search

ΔΙΕΘΝΗ

Κάθισε πολύ νέος και πολύ γρήγορα στον κιθαριστικό θρόνο, με αποτέλεσμα να βάζει μεν δύσκολα στον εαυτό του, μα εν τέλει να βάζει ακόμα πιο δύσκολα στους ακροατές του...

Label | Third Man/Columbia/Feelgood
Κυκλοφορία | 3/2018
Βαθμολογία | 5

Υπάρχει ένα σημείο στην πορεία του Jack White που, σε συμβολικό τουλάχιστον επίπεδο, σηματοδοτεί τη μετάβασή του στη μεγάλη λίγκα. Είναι το 2008 και η συμμετοχή του στο ντοκιμαντέρ It Might Get Loud του Davis Guggenheim. Εκεί τον βλέπουμε να στέκεται πλάι στα ιερά τέρατα Jimmy Page και The Edge και να καταγράφεται στις συνειδήσεις των μουσικόφιλων ως ο κιθαριστικός ήρωας του σήμερα. Από average Jack, γίνεται ο Ιωάννης ο Λευκός.

Σε εκείνο το σημείο ο White είχε ήδη βγάλει το άλμπουμ που έμελλε να αποδειχθεί η τελευταία κατάθεση των White Stripes και βρισκόταν στον δρόμο προς τη σόλο καριέρα του. Μια καριέρα που φτάνει τώρα στον 3ο της κομβικό σταθμό, με το εξώφυλλο του Boarding House Reach να δηλώνει ότι πλέον ο Μεγάλος έχει εγκολπωθεί το θηλυκό στοιχείο που προηγουμένως του παρείχε η Meg και βασιλεύει βλοσυρός και αυτόφωτος στις νεφοστεφανωμένες κορυφές του μουσικού Ολύμπου.


Φτιάχνοντας το 3ο εύκολο άλμπουμ του, ο White επιχείρησε να δαμάσει πράγματα τα οποία δεν είχε δοκιμάσει προηγουμένως: απομονώθηκε σε ένα μικρό διαμέρισμα για να γράψει, μιμήθηκε τις συνθετικές μεθόδους του (έτερου βασιλέως) Michael Jackson, τακίμιασε με hip hop σεσιονάδες, και γενικά, όπως το έθεσε και ο ίδιος, έβαλε στον εαυτό του δύσκολα. Και τι κατάφερε; Μάλλον κάτι που βάζει δύσκολα στους ακροατές του.

Το ξεκίνημα, με το “Connected By Love”, μάλλον ρίχνει στάχτη στα ...αυτιά, από την άποψη ότι δεν αποτελεί ούτε ιδανική εισαγωγή, ούτε αντιπροσωπευτικό δείγμα όσων ακολουθούν. Περισσότερο έχει σχέση με τους 2 προηγούμενους δίσκους του: τα βαρύτονα σύνθια, τα ηλεκτρονικά εφέ και τα πλήκτρα αρμολογούν μια soul μπαλάντα, με την ερμηνεία να διαπνέεται από έντονο ζήλο και πάθος. Όμως, αντί να σε παρασέρνει, τελικά σε αφήνει ασύνδετο και απορημένο από την όλη υπερβολή, η οποία μάλλον ρέπει προς το κωμικό μελό.

Από εκεί και κάτω εκτείνεται ένας πολύ διαφορετικός κόσμος, παλαβιάρης και ενίοτε άναρχος, με τον White να αλλάζει ρόλους και διαθέσεις σαν τα πουκάμισα. Σε κάποια σημεία, ας πούμε, μοιάζει να μπαίνει στον ρόλο του αυτόκλητου ιεροκήρυκα. Στο “Why Walk A Dog?”, για παράδειγμα, σπαταλά μια ατμοσφαιρική μελωδία για να αμελοφιλοσοφήσει και στο “Corporation” τα βάζει με τον Donald Trump, χωρίς κάτι τέτοιο να γίνεται ακριβώς προφανές. Γενικά, οι τρόποι με τους οποίους καταπιάνεται με τα θέματά του ρέπουν προς το αυτονόητο ή το κουλό, ενώ η απουσία χιούμορ και προοπτικής –σε συνδυασμό με μια μάλλον ανεξήγητη πληθωρικότητα στο μουσικό κομμάτι– κάνει τις προσπάθειές του να παραπατούν προς την απλοϊκότητα.

Κάπως καλύτερα λειτουργούν τα τραγούδια εκείνα όπου ο White αρκείται στην αφήγηση, χωρίς να σου τρίβει στα μούτρα την άποψή του για το κάθε τι. Όμως τα περισσότερα από αυτά δεν είναι παρά σύντομες βινιέτες (“Ezmeralda Steals The Show”, “Abulia And Akrasia”), οι οποίες μοιάζουν ασύνδετες με το υπόλοιπο άλμπουμ. Αυτά που ξεχωρίζουν τελικά είναι το “Over And Over And Over”, το οποίο, διόλου τυχαία, κρατάει από τα χρόνια των White Stripes, και το “Humoresque”: μια σύνθεση του Antonín Dvořák, που κλείνει νανουριστικά το Boarding House Reach.

«Let’s take the worst and somehow turn it into the best» τραγουδάει κάπου στον νέο του δίσκο ο Jack White. Και νιώθεις ότι εκείνο που ακόμα του διαφεύγει προκειμένου να κάνει μια σπουδαία σόλο κατάθεση είναι το «somehow»: ο τρόπος, δηλαδή, για να συνδυάσει αποτελεσματικά όλες αυτές τις ιδέες και τις αντίρροπες δυνάμεις που συνήθως μοιάζει απλώς να αραδιάζει τη μια δίπλα στην άλλη.

Κάθισε πολύ νέος και πολύ γρήγορα στον θρόνο του ο Jack White, αλλά πια μοιάζει ολοένα και περισσότερο ανίκανος να αστράψει και να βροντήξει.