search

ΧΡΟΝΟΜΗΧΑΝΗ


Στην εποχή που διανύουμε δείχνει να γίνεται ολοένα και δυσκολότερη η ένταξη της έννοιας του λαϊκού στις σύγχρονες μορφές τέχνης. Στη μουσική, οι όροι «λαϊκός» ή «έντεχνος» έχουν πολυφορεθεί τόσο από κοινό, κριτικούς, γραφιάδες και καλλιτέχνες σε σημείο ώστε η όποια λαϊκότητα να χάνει την αυθεντική τριπλή της έκφραση: την προέλευση από τον Λαό (το κοινωνικά ορισμένο πληθυσμιακό σύνολο δηλαδή), τον ταξικό προσδιορισμό (φτωχότερα κοινωνικά στρώματα) και τη διαχωριστική γραμμή από τη θρησκεία και το οριοθετικό της πλαίσιο. Αποτέλεσμα αυτής της απώλειας –τα αίτια της οποίας δεν θα αναζητήσουμε εδώ– υπήρξε η εξάλειψη του αυθορμητισμού και της αυθεντικής εκείνης ορμής των λαϊκών τραγουδιών που, με προεξέχοντες τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Μάνο Χατζηδάκι, συνέδεσαν την ελληνική μουσική παράδοση της υπαίθρου (δημοτικό τραγούδι) και τις επιμέρους καλλιτεχνικές/ιστορικές προεκτάσεις κάθε μικρο-γεωγραφίας της ελληνικής επικράτειας με την αστική μουσική, όπως αυτή διαμορφώθηκε στη Δυτική Ευρώπη.
 


Το έντεχνο λαϊκό τραγούδι στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα άνθισε με την ίδια ακριβώς αντιστοιχία με την οποία άνθισε το γερμανικό lied στις αρχές του 19ου αιώνα στο Ρομαντικό πλαίσιο. Και τα Λαϊκά Προάστια των Ηλία Ανδριόπουλου & Μιχάλη Μπουρμπούλη, σε ερμηνεία της ανεπανάληπτης Μπέλλου, ανήκουν σε αυτή την κατηγορία τραγουδιών. Τραγούδια που δημιουργούν ένα έντονο συναισθηματικό φορτίο, το οποίο –τριάντα χρόνια μετά την πρώτη τους εκτέλεση– (σχεδόν) έχουν αποτυπωθεί στο συλλογικό ασυνείδητο. Η μουσική του Ανδριόπουλου εδώ διαθέτει κατεξοχήν λαϊκή ενορχήστρωση και ρυθμική βάση (στο μπουζούκι ο Κώστας Παπαδόπουλος). Κι αφενός διατηρεί όλη την παράδοση της κλασικής μουσικής του παιδείας, αφετέρου τη μπολιάζει στο σύνολο των δημιουργικών μουσικών ιδεών της ελληνικής παράδοσης. Μέσα από τις συνθέσεις διακρίνει έτσι κανείς και τη λαϊκή έκφραση και την αστική μουσική παιδεία αλλά και μια ενδοσκοπική ματιά στη δημοτική παράδοση και στην ελληνική γραφή (από το σύνολο των Ελλήνων ποιητών). Αυτό το ιδιαίτερο χαρμάνι καθιστά τα Λαϊκά Προάστια άξια αναφοράς σε ένα πάνθεον δίσκων, σε μια μεταβατική περίοδο όπως αυτή που σηματοδοτεί το 1980: σύγχρονη/νεωτερική μουσική, θεμελιωμένη όμως σε δυνατές και καλά εμπεδωμένες λαϊκές βάσεις.
 
