search

ΔΙΕΘΝΗ

Η τέχνη του Γερμανού συνθέτη παραμένει απολύτως ενδιαφέρουσα, περιπετειώδης, μελετημένη στην κάθε της λεπτεπίλεπτη κίνηση, εκφραστικότατη και τελικά βαθέως υποβλητική...

Label | Erased Tapes
Κυκλοφορία | 2/2018
Βαθμολογία | 8

Ο τίτλος του 9ου προσωπικού άλμπουμ του Nils Frahm θα μπορούσε κάλλιστα να έχει ειρωνική χροιά. Δεν είναι ξένη άλλωστε μια τέτοια διάθεση στον Γερμανό μουσικό, όχι τουλάχιστον στο επίπεδο της σύλληψης και της εκτέλεσης των ιδεών, όπως αποδεικνύουν και κάποιες από τις προηγούμενες δουλειές του. Φαίνεται όμως πως τελικά αυτές οι δύο λέξεις έχουν κυριολεκτική σημασία: «Ελάτε, πλησιάστε», σαν να λένε, «υπάρχουν πράγματα για όλους εδώ».

Όντως, το All Melody μοιάζει ως το πλέον προσπελάσιμο άλμπουμ της μέχρι τώρα πορείας του συνθέτη. Αλλά κάτι τέτοιο προκύπτει μάλλον από σπόντα, και όχι από στόχευση. Βλέπετε, η βασική πρόθεση του Frahm ήταν προς την κατεύθυνση της διεύρυνσης της ηχητικής του παλέτας, με την ενσωμάτωση νέων στοιχείων στη δημιουργική διαδικασία. Αυτό ακριβώς τον έφερε για πρώτη φορά σε αλληλεπίδραση με μεγάλο αριθμό άλλων μουσικών, με τσέλο, τρομπέτα, μαρίμπα και έτερα κρουστά, μα και το βρετανικό φωνητικό σύνολο Shards να έρχονται να τον βγάλουν από τη σχετικά αυστηρή πιανιστική/πληκτρονική λογική την οποία ακολουθούσε μέχρι πρότινος.


Αλλά δεν είναι μόνο το πλούσιο έμψυχο δυναμικό που ευθύνεται για την είσοδο της μουσικής του Frahm σε καινούρια πεδία. Πρωταγωνιστικό ρόλο εδώ παίζουν και οι χώροι: το νέο του στούντιο, το οποίο σχεδίαζε και έστηνε ο ίδιος επί 2 χρόνια στο Funkhaus του Βερολίνου, είναι η σκηνή μέσα στην οποία διαδραματίζονται όλα, επί 74 λεπτά. Η ανανέωση του πεδίου δράσης φαίνεται πως ενέπνευσε τον συνθέτη σε μεγάλο βαθμό, ενώ η ευρυχωρία του μοιάζει να πυροδότησε τη μαξιμαλιστική ηχητική λογική του All Melody.

Κατά τα λοιπά, σε ό,τι αφορά τις ίδιες τις συνθέσεις και τις εκτελέσεις, ο Frahm απλώς συνεχίζει από εκεί όπου είχε σταματήσει κατά τις διάφορες παράλληλες περιηγήσεις του: από τον Satie στους Art Of Noise, από την τζαζ στη dub/techno, από τις ανεπαίσθητες  ρομαντικές διαθέσεις στον μινιμαλισμό –και πάει λέγοντας. Το σίγουρο είναι ότι η μουσική του ολοένα και περισσότερο μοιάζει να καθιστά άχρηστες τις διάφορες κατηγοριοποιήσεις που έχουν επιχειρηθεί για λογαριασμό της, είτε μιλάμε για τις αμήχανες απόπειρες (neo-/post-classical), είτε για τις πλέον άστοχες (soundtrack/background music).

Όπως και να την ονοματίσουμε, η τέχνη του Frahm παραμένει απολύτως ενδιαφέρουσα, περιπετειώδης, μελετημένη στην κάθε της λεπτεπίλεπτη κίνηση, εκφραστικότατη και τελικά βαθέως υποβλητική. Και καταφέρνει να ενώσει φαινομενικά αντίρροπες δυνάμεις σε ένα συνεκτικό όλον: πόσο ήσυχα ακούγονται τα περισσότερα κομμάτια, αλλά και πόσο αγριευτικά μπορούν να γίνουν. Δοκιμάστε να ακούσετε σε απομόνωση και θα καταλάβετε τι εννοώ.

Παραμένει πιστός, λοιπόν, ο Γερμανός στα όσα τον ενδιαφέρουν διαχρονικά. Παραμένει, δηλαδή, ένας λόγιος που αδιαφορεί για τον εστετισμό, που μένει προσγειωμένος στο ζητούμενο της επικοινωνίας και αποφεύγει το από άμβωνος κύρηγμα, δίχως να διστάζει να ακολουθήσει το ένστικτο και να παραδοθεί αμαχητί στον αυθορμητισμό. Όταν π.χ. συναντά ένα μικρό πηγάδι στο δωμάτιο του ξενοδοχείου όπου καταλύει για τον μήνα του μέλιτος μετά της συζύγου του, στήνει επί τόπου μικρόφωνα για να εκμεταλλευτεί τις μακρές αντηχήσεις του.

Ίσως κάποιοι πουν ότι, δεδομένων των προδιαγραφών του, το All Melody μοιάζει να μην τολμά όσο ενδεχομένως θα περίμενε ο γνώστης της δουλειάς του Frahm. Όντως, διάφορα κομμάτια (τα “My Friend The Forest” και “A Place” λ.χ.), μοιάζουν να έχουν τις ρίζες τους σε παλαιότερες δουλειές, όπως στο ζωντανά ηχογραφημένο Spaces (2013) –άλμπουμ κρίσιμο για την οπτική μας επί του έργου του. Από την άλλη, όμως, είναι τόσο στιβαρή και συνεπής τούτη η δουλειά, τόσο πυκνή σε ουσία και τόσο διεξοδικώς μελετημένη και εκτελεσμένη, ώστε δεν αφήνει τελικά πολλά περιθώρια για αμφισβήτηση.