search

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Μπορεί να επιπλέουν τα σκατά, αλλά το ελληνικό τραγούδι γεννάει ακόμα μαργαριτάρια, καρπούς μιας έκφρασης ασυμβίβαστης, που προσφέρει κρίσιμες διεξόδους προς το μέλλον...

Label | Puzzlemusik
Κυκλοφορία | 4/2018
Βαθμολογία | 8

Θυμάμαι ακόμα έντονα τη συναυλία της Μαρίας Λατσίνου στο θέατρο Πόρτα, την άνοιξη του 2015: η παρουσία της με είχε κάνει να γράψω διθυραμβικά σχόλια (εδώ). Όμως, το Μια Ανάσα Δρόμος –το πρώτο της άλμπουμ, που μόλις είχε κυκλοφορήσει τότε– απείχε αισθητά από τα όσα είχα βιώσει στο συναυλιακό πεδίο· κι έτσι ένιωθα ότι, ενδεχομένως, ο ενθουσιασμός μου σε εκείνο το κείμενο ήταν παρακινδυνευμένος.

Ευτυχώς, η συνέχεια της πορείας δικαιολόγησε και επαλήθευσε όσα είχα γράψει: η Λατσίνου κυκλοφόρησε πέρυσι έναν πολύ δυνατό ζωντανά ηχογραφημένο δίσκο (εδώ όσα έγραψε σχετικά ο Χάρης Συμβουλίδης), και τώρα επιστρέφει με το 2ο στουντιακό ηχογράφημά της, το οποίο έρχεται να επιβεβαιώσει και να επεκτείνει τις «κατακτήσεις» της.


Το Λάρυμνα παίρνει το όνομά του από τον παραθαλάσσιο οικισμό της Φθιώτιδας, όπου και ηχογραφήθηκε. Και πολύ σωστά και δίκαια υπογράφεται στο εξώφυλλο από τους Μαρία Λατσίνου & Mokita. Το γκρουπ των μουσικών που τη συνοδεύει έχει άλλωστε παίξει καθοριστικό ρόλο στην έως τώρα πορεία της, ενώ εδώ συμμετέχει ως σύνολο και στην ίδια τη σύνθεση του υλικού. Μιλάμε βεβαίως για τους Χρήστο Αλεξόπουλο (πιάνο, πλήκτρα), Γιώργο Ανδρουλάκη (κρητική λύρα με συμπαθητικές χορδές), Βάσω Μιχαηλίδου (ακορντεόν, δεύτερες φωνές), Γιώργο Λιάπη (ηλεκτρικό μπάσο) & Φοίβο Μπαλαμπάνη (τύμπανα). Ο Αλεξόπουλος, ο αρχιτέκτονας της όλης πορείας της Λατσίνου τα τελευταία χρόνια, κρατάει αναμενόμενα και πάλι ρόλο σημαντικό, καθώς υπογράφει αποκλειστικά τα 4 από τα 10 κομμάτια και το μεγαλύτερο μέρος των στίχων.

Από μιαν άποψη, το άλμπουμ ετούτο δεν κρύβει εκπλήξεις, καθώς μοιάζει να έρχεται ως φυσική συνέχεια των δύο προηγούμενων. Από μιαν άλλη, όμως, από εκείνη που μετράει την τόλμη και το όραμα, αλλά και δίνει βάση στη λεπτομέρεια, εντοπίζεται εδώ μια σαφής εξέλιξη και ένα πολύ ενδιαφέρον άνοιγμα προς διαφορετικές κατευθύνσεις.

Η καινοφανής δηλαδή πρόταση περί του ελληνικού τραγουδιού, για την οποία σωστά έκαναν λόγο πολλοί με αφορμή το Μια Ανάσα Δρόμος (διαβάστε εδώ όσα είχε γράψει ο Στυλιανός Τζιρίτας), εμφανίζεται τώρα πιο καλά εξερευνημένη και χαρτογραφημένη. Περιδιαβαίνοντας το φιδίσιο εκείνο μονοπάτι επί του οποίου συναντώνται το ροκ, η τζαζ, το καθ’ ημάς αστικό τραγούδι και η δημοτική παράδοση, τούτη η συλλογή όχι μόνο δεν γκρεμοτσακίζεται, αλλά φτάνει στον προορισμό της σαν να μην πήρε καν είδηση τους κινδύνους στους οποίους εκτέθηκε.

Για να συμβεί όλο αυτό, βέβαια, προφανώς πληρώθηκαν κάποιες σοβαρές προϋποθέσεις. Τουτέστιν, οι συμμετέχοντες μοιράζονται κοινές αισθητικές αντιλήψεις, κοινούς τόπους σκέψης και δράσης και μπορούν να διαχειριστούν ο ένας το δυναμικό του άλλου. Πώς αλλιώς, δηλαδή, θα μπορούσε να συνυπάρξει η λύρα με τα πλήκτρα, το μπάσο και τα τύμπανα, με τρόπο που όχι μόνο να μην ξενίζει, αλλά και να φαντάζει ως μια κρίσιμη διέξοδος για τη βαλτωμένη εγχώρια τραγουδοποιία και ηχοδομή; Και πώς αλλιώς θα μπορούσαν να ακροβατήσουν επί αυτών οι χαρισματικές και μετρημένα θεατράλε ερμηνείες της Λατσίνου, οι τόσο ώριμες και κατασταλαγμένες πια;

Δεν είναι «δύσκολο» ακρόαμα το Λάρυμνα. Δεν το παίζουν υπεράνω οι δημιουργοί του, αντίθετα επιλέγουν να μιλήσουν με ποιητική διάθεση μεν, με απλότητα δε. Σε έναν κόσμο ελαφρώς πιο δίκαιο, μάλιστα, τραγούδια σαν τα “Σφίγγει Ο Κλοιός” και “Κούρος” θα είχαν μετρήσιμες πιθανότητες να αγγίξουν ένα σεβαστό ποσοστό του ακροατηρίου, αφού, εκτός των άλλων, η «φυσιολατρική» ουτοπία για την οποία μιλούν –όπου όλα τριγύρω ακολουθούν έναν κώδικα που περιμένει να ανακαλυφθεί– μοιάζει αρκετά εντός εποχής.

Αλλά ο κόσμος μας είναι αυτός που είναι, και το καθεστώς που ορίζει τα πράγματα στο τραγούδι είναι δεδομένο: οι περισσότεροι μοιάζουν να κινούνται με τη λογική του φαίνεσθαι και να αρκούνται στο να μεταφέρουν απλώς μια διάθεση (για γλέντι ή για κλάμα, δεν έχει σημασία). Η ομάδα που κινείται γύρω από τη Μαρία Λατσίνου και τον Χρήστο Αλεξόπουλου, αντίθετα, έχει να προτείνει μια έκφραση βαθιά και ασυμβίβαστη, μια τέχνη ουσίας που σπανίζει. Και το Λάρυμνα, ως πόνημα, καταφέρνει όχι μόνο να επικοινωνήσει αυτήν την ουσία, αλλά και να εμπνεύσει, να παρηγορήσει. Μπορεί να επιπλέουν τα σκατά, είναι σαν να σου λέει, αλλά το ελληνικό τραγούδι γεννάει ακόμα μαργαριτάρια.

Αισιοδοξείτε. Και ελπίζετε κρυφά σε όλα αυτά που δεν θα γίνουν ποτέ.