Σε πρώτο πλάνο, το κ/λ είναι μια συγκατοίκηση που ανατρέπει τα δεδομένα με τα οποία την πλησιάζεις: ενώ ξέρεις καλά το κ της υπόθεσης –τον πολυπράγμωνα Κωστή Δρυγιανάκη– κινητήριος μοχλός αναδεικνύεται το λ της όλης ιστορίας, ο νεότερος δηλαδή και όχι ανάλογα γνωστός Λάμπρος Ζαφειρόπουλος.

Όχι μόνο είναι δική του η πρωτοβουλία αυτού του δίσκου (που κυκλοφορεί σε 330 αντίτυπα βινυλίου 180 γραμμαρίων), βρίσκουμε επιπλέον και τον Δρυγιανάκη να εμπνέεται από το έργο του για τα όσα σκαρώνει στην πλευρά που του αναλογεί. Aπό την άλλη, βέβαια, και ο Ζαφειρόπουλος φιλοτεχνεί την έτερη πλευρά του άλμπουμ υπό τη δημιουργική καθοδήγηση του Δρυγιανάκη και του Σπύρου Χαρμάνη (ο οποίος συμμετέχει στην ηχογράφηση και ως μουσικός, προσφέροντας το feedback που ακούμε).

Σε δεύτερο πλάνο, έχουμε εδώ ένα split album με κάμποσες ενδιαφέρουσες «γωνιές». Μια δουλειά ουσιώδους πειραματισμού ιδιαιτέρως χρήσιμη σε μια δισκογραφική εποχή κατά την οποία ο ευρύτερος χώρος που προσδιορίζεται έτσι τείνει να χάσει το μέτρο του, μπουρδουκλωμένος σε πλειάδα εκδόσεων που αναπαράγουν ευκολίες ή που δεν έχουν στ' αλήθεια κάτι να πουν.

Η πλευρά του Δρυγιανάκη τιτλοφορείται «Inbetween» και ξεκινά με ήχους υποβλητικούς, μυστηριώδεις: αν αφεθείς, νομίζεις ότι ακούς το λιτό soundtrack ταινίας επιστημονικής φαντασίας, όπου κάποιο αστρόπλοιο κινείται αργά στη βουβή απεραντοσύνη του Διαστήματος.

Στη συνέχεια βέβαια αλλάζουν τα πρόσωπα και οι διαθέσεις και η γνώριμη αισθητική του Βολιώτη δημιουργού γίνεται πιο φανερή, ειδικά στη χρήση της ανθρώπινης φωνής, που μπαίνει έτσι ώστε να φαίνεται σαν ραδιάκι το οποίο παίζει χαμηλά κάπου στο βάθος. Ένα ιδιαίτερο σημείο είναι εκείνο όπου αναδύεται από το φόντο η τρομπέτα της Αγάπης Ζάρδα, άξια προσοχής είναι όμως και η πραγματικά ξεχωριστή χροιά την οποία δίνει το μπαλαφόν της Ζένια Κουζνετσόφ· πρέπει επίσης να σημειωθεί και η συμμετοχή του ίδιου του Ζαφειρόπουλου στα ηλεκτρονικά. Έχουμε γενικά έναν διαφοροποιημένο Δρυγιανάκη σε σύγκριση με όσα ξέρουμε, απόδειξη ότι μπήκε πράγματι στον κόπο για έναν διάλογο με το έργο του Ζαφειρόπουλου.

Ο Ζαφειρόπουλος δουλεύει κατά τρόπο ανάλογο του Δρυγιανάκη, κοιτάζει όμως προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Στη δική του πλευρά («Nocturno») έχουμε ένα πόνημα επεξεργασμένο στο στούντιο, μα βασισμένο σε ηχογράφηση πεδίου (field recording) σε μια ταράτσα στο κέντρο του Βόλου –από τις 4.23 ως τις 5.01 το πρωί της 29ης Ιουλίου 2015, όπως σημειώνεται. Σε υποδέχεται ο καταπραϋντικός ήχος από ένα τριζόνι, το τρι/τρι του οποίου σπάει από το πέρασμα ενός μηχανοκίνητου οχήματος· ανάμεσα σε αυτά, αρχίζει να αναδύεται και το κλαρίνο του Ορφέα Κάππα, για να σβήσουν όλα στη συνέχεια και να ηχήσει σόλο, πριν μπουν και τα υπόλοιπα όργανα σιγά-σιγά στον χορό: η τρομπέτα της Ζάρδα, η κιθάρα του Ευάγγελου Κυρατζόγλου, το ακορντεόν της Νικολέτας Φορλίδα.

Σε σύγκριση με την πλευρά του Δρυγιανάκη, η πλευρά του Ζαφειρόπουλου δείχνει πιο «τακτοποιημένη», όπως και βασισμένη σε πιο «συνηθισμένα», άρα και πιο οικεία, όργανα: το κλαρίνο που προαναφέραμε, λ.χ., διαθέτει κεντρικό ρόλο, τον οποίον και επιτελεί άψογα. Ίσως λοιπόν σε κάποιους βαθιά χωμένους στον πειραματισμό να φανεί «εύκολη» ή έστω λιγότερο μυστηριώδης, αν και δεν πρέπει νομίζω να χαθεί από την όλη εικόνα η αβίαστη προσβασιμότητα που τη διακρίνει.

Σε κάθε περίπτωση, και παρά τους βίους παράλληλους, η τελική εντύπωση είναι αυτή των δύο όψεων του ίδιου νομίσματος: λίγος Δρυγιανάκης παρείσφρυσε στον Ζαφειρόπουλο, λίγος Ζαφειρόπουλος μετατόπισε κατά τι τη δρυγιανάκια τροχιά, ο ακροατής μένει σίγουρα ευχαριστημένος από τις ζυμώσεις.

ακούστε υλικό εδώ

 

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured