάει. Κι έχει επιπλέον σκοπό να δράσει ως αντίβαρο στο σύγχρονο χιπ χοπ, με την επίπλαστη γκλαμουριά και την παρέλαση του ψεύτικου πλούτου στα βιντεοκλίπ, πράγμα που ναι μεν κάνει το κοινό να ξεχνιέται,  δεν άγει όμως και την ψυχή του.