search

ΕΛΛΗΝΙΚΑ

Πρώτη δισκογραφική κατάθεση για το σχήμα του Νίκου Τσιλογιάννη, που περιπλανιέται στο ευρύ χωράφι της αυτοσχεδιαστικής τζαζ, χωρίς όμως να γίνεται χαώδες ως άκουσμα...

Label | Athena Recordings
Κυκλοφορία | 3/2017
Βαθμολογία | 7

Το όνομα Omikron Project πιθανότατα δεν σας λέει τίποτα, όμως εκείνο του Νικόλα Τσιλογιάννη όλο και κάτι θα (πρέπει να) σας θυμίζει. Πρόκειται άλλωστε για μουσικό που έχει παίξει καθοριστικό ρόλο στην ιστορία του ελληνικού ροκ και όχι μόνο (Idols, Μπουρμπούλια κλπ.).

Ο Τσιλογιάννης είναι ο ιδρυτής των Omikron Project, ενός σχήματος που στη live δράση του μέχρι σήμερα εμφανίστηκε με διάφορες μορφές (τρίο, κουαρτέτο, κουιντέτο), αλλά που τώρα, στην πρώτη του δισκογραφική κατάθεση, εμφανίζεται να αποτελείται από 4 μουσικούς: τον Τσιλογιάννη σε ντραμς/κρουστά/ιδιόφωνα, τον (εκ Παρισίων ορμώμενο) Αλέξη Δρόσο σε σοπράνο σαξόφωνο/ντιτζεριντού/beckophone, τον Ολλανδό Henk Spies σε σοπράνο σαξόφωνο/εφέ και τον Ντίνο Ζούμπερη (επίσης σεσημασμένο πρόσωπο της εγχώριας ροκ σκηνής, με συμμετοχές σε Αδιέξοδο, Echo Tattoo, Thirty Dirty και δεν συμμαζεύεται) σε μπάσο/hohner guitaret/ηλεκτρονική επεξεργασία.

Ο χώρος στον οποίον κινούνται οι Omikron Project είναι το ευρύ χωράφι της αυτοσχεδιαστικής τζαζ και στο Solstice αποτυπώνονται 11 αποσπάσματα από μια 4ωρη ηχογράφηση, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 21 Ιουνίου 2015 –εξού και ο τίτλος.

Ένα πρώτο συμπέρασμα σχετικά με το εν λόγω άλμπουμ είναι η σχετική προσβασιμότητά του, δεδομένης της φύσης του. Δεν είναι χαώδες ως άκουσμα, δηλαδή, αλλά αντιθέτως κρατά ευδιάκριτα τα στοιχεία που το αποτελούν, ενώ διαπνέεται και από μια διάθεση αρκετά χαλαρή. Έτσι, προσφέρεται για ανακάλυψη όχι μόνο από τον πεπειραμένο ακροατή της τζαζ (στον οποίον ενδεχομένως να φανεί κομματάκι «απλό»), αλλά και στον νεοεισερχόμενο. Ειδικά ο τελευταίος θα βρει και μια ιδιαίτερα φιλική προσέγγιση ως προς τις διάρκειες των κομματιών, οι οποίες, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις τραβάνε προς τα μαξιμαλιστικά δεδομένα του είδους, συχνά περιορίζονται σε απολύτως «λογικά» πλαίσια.

Μια δεύτερη παρατήρηση έχει να κάνει με το ταμπεραμέντο του Solstice. Το οποίο προκύπτει, φυσικά, ως συνισταμένη των τεσσάρων προσωπικοτήτων, και κατ’ επέκταση των τόπων και των ήχων που τις διαμόρφωσαν. Έτσι, κατά τα 50+ λεπτά της ακρόασης παρελαύνουν από το φάσμα του επιρροές που μοιάζουν να έρχονται τόσο από μακρινούς τόπους (εξαιτίας του ντιτζεριντού, κυρίως), όσο και από πολύ κοντινούς (με το ελληνικό και ευρύτερα μεσογειακό άρωμα να γίνεται ουκ ολίγες φορές αντιληπτό). Επικρατεί συχνά, πάντως, μια συλλογική «ραθυμία», η οποία συνάδει με την εποχή της ηχογράφησης, αλλά και με την καταγωγή των 3 εκ των 4 μελών του γκρουπ.

Είναι ομολογουμένως απολαυστικότατο άκουσμα το Solstice, είτε κινείται προς έντονα σολιστικές καταστάσεις (με οδηγούς συνήθως τα πνευστά, αλλά και τα κρουστά ενίοτε), είτε αναλύεται σε ambient λογικές και διακριτικές ηλεκτρονικές τσάρκες, είτε απλώς «αφήνεται» σε σχεδόν ροκ γκρούβες. Αυτό έχει φυσικά να κάνει με την ικανότητα των 4 συμμετεχόντων, αλλά ακόμα πιο πολύ με τη σωστή επιτόπια συνεννόηση/αλληλεπίδραση –τελικά και με την ομοθυμία τους.

Κι αν το αποτέλεσμα των προσπαθειών τους μοιάζει ως επί το πλείστον να απέχει από την εμπροσθοφυλακή της αναζήτησης του «καινούριου», αυτό δεν φαίνεται να έχει τόσο να κάνει με την έλλειψη τόλμης, όσο μάλλον με τη διάθεση της στιγμής.

ακούστε το "Solstice", εδώ