«Μου φαίνεται επαρχιώτικο να ονειρεύεσαι ελληνικά και να τραγουδάς εγγλέζικα».

Τάδε έφη Διονύσης Σαββόπουλος σε πρόσφατη συνέντευξή του, κι εδώ που τα λέμε δεν έχει άδικο. Υπάρχει μια αντίφαση στη χρήση προσωπείου στην τέχνη, από μία άποψη. Από μία άλλη, βέβαια, «η αγορά είναι μικρή», «στοχεύουμε στα διεθνή ακροατήρια» –και πάει λέγοντας. Τώρα, σκεφτείτε αν θα επιλέγατε να ακούσετε ένα γκρουπ Αμερικανών που θα έφτιαχνε τραγούδια στο στυλ του Στράτου Διονυσίου. Καλά το φαντάστηκα...

Για να είμαστε δίκαιοι, πάντως, πρέπει να παραδεχτούμε ότι, παρότι ακολουθεί την προαναφερθείσα οδό, ο Robert Sin (κατά κόσμον Λάμπρος Καράμπαλης) μια χαρά τα καταφέρνει στο ντεμπούτο του, βοηθούμενος και από τα Μύρτιλά του: τον Στέλιο Χαμπίπη (ηλεκτρική κιθάρα), τον Θοδωρή Καράμπαλη (πλήκτρα), την Εύη Χασαπίδου-Watson (μπάσο, φωνητικά) και τον Δημήτρη Μπουρούσα (τύμπανα). Φτιάχνει δηλαδή μια συλλογή 9 τραγουδιών με ρεγουλαρισμένη ροή, η οποία πιστοποιεί συγκεκριμένα ατού για λογαριασμό του.

Ο Sin αγαπάει την americana και στα δικά της νερά επιχειρεί να κολυμπήσει. Γίνεται αυτό σαφές από τα πρώτα δευτερόλεπτα του δίσκου, ο οποίος ανοίγει με το “Go Back To Your Man”, δείχνοντας τον Bob Dylan, τους The Band και τους λοιπούς στυλοβάτες του είδους ως βασικές αναφορές. Κι αν δεν καταφέρνει να αρθρώσει τραγουδοποιητικό λόγο που να μαρτυρά μια ιδιάζουσα, ολόδική του φωνή, ο Sin καταθέτει στα αυλάκια του δίσκου άλλα θέλγητρα: όπως τη μαστοριά του στο στήσιμο όμορφων, μεστών μελωδιών και την ικανότητα να τις συνοδεύει με στίχους απλούς μα ταιριαστούς, σωστά ενταγμένους στον βηματισμό τους.

Από την άλλη, σε ό,τι αφορά το πώς αποτυπώνονται αυτά τα τραγούδια, το πράγμα είναι έτσι κι έτσι. Μπορεί η φωνή του Robert Sin να παρέχει αγκυροβόλι στον ακροατή με τη ζεστή, εύθραυστη μα καθαρή στην άρθρωση εκφορά της, όμως οι ενορχηστρώσεις και τα παιξίματα είναι μάλλον τυπικά του είδους αυτού και δεν βοηθούν περαιτέρω. ΟΚ, ωραίες οι πλάτες από το όργανο, μια χαρά οι καλοπαιγμένες κιθάρες, τα μπάσα και τα τύμπανα, σούπερ και οι διακριτικές δεύτερες της Χασαπίδου-Watson, λείπει όμως ενίοτε μια κάποια δόση δημιουργικής τρέλας από το σύνολο. Μόνο όταν αυτή εμφανίζεται, μέσω μιας ψυχεδελικής συνιστώσας στο δεύτερο μισό του άλμπουμ και σε τραγούδια όπως το “You And My Ghost” και το “Will-O-The-Wisp”, νιώθεις ότι πραγματικά υπάρχουν ευοίωνες καλλιτεχνικές προοπτικές για το συγκρότημα.

Μπορεί λοιπόν το ...And The Ghosts In Between να μην αριστεύει στα σημεία που θα περίμενε κανείς από μια εγχώρια αγγλόφωνη κυκλοφορία (στον τεχνικό τομέα, δηλαδή), διαθέτει όμως άλλα θέλγητρα, τα οποία έχουν να κάνουν με την ικανότητα στη γραφή. Κι είναι αρκετά αυτά τα θέλγητρα ώστε να βοηθούν τον δίσκο να σταθεί επάξια δίπλα στις συγγενικές εγχώριες κυκλοφορίες του πρόσφατου παρελθόντος, όπως για παράδειγμα εκείνες των Dustbowl και των Thee Holy Strangers –χωρίς πάντως να μπορεί να αγγίξει την (ελληνόφωνη) κορυφή που έπιασε ο Λάμπρος Παπαλέξης.

Ως εκ τούτου, νομίζω ότι, αν ο Robert Sin και οι Huckleberries του αντέξουν μέσα στην αχανή έρημο που λέγεται ελληνική μουσική πραγματικότητα και συνεχίσουν να δημιουργούν, θα έχουμε αρκετά περισσότερα να εισπράξουμε από την πλευρά τους.

Όχι ότι τούτη τη φορά μάς έδωσαν λίγα...

{youtube}eHfAPUKd5Lc{/youtube}

 

 

Ακολούθησε το Avopolis Network στο Google News

 

Διαβάστε Ακόμα

Featured