Η ερμηνεία της Σωτηρίας Μπέλλου είναι συγκλονιστική. Δοσμένη υπό το πρίσμα της αυθεντικής στεντόρειας φωνής της και του συναισθηματικού βάθους ενός ανθρώπου που βίωσε μια ιδιαίτερη καλλιτεχνική και προσωπική ζωή, συχνά τσακισμένη. Η Μπέλλου στέκεται και στο ύψος της γραφής του εν λόγω δίσκου, κυρίως λόγω ταλέντου και πηγαίας ψυχικής δύναμης, μιας και οι στίχοι του Μιχάλη Μπουρμπούλη προορίζονταν αρχικά για τη Βίκυ Μοσχολιού. Τα στιχουργικά μοτίβα των Λαϊκών Προαστίων είναι ταξικά προσδιορισμένα, αναφερόμενα σε μια εποχή όταν το λαϊκό ταυτιζόταν αποκλειστικά με προάστια της Αθήνας και του Πειραιά –όπως το Πέραμα, η Κοκκινιά, το Μεταξουργείο ή η Καισαριανή. Εικόνες της εργατικής τάξης («σιδεροπρίονα που κλαίνε»), της προσφυγιάς («και σε θυμάμαι στις στοές, εκεί στη Γερμανία»), του Ελληνικού Εμφυλίου και της ταραγμένης δεκαετίας του 1950 ("Σκοπευτήριο", "Ακροναυπλία") συνθέτουν ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, δοσμένο μέσα από ιστορίες απουσίας, συναισθηματικής απώλειας, αγωνίας ή μοναξιάς. Ως εκ τούτου, από το εξώφυλλο κιόλας του δίσκου (φιλοτεχνημένο από τη Χαρίκλεια Μυταρά, ένα σχεδόν γραφιστικό αποτύπωμα ενός τοίχου εργοστασίου με φόντο ένα φορτηγό κι ένα ξερό δέντρο), γίνεται εμφανής η μελαγχολία την οποία αναδεικνύοουν οι στίχοι του Μπουρμπούλη.
 
Τραγούδια όπως το "Μην Κλαις" (το ερμήνευσε αργότερα με επιτυχία και η Άλκηστις Πρωτοψάλτη) ή το "Πλατεία Βάθης" έχουν αγαπηθεί ιδιαιτέρως από κοινό και κριτικούς, αποδεικνύοντας και τη δημοφιλία που απολαμβάνει ο δίσκος. Ωστόσο, στο ύψος τους, σαν καλλιτεχνικά πονήματα, κατορθώνουν να προσδώσουν τόσο το σκηνικό όσο και το συναισθηματικό πλαίσιο που αναβλύζουν τα προάστια (όπως αυτά διαμορφώθηκαν ανθρωπογεωγραφικά, ιστορικά και κοινωνιολογικά) με μεγάλη άνεση. Αν το hip hop υπήρξε το μουσικό σάουντρακ της ζωής των αμερικανικών γκέτο, τα Λαϊκά Προάστια είναι η μουσική υπόκρουση της ναυτικοεπισκευαστικής ζώνης του Περάματος, του τραμ προς το Κερατσίνι, των τοίχων του σκοπευτηρίου της Καισαριανής και των εργοστασίων μεταξιού της Μεγάλου Αλεξάνδρου.
 
Περπατώντας ένα βράδι στην Κολωνού, στο Μεταξουργείο, ανάμεσα σε φτηνά μπορντέλα, χιλιάδες οικονομικούς μετανάστες από το εξωτερικό, φτηνομάγαζα και ανθρώπους παραδομένους στην εξαθλίωση της τοξικοεξάρτησης αναρωτήθηκα ποια είναι άραγε η σύγχρονη έκφραση των προαστίων και της αυθεντικής λαϊκής τους έκφρασης (συχνά βουτηγμένης στο κλισέ, στο «σκυλάδικο» ή στη προσωρινή επιτυχία των σύγχρονων ταγών μιας κοινωνίας που διψά για ασταμάτητη κατανάλωση). Νομίζω ότι δεν μπορώ να βρω απάντηση στο ερώτημά μου. Ωστόσο, ανατρέχοντας στα Λαϊκά Προάστια των Ανδρίοπουλου, Μπέλλου, Μπουρμπούλη μπορώ να υποστηρίξω με σιγουριά ότι κάτι από το πνεύμα τους αιωρείται –έστω κι αμυδρά– στην ατμόσφαιρα. Συναισθηματικά, ψυχολογικά ή έστω στο υποσυνείδητο, η συνολική αισθητική αυτών των δώδεκα τραγουδιών συνάδει, κατά τρόπο διαχρονικό, με τη σύγχρονη εικόνα μερικών προαστίων. Ακόμη και αν στην εποχή μας δεν είναι και τόσο λαϊκά...