search

ΧΡΟΝΟΜΗΧΑΝΗ

 Δέκα χρόνια είχαν κυλήσει, τότε, από την έκδοση του εξαιρετικού και ιδιαιτέρως κατατοπιστικού συγγράμματος του Θόδωρου Χατζηπανταζή σχετικά με τα Καφέ Αμάν, Της Ασιάτιδος Μούσης Ερασταί: Η Ακμή του Αθηναϊκού Καφέ Αμάν στα Χρόνια της Βασιλείας του Γεώργιου Α΄- Συμβολή στη Μελέτη της Προϊστορίας του Ρεμπέτικου (Εκδόσεις Στιγμή, 1986). Και ήταν πραγματικά λαμπρή η ιδέα να γίνει ένας δίσκος με βάση τα πορίσματά του, φιλοδοξώντας να ξαναζωντανέψει κάτι από το κλίμα των πρώτων-πρώτων αυτών λαϊκών κέντρων και της αθηναϊκής ζωής κατά τη δεκαετία 1886-1896.
Το εγχείρημα βέβαια όχι απλώς δύσκολο, μα από τη φύση του ακατόρθωτο: καθώς μιλάμε για μια δεκαετία όπου οι ηχογραφήσεις ήταν αδύνατες για την τεχνολογία της εποχής, τίποτα δεν έχει φτάσει ως εμάς αυτούσιο. Προσπάθεια αναδημιουργίας αποτελεί, λοιπόν, το Της Ασιάτιδος Μούσης Ερασταί – και, πράγματι, από τα 12 τραγούδια του (παραδοσιακά ως επί το πλείστον), μόνο για ένα (τον περίφημο "Μέμο") γνωρίζουμε με βεβαιότητα πως αποτελούσε τμήμα του ρεπερτορίου εκείνων των χρόνων, όντας ίσως το μεγαλύτερο «σουξέ» των Καφέ Αμάν. Προτού πάντως προχωρήσω περαιτέρω, βρίσκω αναγκαίο να σημειώσω ότι κάθε κριτική για αυτόν τον δίσκο είναι υποχρεωμένη να ανατρέξει στα γραφόμενα του Γιώργου Ε. Παπαδάκη (περιοδικό Δίφωνο, τεύχος 16, σελς. 167-68) και ως έναν βαθμό να «ανακυκλώσει» τα συμπεράσματά τους, καθώς υπήρξαν ιδιαιτέρως αναλυτικά και βαθυστόχαστα. Δεν μπορώ π.χ. παρά να συμφωνήσω ως προς το ότι βάθρο της επιτυχίας του παρόντος δίσκου αποτελεί, πάνω από όλα, το ερμηνευτικό «ανάστημα» της ορχήστρας. Γιατί είναι ακριβώς η κλάση των μουσικών και η εμπειρία του Γιάννη Αλεξανδρή που ζωντανεύει εδώ τα δίχως μπουζούκια Καφέ Αμάν των σελίδων του Χατζηπανταζή, ίσως ορισμένες φορές με μια ελαφρώς πιο σύγχρονη ματιά όσον αφορά κάποιες ενορχηστρώσεις, σε καμία όμως περίπτωση δίχως ψυχή και (περίσσιο) μεράκι.
Οι ερμηνευτές στα Καφέ Αμάν ήταν σχεδόν αποκλειστικά γυναίκες και έτσι και εδώ η θέση αυτή παραχωρείται σε δύο θηλυκές φωνές: τη Μαριώ και τη Λιζέτα Καλημέρη. Η επιλογή της πρώτης μοιάζει σχεδόν αυτονόητη, καθώς στα χρόνια της δεκαετίας του 1990 δύσκολα θα έβρισκε κανείς άλλη τραγουδίστρια ικανή να μεταλαμπαδεύσει τόσο ουσιαστικά τα χαρίσματα των παλιών λαϊκών φωνών. Η επιλογή, όμως, της δεύτερης μάλλον εκπλήσσει, με δεδομένο ότι τότε η Καλημέρη πραγματοποιούσε τα πρώτα της βήματα και αρκετοί τη γνωρίζανε μάλλον ως αδερφή της Μελίνας Κανά, παρά για το πρώτο της προσωπικό άλμπουμ, Πνοή Του Ανέμου (1994). Η Καλημέρη βέβαια δεν υπήρξε επιλογή επιπόλαιη, κι ας μην είχε ακόμα πλούσιο βιογραφικό: είχαν διαφανεί τόσο η φωνητική της αξία, όσο και η ικανότητά της για συναισθηματικές ερμηνείες. Σε απόπειρες όμως αναδημιουργίας μιας ολόκληρης εποχής, όπως πράττεται στο Της Ασιάτιδος Μούσης Ερασταί, απαιτούνταν νομίζω φωνές περισσότερο ψημένες και έμπειρες από της Καλημέρη (τότε), οι οποίες να κάνουν αυτό το ταξίδι στο παρελθόν πειστικό.


Η Καλημέρη, όσο και να τήρησε την ορθογραφία, κατέφυγε, όπως πολύ σωστά επεσήμανε πρώτος ο Παπαδάκης, σε «έτοιμες» ερμηνευτικές λύσεις. Οι οποίες έφεραν στο Της Ασιάτιδος Μούσης Ερασταί έναν «έντεχνο» αέρα δεκαετίας του 1990 ολότελα ξένο προς το επιδιωκόμενο πνεύμα των Καφέ Αμάν, πλήττοντας τελικά την αληθοφάνεια του δίσκου. Χαρακτηριστικά, ήταν εξαιρετικά άστοχη και αψυχολόγητη η απόφαση να συμπεριληφθεί ο "Μέμος" στο δικό της μερίδιο, αντί να δοθεί στη Μαριώ. Η τελευταία, από την άλλη, αποδείχτηκε εξαιρετική επιλογή, διασώζοντας τελικά το άλμπουμ και σηκώνοντας μονάχη το όποιο ειδικό βάρος διατηρεί έκτοτε. Υπήρξε μάλιστα τόσο απολαυστική σε κάποια τραγούδια ("Τσακιτζής", "Ντόκτορ", "Μανταλένα"), ώστε κάλλιστα σε έκανε να φανταστείς πως είχες όντως μεταφερθεί στην Αθήνα της Belle Epoque και παρακολουθούσες τη μονόφθαλμη Κιόρ Κατίγκω ή την Πολίτισσα Φωτεινή, σε ένα πρόγραμμα γεμάτο από την ποικιλία μιας χλιδανής Ανατολής, που θα μπορούσε να οδηγήσει τους φιλο-ευρωπαϊστές αστούς του κύκλου του Ισιδώρου Σκυλίτση ή του Δημητρίου Χατζόπουλου ακόμα και στην εγκεφαλική συμφόρηση...