search

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Ένα tribute album που αποκαλύπτει, προτείνει και ρισκάρει, χρησιμοποιώντας το «τιμώμενο» έργο ως αφορμή και ξεκίνημα για νέες γαίες...

Label | A Man out of A Man
Κυκλοφορία | 11/2018
Βαθμολογία | 7,5

Παιχνίδι και φόρος τιμής. Δύο έννοιες που χρησιμοποιούνται κατά κόρον στον καθ' ημάς λόγο περί μουσικής και τραγουδιού, αλλά μοιάζουν να έχουν χάσει εν πολλοίς τη σημασία και το εκτόπισμά τους.

Από τη μια, είναι η συνταγογραφημένη και ιδεολογικά περιχαρακωμένη δημιουργία, η οποία αφήνει στην άκρη κάθε φαντασιακή λειτουργία και ελευθεριακή τάση. Κι από την άλλη, η στείρα ανάπλαση ύφους και συνταγών, χωρίς την παρέμβαση οποιασδήποτε διαδικασίας αμφισβήτησης –ή και «βεβήλωσης» ακόμα– του τιμώμενου προσώπου ή είδους. Περνώντας από τέτοιες συμπληγάδες, μια καλλιτεχνική προσπάθεια ευκόλως καταλήγει σε προβλέψιμες και κουρασμένες από τη χρήση ατραπούς. Κι έπειτα αναρωτιόμαστε γιατί τίποτα πια δεν μας εκπλήσσει.


Η νέα συλλογή της A Man out of A Man (της ιδιαίτερα δραστήριας και φιλοσοφημένης ετικέτας του Στυλιανού Τζιρίτα) έρχεται λοιπόν να επαναφέρει στη συζήτηση τους προαναφερθέντες όρους, με το ουσιαστικό τους περιεχόμενο. Από τον τίτλο της κιόλας, έχουμε ένα παιχνίδι με πολλές σημασίες: The Last Drive τιτλοφορούνταν ο πολύ καλός δίσκος των βετεράνων ροκενρολάδων, που κυκλοφόρησε τον περασμένο Απρίλη από τη Labyrinth Of Thoughts· NOT The Last Drive τιτλοφορείται ετούτη η σύναξη 10 διασκευών. Ο τίτλος έρχεται σαν απάντηση, δηλαδή, αλλά και σαν άρνηση –εμφατική, με κεφαλαία.

Τι ακούει όμως κανείς, αν βάλει να παίξει η κασέτα ή το ψηφιακό άλμπουμ;

Τα 7 τραγούδια του The Last Drive διασκευασμένα (ή ρεμιξαρισμένα, από την άποψη ότι χρησιμοποιούνται τα κανάλια των αυθεντικών ηχογραφήσεων), συν 3 επαναπροσεγγίσεις παλαιότερων κομματιών του θρυλικού συγκροτήματος· αλλά από μουσικούς και μπάντες που δεν άπτονται απαραίτητα της «φάσης» των Last Drive. Συμμετέχουν εδώ, ας πούμε, οι Hume Assine και ο Κωστής Δρυγιανάκης, οντότητες που δεν θα περίμενε κανείς ότι θα μπορούσαν να διασταυρωθούν καλλιτεχνικά με την παρέα του Αλέξη Καλοφωλιά. Στο χαρτί, λοιπόν, φαντάζει πολύ θετική η πρωτοβουλία του Τζιρίτα να στήσει το όλο κόλπο.

Αλλά τα αληθινά ωραία ξεκινούν μετά, κατά την ακρόαση. Όπου γίνεται σαφές ότι η υλοποίηση είναι πραγματικά ενδιαφέρουσα, παιχνιδιάρικη και ενίοτε νέτα σκέτα συναρπαστική.

Αυτό που κάνουν, για παράδειγμα, οι Γιώργος Λαιμός & Νίκος Καπράλος στο “Always The Sun” –η αντιπαραβολή δηλαδή της γκαζωμένης ερμηνείας με χαλαρές κιθάρες και θορύβους– πέραν της ακροαστικής απόλαυσης που προσφέρει, οδηγεί και σε μία εκ βάθρων αμφισβήτηση του ορίτζιναλ. Είναι κάτι που συμβαίνει σε όλη τη διάρκεια της συλλογής, είτε μιλάμε για την τραγανή synth pop προσέγγιση του “Have Mercy” από τους Hume Assine (σε ένα δίκαιο, όσο και απολαυστικό χιτάκι), είτε για τη συνωμοσία των 2 By Bukowski και του ίδιου του Τζιρίτα στο μακέλεμα του “Gone Gone Gone”, είτε για οποιαδήποτε από τις υπόλοιπες προσεγγίσεις: φουλ του συνθετητή από τους Μέντα (“The Wave”), αέναο μάντρα από τον Γιάννη Παπαϊωάννου (“White Knuckles”), μαράκα-και-ταμπούρο-σε πρώτο-πλάνο από τον Big Fat Lips (“Snakecharmer”), χρονικά/συχνοτικά παιχνίδια από τον Αντώνη Λιβιεράτο (“Angel”), φουλ παραμορφώσεις από τον Κτίρια Τη Νύχτα (“Radio”), ηχοτοπιο-ποιητική από τον Κωστή Δρυγιανάκη (“Yagos”), αποδομητικές τάσεις από τους Άλφα Πυγμαίο 1938 & Heo Tsop (“I Love Cindy”).

Τούτη η συλλογή λέει πολλά, λοιπόν, για τη φαντασία και τις ικανότητες των ιθυνόντων και των συμμετεχόντων. Λέει όμως και κάποια πράγματα για τους ίδιους τους Last Drive. Από τη μία, υπάρχουν εδώ ποιότητες και ελευθερίες που δεν σχετίζονται με την υπόσταση του συγκεκριμένου γκρουπ –εξ ου και η προαναφερθείσα άρνηση στον τίτλο– οι οποίες, ενδεχομένως, τονίζουν και τους περιορισμούς του. Από την άλλη, το γεγονός ότι οι ίδιοι οι Drive όχι μόνο έδωσαν το ΟΚ για να κυκλοφορήσει συλλογή, μα έδωσαν και το ελευθέρας ώστε οι συμμετέχοντες να «ασελγήσουν» επί των δικών τους ηχογραφήσεων, δείχνει ότι δεν θέλουν να έχουν σχέση με συμπλέγματα και σοβαροφάνειες.

Είναι, εν κατακλείδι, ένα tribute άλμπουμ που γυρεύει να υπηρετήσει στόχους διαφορετικούς από εκείνους που συνήθως περιμένουμε από την κατηγορία του. Δεν υποκύπτει στο όποιο «μεγαλείο», δεν ευλογάει «ιερά και όσια», δεν σκιάζεται μήπως αλλοιώσει κάποια «αυθεντικότητα». Αντίθετα, αποκαλύπτει, προτείνει, ρισκάρει. Χρησιμοποιεί το «τιμώμενο» έργο ως αφορμή και ξεκίνημα για νέες γαίες. Γίνεται έτσι έργο τέχνης με δικό του φως και δικό του φορτίο.

Κι όλα αυτά πώς; Παίζοντας «απλώς».