search

ΔΙΕΘΝΗ

Label | Naïve/Mute/Feelgood
Κυκλοφορία | 4/2016
Βαθμολογία | 5

Είναι εντυπωσιακό το πώς έχουν μεταμορφωθεί οι M83 μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια. Πώς δηλαδή έχουν σταδιακά αντικαταστήσει εκείνον τον ηλεκτρονικό shoegaze ήχο με τα «ξεθωριασμένα» φωνητικά που δέσποζε στις πρώτες τους κυκλοφορίες, με την καθαρόαιμη synth pop που φτάσαμε να ακούμε στο Junk.

Το πλέον προφανές σημείο καμπής αυτής της μεταστροφής είναι το διπλό Hurry Up We're Dreaming (2011). Ήταν ένας δίσκος που δίχασε, δεχόμενος κριτική για τη ροπή του σε μια πρωτοφανή (για τα δεδομένα του συγκροτήματος) ελαφρότητα, για την υπερφορτωμένη του παραγωγή, αλλά και για την κατά κάποιον τρόπο παιδική αισθητική την οποία προωθούσε. Παρόλα αυτά, μόνο ως επιτυχία μπορεί να καταχωρηθεί στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, αφού γιγάντωσε τη φήμη του Anthony Gonzalez και γέννησε δύο alternative mega hits: τα "Midnight City" και "Wait".

Στο Junk το πράγμα πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα. Οι τόνοι ανεβαίνουν ακόμα περισσότερο, η παιδική αισθητική παγιώνεται, ενώ και το παραμικρό shoegaze κατάλοιπο που μπορεί να είχε απομείνει, πηγαίνει περίπατο. Με τη διαφορά όμως ότι, σε αντίθεση με την προηγούμενη κατάθεση των Γάλλων, εδώ δεν υπάρχει το απαραίτητο στιβαρό υλικό για να υποστηρίξει και εντέλει να επιβάλλει αυτήν τη νέα ηχητική πρόταση στο κοινό –και ιδιαίτερα σε εκείνους που τους ακολουθούν χρόνια.

Σύμφωνα με τον Gonzalez, η έμπνευση πίσω από το Junk ήταν (άκουσον άκουσον!) τα τηλεοπτικά σόου των 1970s και των 1980s. Πράγματι, κομμάτια σαν το "Moon Crystal" εύκολα τα φαντάζεσαι στους τίτλους αρχής κάποιας εκπομπής εκείνης της εποχής. Εδώ όμως προκύπτει το ερώτημα: πόση έμπνευση μπορεί να αντλήσει κανείς από ένα τέτοιο θέμα, για να βασίσει πάνω του έναν ολόκληρο δίσκο; Πόσο εύκολα μπορεί να στηθεί κάτι φρέσκο μέσα σε ένα τόσο cult πλαίσιο; Και, εν πάση περιπτώσει, έχει όντως ενδιαφέρον ένα τέτοιο concept; Πειστικές απαντήσεις δύσκολα θα δοθούν μέσα από τις ακροάσεις, μιας και το ίδιο το συγκρότημα μοιάζει να βρίσκεται σε αυτό που λέμε «τρικυμία εν κρανίω».

Μέσα στην απουσία ουσιαστικού οράματος και στην αμφίβολη αισθητική του, το Junk θα μπορούσε άνετα να έχει αποτελέσει δισκογραφική τραγωδία, εάν δεν περιείχε ορισμένες αρκετά καλές στιγμές. Σαν το χορευτικό πρώτο single "Do It, Try It", για παράδειγμα, ή σαν το "Go!", στο οποίο συμμετέχει και ο Steve Vai. Ακόμη και συγκινητικό γίνεται το άλμπουμ στο "For The Kids", αν παραβλέψει κανείς την ελαφρώς cheesy μελωδία και επικεντρωθεί στους στίχους απώλειας. Σε ένα γενικότερο πλαίσιο, όμως, οι καλές στιγμές αποτελούν μειονότητα στην tracklist, αφήνοντας το δεύτερο ιδιαίτερα μισό του δίσκου να πνίγεται μέσα σε αδιάφορες συνθέσεις και γλυκανάλατες μελωδίες (βλέπε "Atlantique Sud").

Κατά συνέπεια, έχουμε να κάνουμε με μια δουλειά μέτρια από πλευράς υλικού και συγχυσμένη από πλευράς concept, από την οποία σε τελική ανάλυση λείπει και το πλέον βασικό: το fun στοιχείο. Έτσι, φαντάζει μάλλον χλωμό το ενδεχόμενο να εξακολουθήσει το Junk να απασχολεί τον μουσικό τύπο στο τέλος της χρονιάς, όταν έρθει η ώρα για τις λίστες –πόσω μάλλον από του χρόνου και μετά, που ούτε οι ίδιοι οι fans των Μ83 δεν θα θέλουν να το θυμούνται...